
Για την ποιητική συλλογή του Τσιμάρα Τζανάτου «[Αγνώστου], Η βία του βίου – Ποιήματα (2000-2021)» (Κάπα εκδοτική). Εικόνα: Φωτογραφικό υλικό από την ομώνυμη παράσταση.
Γράφει ο Δημήτρης Μπαλτάς
Με αφορμή τον θεατρικό μονόλογο «[Αγνώστου], Η βία του βίου», σε σκηνοθεσία και ερμηνεία του Στέφανου Δελή, που παρουσιάζεται στον Χώρο Τέχνης Ηχόδραση, ξαναδιαβάζουμε την ομώνυμη ποιητική συλλογή του Τσιμάρα Τζανάτου (1960-2022). Την ποίηση του Τζανάτου χαρακτηρίζουν η μικρή, κατά βάση, φόρμα και το οξύμωρο της βίαιης τρυφερότητας με τα μάτια της οποίας βλέπει το ποιητικό υποκείμενο, ο «Άγνωστος», τον κόσμο και τη θέση του σε αυτόν. Τα ποιήματά του μοιάζουν με μικρούς κοφτερούς σουγιάδες, τους οποίους ο ποιητής γυαλίζει με τον αφοπλιστικό και συναισθηματικά τεταμένο λόγο του.
Το ποιητικό υποκείμενο μοιάζει να αποτελεί το νεότευκτο μέλος της ανθρώπινης αγέλης, προσπαθώντας να κατανοήσει τον τρόπο που ζυμώνονται οι σχέσεις μεταξύ των μελών της. Την αγέλη χαρακτηρίζει η βία, στη βάση της οποίας τα μέλη αλληλοσπαράσσονται για να επιβιώσουν. Από τη μία έχουμε τους λύκους και από την άλλη τα πρόβατα. Και όλη η προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου έχει να κάνει με το να μην γίνει το ίδιο λύκος. Να παραμείνει πρόβατο, κι ας ξέρει ότι θα φαγωθεί. Το μόνο που το νοιάζει είναι να φαγωθεί με τρυφερότητα. Ο ποιητικός λόγος του Τζανάτου αποτελεί ένα κράμα μεταφοράς και κυριολεξίας, όπου οι συνδηλώσεις της μεταφοράς είναι τόσο σοκαριστικές ορισμένες φορές, που ξεπερνούν την τραχύτητα οποιασδήποτε κυριολεξίας.
Τον υπαρξιακό στοχασμό της ποίησης του Τζανάτου μουσκεύει η λύπη, το άνευ νοήματος που φορά το ποιητικό εγώ στην καθημερινότητά του και καθορίζεται από τη θνητότητα των αισθημάτων, από τη συναισθηματική κενότητα, από το ενδεχόμενο επιτυχίας μιας απέλπιδας προσπάθειας, από την επαναληψιμότητα της καθημερινής ρουτίνας, από τη ρηχότητα της κάθε προβλέψιμης συνθήκης που διαδέχεται η μία την άλλη, από το κοινωνικό δήγμα που προκαλεί τον φόβο και την καχυποψία. Όλα αυτά είναι γνώριμα στο ποιητικό εγώ. Έχει μάθει να τα ξεχωρίζει. Αυτό που κάθε φορά τον πιάνει απροετοίμαστο είναι το άγνωστο ή αγνωστικιστικό τού έρωτα. Ενός έρωτα ναρκωτικού που δεν εξαντλείται μονάχα σε ένα πρόσωπο. Αντίθετα, πρόκειται για έρωτα καθολικό για τη ζωή, τους ανθρώπους, τις αισθήσεις.
