
Για την ποιητική συλλογή της Ζέφης Δαράκη «Accordion» (εκδ. Ύψιλον). Κεντρική εικόνα: Πίνακας του Ron Fasand «Γυναίκα με ακορντεόν» (1840).
Γράφει η Άλκηστις Σουλογιάννη
Όσοι ακολουθούμε συστηματικά ή έστω περιστασιακά τη Ζέφη Δαράκη στη μακρά δημιουργική διαδρομή της, έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθούμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την ανάπτυξη ενός πρωτότυπου κειμενικού σύμπαντος ως σταθερή και συνεπή εφαρμογή προσωπικών διαδικασιών σε ό,τι αφορά την πρόσληψη της (λεγόμενης) αντικειμενικής πραγματικότητας.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες αξιοποιήσαμε, κατά την ατομική ή συντροφική, πάντως δημιουργική ανάγνωση, ως «συναισθηματικούς οδοδείκτες» (για να παραπέμψω και στον Ρίχαρντ Βάγκνερ, τώρα στο Φεστιβάλ του Μπάιροϊτ) επιλογές σε μια συγχρονική διάσταση από συγκεντρωτικές εκδόσεις έργων της Ζέφης Δαράκη υπό τους τίτλους Ποίηση 1971-1992. Εκλογή (έκδ. 1999) και Τα ποιήματα 1967-1982 (έκδ. 2008), και περαιτέρω από ποιητικές συλλογές, όπως: Σε ονομάζω θα πει σε χάνω (2008), Η σπηλιά με τα βεγγαλικά (2014), κυρίως από την εμβληματική συλλογή Το χαμένο ποίημα (2018).
Στο πλαίσιο αυτό εντοπίσαμε θεματικές και υφολογικές ισοτοπίες που προσδιορίζουν την ποιότητα της λογοτεχνικής παραγωγής της Ζέφης Δαράκη, όπως αναγνωρίζουμε τώρα στη νέα (προς ώρας) ποιητική συλλογή της υπό τον παραστατικό όσο και συνδηλωτικό τίτλο Accordion.
Η διαδοχή των ποιημάτων της συλλογής αποδίδει ένα ευρύ πεδίο ευρηματικής διαχείρισης εννοιών, όπως είναι η ύπαρξη και η μη ύπαρξη (το «μη περαιτέρω» από Το χαμένο ποίημα), ο διαρκής διάλογος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, η κοίτη ροής του γενικού και του προσωπικού χρόνου όπως ορίζει αυτήν ο έρως και ο θάνατος, με το συνακόλουθο φορτίο όσων διασώζει η μνήμη και όσων έχουν αποθησαυρισθεί στις σκοτεινές και υπό όρους προσεγγίσιμες περιοχές της λήθης, περαιτέρω: τα προϊόντα των αισθήσεων και το περιεχόμενο των συναισθημάτων, τα όνειρα και η φαντασία ως παραμυθητικά ισοδύναμα της αντικειμενικής πραγματικότητας, η αγάπη και ο έρως, η μοναξιά ως περίκλειστος τόπος, το φως και το σκότος ή το φως και οι σκιές, το σώμα και το περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου, η νεότης και το γήρας, η αλήθεια και το ψεύδος, ο λόγος και η πλήρης σημασιών σιωπή, η διαπροσωπική επικοινωνία, η παρουσία και η απουσία ή η απουσία ωσεί παρουσία, η ματαιότης και η ματαιοδοξία, η ομορφιά στα πρόσωπα και στη φύση (γη και ουρανός), η λύπη και η αναπόληση, η θλίψη και ο πόνος, η ενοχή και ο φόβος, η τέχνη.
Ακόμα: το λεκτό και το άλεκτο, το ανείπωτο, το απροσδόκητο, το ανήκουστο, το ανεκπλήρωτο, το ανοίκειο, το έκθαμβο, το ανεκμυστήρευτο, το άναυδο, το ορατό και το αόρατο, το υλικό και το άυλο (κατά την ευρηματική χρήση του ουδετέρου από τη Ζέφη Δαράκη).