Κομβικό στην ποίηση του Τζανάτου αποτελεί το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση. Η ανάγκη της ποιητικής φωνής να αποδεχθεί τον εαυτό της, να τον φροντίσει, να τον γιάνει. Ενίοτε, η «μεσήλικη επανάσταση» της ποιητικής φωνής αποδίδεται σατιρικά, κυνικά, σε μια ύστατη προσπάθεια να κοπεί, επιτέλους, ο ομφάλιος λώρος με τα δεσμά του παρελθόντος, της παιδικότητας. Ο απογαλακτισμός από τους γονείς αποδεικνύεται πολύ πιο βίαιος απ’ ό,τι φαινόταν στην αρχή και η παιδικότητα terra incognita για τον «Άγνωστο» που μας απευθύνεται με ειλικρίνεια αλλά και πικρία. Ωστόσο, οι παιδικές αναμνήσεις αποδεικνύονται ικανή καύσιμη ύλη, που ζεσταίνει το ποιητικό εγώ κατά τους σφοδρούς χειμώνες της ενηλικίωσης, και λειτουργούν ως αντίβαρο στα παχιά στρώματα υποκρισίας της αγίας (ελληνικής) οικογένειας.
Το να ζεις τρέφοντας αισθήματα είναι πολύ οδυνηρό, σχεδόν αυτοκαταστροφικό. Ο φόβος θεριεύει και η απόγνωση μαίνεται. Κι ας προσπαθεί κανείς να τα κρύψει στις ραφές ενός κοστουμιού ή πίσω από ένα χαμόγελο απροσπέλαστο.
Κι ήρθε ο λύκος και μου είπε:
«Ξέρεις πόσο σε αγαπάω. Πιο κοντά σου κανείς ποτέ.
Άσε με να φάω το πόδι σου.
Θα ζήσω κι εγώ, θα ζήσεις κι εσύ.
Αλλιώς θα πεθάνουμε και οι δυο μας».
«Το ξέρω. Κι εγώ σε αγαπάω.
Αλλά μόνο το κεφάλι μού έχει μείνει.
Όλα τα άλλα σ’ τα έδωσα.
Αν φας και αυτό, δεν θα υπάρχω πια…»
Ο Τζανάτος, με τη φωνή του «Αγνώστου», αποφαίνεται ότι είναι προτιμότερο να πεθαίνεις από αδιαφορία παρά από αγάπη, να κλαις χωρίς λόγο σε μια βόλτα χωρίς προορισμό, να προσπαθείς να κάνεις τους άλλους να δουν το τίποτα που σε ορίζει. Κι όταν εκείνοι δεν το βλέπουν, γυρνάς σπίτι απελπισμένος που δεν μπόρεσες να δείξεις ποιος πραγματικά είσαι. Στα ποιήματά του ο ποιητής συχνά αυτοβιογραφείται όχι μόνο σε πρώτο αλλά και σε τρίτο πρόσωπο. Ίσως οι πιο οδυνηρές διαπιστώσεις να είναι αυτές σε τρίτο πρόσωπο, όπου το ποιητικό υποκείμενο, επιχειρώντας να διατηρήσει μια συναισθηματική ισορροπία στον λόγο, φωτίζει πλάγια τον εαυτό του.
Η βίαιη κοινωνική ώσμωση και η μοναξιά
Ιδιαίτερη μνεία οφείλεται στα ποιήματα που χαρτογραφούν την κοινωνική πραγματικότητα εν αντιθέσει με την υπαρξιακή ορφάνια του ποιητικού υποκειμένου. Έχουμε δηλαδή αφενός μια βίαιη κοινωνική ώσμωση και αφετέρου την κενότητα, τη μοναξιά, το τίποτα του μεμονωμένου ατόμου.
Υποταγμένοι τόσα χρόνια
στη θηριώδη πλευρά μας
γίναμε τα τέρατα
που μισήσαμε.
Τώρα δεν αντέχουμε τη ζωή –
παρά μόνο μετά θάνατον.
Μια μέρα αφηρημένοι
θα καταβροχθίσουμε τον εαυτό μας.
Και θα επέλθει δικαιοσύνη.
Επιτέλους.
Οι δομικές σχέσεις που συνέχουν τον ποιητικό λόγο δεν είναι μόνο αντιθετικές. Σχηματίζουν λογικούς συλλογισμούς από τους οποίους προκύπτουν εύλογα συμπεράσματα. Για παράδειγμα, «τα υψηλά ποσοστά άχρηστης αγάπης» αποδεικνύονται «βράχος εγωισμού» που καταπλακώνει όσους κατάπιαν τόσο πολλά συναισθήματα. Ή «εκεί που διαπράχθηκε έρωτας/ δεν βρέθηκαν ίχνη αγάπης», οπότε εύλογα «ο φάκελος κλείνει λόγω έλλειψης επαρκών στοιχείων πάθους». Είναι ιδιαίτερα προσφιλής στον Τζανάτο η ανοίκεια-μεταφορική χρήση τόσο της εκφραστικής δομής όσο και του λεξιλογίου που απαντώνται σε έξω-λογοτεχνικά κείμενα, όπως επίσης και τα λογοπαίγνια ή και η λεξιπλασία.
Η ορθογραφία των εννοιών
Γράφε το Μη με ύψιλον:
θέλει Μυ, θέλει μπράτσα η οριοθέτηση.
Το αγαπάω γράφε το, αγαφάω:
να ξέρει ο άλλος ότι θα φαγωθεί στο τέλος.
Το Θα, Θάλασσα:
για να μετράς με ναυτικά μίλια
όσα θα σου υποσχεθούν.
Προπάντων τα Όχι σου
να τα γράφεις με Ωμέγα:
να φαίνεται στο Ώχι,
το Ωχ που κουβαλάει
κάθε μας άρνηση.
Στον πυρήνα της.
Η σημειολογία της θεατρικής σύμβασης είναι παρούσα στην ποιητική γραφή του Τζανάτου. Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ο ίδιος σπούδασε θέατρο, εργάστηκε ως ηθοποιός και διακρίθηκε ως θεατρικός συγγραφέας. Μόνο που στην ποίηση η παράσταση είναι η ίδια η ζωή με τον ηθοποιό-ποιητή να προβάρει με ανείπωτο ψυχικό κόστος τον ρόλο του, που δεν είναι άλλος από το να παραμένει όρθιος στη σκηνή του βίου κοιτώντας με επίπονη αυτοσυγκέντρωση το άνευ νοήματος. Το τίποτα επιστρέφει ξανά και ξανά στα ποιήματα λαμβάνοντας σχεδόν μυθική διάσταση πέρα από την υπαρξιακή. Είναι το τίποτα που χαρακτηρίζει τον εαυτό, τις προσδοκίες, τις αγωνίες του, την παταγώδη αποτυχία του. Είναι το τίποτα που χαρακτηρίζει την άνευ νοήματος ζωή. Τη ζωή χωρίς φιλοδοξίες. Τη ζωή που συστρατεύεται με τους ηττημένους και τους απεγνωσμένους. Κι αυτό το τίποτα μοιάζει με μια θητεία στην αντοχή, την αντοχή του πόνου, της ματαίωσης, της απελπισίας. Μια θητεία που κάνει αβίωτη [τ]η βία του βίου.
Τρυφερότητα στο απάνθρωπο
Κι όμως, στη θητεία αυτή ο ποιητής μένει ακίνητος απέναντι στις απρέπειες που τον θέριζαν, μένει ακίνητος στο μακελειό του χαϊδεύοντας την αγριότητα, της οποίας τα δόντια τον ξέσκιζαν, δείχνοντας μεγάθυμη τρυφερότητα στο απάνθρωπο. Γιατί;
[…]
Για να μην καταλάβουν πόση σκληρότητα είχαν.
Μην τρελαθούν από το βάρος της ευθύνης τους.
Μη συνειδητοποιήσουν.
Ποιοι είναι.
Γιατί μετά θα ζητούσαν συγγνώμη.
Και εγώ θα τους συγχωρούσα.
Και δεν έπρεπε.
Έτσι θα τιμωρούνταν.
Να μείνουν αυτοί που είναι εσαεί:
τέρατα…
Τέτοια ποιήματα, σπαρακτικά στην αλήθεια τους, συναντάμε πολλά στη Βία του βίου. Συναντάμε, όμως, και ποιήματα σπαρακτικής ομορφιάς – μιας ομορφιάς που τη σπείρει η ίδια η βία. Η βία της απούλητης, της ανεκμετάλλευτης ζωής, της μοναξιάς, της πηχτής λύπης που εδρεύει στα εντός του ποιητικού υποκειμένου. Η προσδοκία, το αθώο αίτημα για έστω «μια μέρα ανέφελης λευκότητας», εκτοπίζεται από τη συνειδητότητα της ορφάνιας των συναισθημάτων, η οποία τα καθιστά αφερέγγυα και άπιστα. Ενόσω η πίστη, η εμπιστοσύνη δεν ακολουθούν μια λογική-ορθολογιστική πορεία. Αντιθέτως, κυοφορούνται στο άγνωστο, στο ανέλπιστο και το απρόβλεπτο ως ζωτικοί μηχανισμοί.