Η διαδοχή των ποιημάτων της συλλογής αποδίδει ένα ευρύ πεδίο ευρηματικής διαχείρισης εννοιών, όπως είναι η ύπαρξη και η μη ύπαρξη, ο διαρκής διάλογος ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, η κοίτη ροής του γενικού και του προσωπικού χρόνου όπως ορίζει αυτήν ο έρως και ο θάνατος...
Η συχνά συνδυαστική (ενίοτε αντιθετική) διαχείριση αυτών των εννοιών προσδιορίζει την οργάνωση των γραμματικών εικόνων σε μια εκτενή πινακοθήκη με πορτρέτα και με αυτοπροσωπογραφίες, με τοπιογραφίες και με νεκρές φύσεις, με συνθέσεις για το κιαροσκούρο, όπου αποδίδεται με παραστατικό και συνδηλωτικό τρόπο η εσωτερική πραγματικότητα ως πρόσληψη, μετάλλαξη, αναίρεση του εξωτερικού κόσμου. Εδώ εντάσσονται και μορφές της ύλης που διασώζουν όσα ανήκουν στις περιοχές της άυλης πραγματικότητας (συμπεριλαμβανομένων των ονείρων, της φαντασίας, του θανάτου).
Καθώς ακολουθούμε τη μακρά σειρά των ποιημάτων της συλλογής, οργανωμένων σε τρεις ενότητες υπό τους ιδιαίτερους τίτλους «Accordion» (που έχει προληπτικά αναβαθμισθεί σε τίτλο της συλλογής), «Δεν ψιθυρίζεται ο Άγγελος», «Πέρα από κάθε αναπαράσταση», συναντούμε κείμενα περισσότερο ή λιγότερο εκτενή με διακεκριμένους στίχους ποικίλης έκτασης ή με συνεχή ροή, σε ποικίλες μορφές σύνθεσης (όπου και μορφή επιγράμματος), ενισχυμένες με ιδιαίτερους ρυθμικούς παράγοντες, όπως είναι το μήκος των λέξεων και η θέση του τόνου με τον συνακόλουθο επιτονισμό του κειμένου, το φαινόμενο της επανάληψης και το ασύνδετο σχήμα, ποικίλες επίσης παρηχήσεις.
Συναντούμε ειδικότερα και τη μορφή κειμένου, το οποίο σε ένα πρώτο επίπεδο ανάγνωσης μοιάζει να είναι «κλειστό» στην κοινή προσέγγιση. Με την ανίχνευση πληροφοριών στη σημασιολογική διαστρωμάτωση των γραμματικών εικόνων καθίσταται δυνατή η επίσκεψη στο εσωτερικό του κειμένου αυτού, στο πλαίσιο της δημιουργικής ανάγνωσης.
Κυρίως εντοπίζουμε εκδοχές παραστατικής απόδοσης για το σώμα της λογοτεχνικής γραφής, όπως ορίζεται κατά τη διαδοχή των στροφών με το δομικό σχήμα: κείμενο – σειρά αποσιωπητικών – κείμενο.
Με τον τρόπο αυτόν, το ποίημα φαίνεται να αποκαλύπτει, να αποκρύπτει σιωπώντας, και πάλι να αποκαλύπτει, ή αλλιώς: να ανοίγεται στη δημιουργική πρόσληψη, να κλείνει, και πάλι να ανοίγεται, κατά τον δημιουργικό διάλογο της ρητής αποτύπωσης σημαινομένων στην επιφάνεια του κειμένου με τη βαθειά σημασιολογική διαστρωμάτωση.
Στη διαδικασία αυτή είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε παραστατική απόδοση της σχέσης ανάμεσα στον εκφερόμενο λόγο και στην πλήρη σημασιών σιωπή, και επομένως να οδηγηθούμε στις λεπτομέρειες που συνθέτουν το σημασιολογικό και συνδηλωτικό ισοδύναμο του τίτλου της ποιητικής συλλογής Accordion ως συνόλου.
Το υλικό της συλλογής διεκπεραιώνει (και πάλι) λόγος βιωματικός, παραστατικός, συνδηλωτικός, πλήρης συναισθήματος, αφοριστικός, με αμεσότητα προφορικής επικοινωνίας και με οικονομία αφηγηματικότητας, η οποία προσδίδει στην ποιητική συλλογή μια ενδιαφέρουσα μορφή ενιαίου δημιουργικού λόγου, και πάντως λόγου οικείου από τις επισκέψεις μας στο ποιητικό σύμπαν της Ζέφης Δαράκη.