Σε κάθε περίπτωση, η σφοδρότητα της βίας του βίου αποτυπώνεται στο παρακάτω ποίημα με τον πιο συμπαγή, κατά τη γνώμη μας, τρόπο.
Έχω ένα περίστροφο κάτω από το μαξιλάρι μου.
Με κοίμιζαν με αυτό οι γονείς μου να μην κλαίω.
Δάγκωνα την κάννη του όταν έχανα την πιπίλα μου.
Πέρασα την εφηβεία μου με το δάχτυλο στη σκανδάλη του
να φοβούνται οι εφιάλτες μου, να παραμένουν όνειρα.
Έζησα χρόνια απειλώντας την πραγματικότητα:
Με συναντούσε στον δρόμο και με απέφευγε.
Μια μέρα πυροβόλησα στον αέρα
για να με τρομάξω και να ενηλικιωθώ.
Έπεσε με γδούπο η νύχτα γύρω μου:
Είχα σκοτώσει τον ουρανό – άθελά μου.
Κι ήμουν εγώ η τρύπα στο σώμα του.
Πείτε μου τώρα εσείς ποιον να καταγγείλω.
Παραφράζοντας λίγο τον ποιητή: έχετε αναρωτηθεί γιατί τα δάκρυα είναι αλμυρά; Γιατί φανερώνουν τη θάλασσα του πόνου που τα προκάλεσε. Αυτόν τον πολυεπίπεδο ψυχικό πόνο χαρτογραφεί -πάντα με τρυφερότητα- ο Τζανάτος, τεχνουργώντας ποιητικές μινιατούρες απαράμιλλης ομορφιάς.
Έχω κρυάδες.
Με τριγυρίζει ζωή, μάλλον.
Μην άρπαξα έρωτα φοβάμαι.
Αν κι έχω αντισώματα ερημιάς
Θερμομετρώ τη μοναξιά μου
Από παιδί.
Το «δρεπανηφόρο μέλλον» επιφυλάσσει πολλούς συναισθηματικούς ακρωτηριασμούς, το γκρέμισμα της ζωής ανελλιπώς συνεχίζεται, ο εαυτός γίνεται ασήκωτος, όταν παραιτείται, ο αυτοσαρκασμός προσφέρει πρόσκαιρο καταφύγιο από τις μπόρες του πόνου, η νοσταλγία ελλοχεύει επικίνδυνα μονοπάτια, η απόσταση εξωραΐζει, η συμφιλίωση με τον εαυτό αργεί, πολλές φορές είναι επίπλαστη, και, ενίοτε, τα «θέλω» γίνονται θηλιές. Η υπαρξιακή αγωνία καταντά ανεδαφική και ο φυσικός θάνατος είναι, ασφαλώς, προτιμητέος. Πρέπει να σημειωθεί αυτό. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη προτίμησης της αυτοχειρίας στην ποίηση του Τζανάτου. Αντιθέτως, ο ποιητής καταφάσκει στη ζωή και την κοιτάζει κατάματα χωρίς φόβο παρά με μια απύθμενη λύπη. Εντούτοις, η ζωή παραμένει μια διαρκής υπενθύμιση του θανάτου.
Θα μπορούσε κανείς να πει, διαβάζοντας τους παρακάτω στίχους, ότι το ποιητικό εγώ ηδονίζεται από τον πόνο, επιδιώκει τη θυματοποίησή του.
Όταν με σκουντάνε λέω
«συγγνώμη».
Μια μέρα θα με σωριάσει κάτω κάποιος και θα πω
«ευχαριστώ».
Μια τέτοια ανάγνωση όμως θα ήταν πολύ επιφανειακή, αφού η πεμπτουσία αυτών των στίχων κρύβεται σε όσα δεν δηλώνονται ευθέως. Πράγματι, η ποιητική φωνή κατάσαρκα φορά τον ρόλο του θύματος, γιατί σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να φανταστεί τον εαυτό της στον ρόλο του θύτη. Αποδέχεται το γκρέμισμα, το τσαλάκωμα, την προσβολή, την κάθε είδους μορφή ή αδικία με μόνο αίτημα να διατηρήσει την τρυφερότητά της, να διαφυλάξει αυτό το τίποτα που την ορίζει, να της επιτραπεί να κρατήσει όσα γράφουν οι σιωπές της. Αυτό που νοιάζει τον ποιητή είναι να κρατήσει το δικαίωμά του στο όνειρο που δεν οριοθετείται και στο κλάμα που εξαγνίζει, διατυπώνοντας πολλές φορές την πικρία του με ένα είδος μαύρου χιούμορ και αυτοσαρκασμού:
Η μόνη χαρά που συνάντησα στη ζωή μου
ήταν το ζαχαροπλαστείο Χαρά
στα Πατήσια.
Μέσα, λοιπόν, στην απόλυτη ακινησία της ανησυχητικά ήσυχης ζωής ο ποιητής μπορεί να είναι, μπορεί να υπάρχει καταργώντας κάθε έννοια ή απόδειξη δυϊσμού, αποδεικνύοντας περίτρανα τη βιωτή της μοναξιάς σε μια πραγματικότητα βαρυφορτωμένη από περιττά φτιασίδια. Και αυτό το μονήρες ον νομιμοποιείται να μιλά για την αλήθεια του διώχνοντας από πάνω του τα καρκινικά κύτταρα που του φόρτωσε η κοινωνία που τον γαλούχησε. Γι’ αυτό στο παραμύθι της ζωής επιλέγει συνειδητά να παραμείνει πρόβατο και να μη γίνει λύκος.
Είναι πολλά εκείνα που μπορεί κανείς να πει, να γράψει και, κυρίως, να σκεφτεί διαβάζοντας τη Βία του βίου. Σίγουρα, πρόκειται για μια εξαιρετική ποίηση, που δεν έχει αναγνωριστεί όσο της πρέπει. Για μια σκληρά τρυφερή γραφή που με την αψάδα της λιπαίνει τα επαπειλούμενα από ξηρασία αισθήματα. Αυτό που κατορθώνει ο ποιητής είναι να κοιτάξει την άγρια ζωή βαθιά στα θυμωμένα μάτια της και, εντέλει, να είναι εκείνη που θα τον φοβηθεί και θα υπαναχωρήσει.
*Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ είναι φιλόλογος και ποιητής. Πιο πρόσφατο βιβλίο του, η ποιητική συλλογή Υπό καθεστώς ομηρίας (εκδόσεις Μετρονόμος, 2025).
Δυο λόγια για τον ποιητή
Ο Τσιμάρας Τζανάτος (1960-2022) γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζούσε στην Αθήνα. Σπούδασε Σκηνοθεσία Κινηματογράφου, Θέατρο και Ιστορία της Τέχνης. Δούλεψε αρχικά σαν ηθοποιός στο θέατρο, την τηλεόραση, τον κινηματογράφο και το ραδιόφωνο. Από τα μέσα του ΄90 αποσύρθηκε, για να επιστρέψει το 2013 επί σκηνής, στηρίζοντας το σύγχρονο ελληνικό θεατρικό έργο και σε ειδικές συνεργασίες σε έργα ρεπερτορίου.

Ως θεατρικός συγγραφέας εμφανίστηκε το 2004 με το κείμενο «Έξοδος» στο έργο «Ονείρου οδύσσεια». Το 2018 ανέβηκε στο θέατρο Φούρνος ως πλήρης παράσταση το θεατρικό «Δεσποινίς Δυστυχία» σε σκηνοθεσία Χρύσας Καψούλη, και τιμήθηκε με το Βραβείο «Κάρολος Κουν» 2018 Δραματουργίας Ελληνικού Έργου, ενώ συμπεριελήφθη με τον τιτλο «Signorina Infelicita» στον τόμο Ανθολογία Σύγχρονων Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Θεάτρου της Νάπολης 2019.
Ο Τσιμάρας Τζανάτος έφυγε από τη ζωή το 2022.
