Το υλικό της συλλογής διεκπεραιώνει (και πάλι) λόγος βιωματικός, παραστατικός, συνδηλωτικός, πλήρης συναισθήματος, αφοριστικός, με αμεσότητα προφορικής επικοινωνίας και με οικονομία αφηγηματικότητας...
Μέσα στο γενικό αυτό υφολογικό κλίμα εντοπίζουμε την ευρηματική και συχνά αποκλίνουσα από την κοινή χρήση αξιοποίηση του φαινομένου της μεταφοράς (όπου και προσωποποίηση αφηρημένων εννοιών) ως κυρίαρχου μηχανισμού για τη σύνθεση γραμματικών εικόνων. Με αυτή την προϋπόθεση, έχει ενδιαφέρον να επιμείνουμε σε αποσπάσματα από κείμενα της συλλογής, ανεξάρτητα από περιβάλλοντα συμφραζομένων, όπως:
«στο διπλανό μισάνοιχτο παράθυρο/ στο διπλανό μισάνοιχτο σκοτάδι»,
«σπάει τον παράτολμο κλώνο μιας μνήμης»,
«το σκοτάδι τον σκεπάζει/ για ν’ αστράφτει ο θάνατος»,
«να μ’ εγκαταλείψει στην έρημο μιας αναπόλησης»,
«Πατούσα με δύναμη/ στο κάτοπτρο του ονείρου»,
«τα γεγονότα περιεργάζονται ήσυχα το χρόνο/ σαν θάνατο λησμονημένο»,
«Αγγίζοντας το βαρύ ρόπτρο της αναπόλησης»,
«στο ξερακιανό σώμα της ανάμνησης»,
«Φορώντας εκείνη την κάπα από λεπτότατο χιόνι προσεγγίσεων/ με την κόμη των χρόνων/ να χαϊδεύει κάτω τα χαλίκια»,
«γέρνουν επάνω του οι σκαλωσιές του χρόνου»,
«Ο ουρανός ανοιγόκλεινε με πάταγο ξεχασμένης πόρτας»,
«Μεγάλα τα μάτια μοναξιάς/ ανοιγμένα επάνω μου»,
«αυτό που έχει τώρα σημασία/ είναι το υψηλόφρον πείσμα του θανάτου»,
«Στους ώμους της παραπατούσε το φεγγάρι έτσι όπως/ ανοίγαν βεντάλιες του ανέμου γύρω της τα δέντρα».
Ενώ εντοπίζουμε και συντάγματα, όπως: «το κοιμητήριο κύμα», «το ενύπνιο πιάνο», «ενύπνιο παλτό», «μια ερημιά καμπάνα», «το αγριολούλουδο απόγευμα».
Σε ομόλογο υφολογικό κλίμα αναγνωρίζουμε την αφοριστική διατύπωση, όπως:
«Τι είναι αυτά/ τα χνάρια των βημάτων που προπορεύονται/ τίνος είναι/ Ή τίνος ήταν/ που ποτέ δεν υπήρξε/ και χάθηκε πίσω απ’ τ’ αχνάρια/ ενός αόρατου βηματισμού»,
« – Μα τι θα πει αιωνιότητα;… τη ρωτούσαν/ – Όταν ένα παιδί χάνει το βηματισμό του … και ξαφνικά/ τον ξαναβρίσκει»,
«η ερημιά είναι πολύ παλιό γλυπτό»,
«μην εναγκαλιστείτε ποτέ έναν Άγγελο/ θα μείνει καρφωμένος στο σώμα σας/ σαν πεταλούδα»,
«Οι Άγγελοι είναι επιφωνήματα/ ενός στιγμιαίου θαύματος»,
«Ο χρόνος μια σχισμή μες στο δωμάτιο σκαμμένο απ’ τις ρυτίδες των ημερών».
Παράλληλα, στην ανά χείρας ποιητική συλλογή αναγνωρίζουμε ενδιαφέροντα τεκμήρια μεταγλωσσικότητας που προσδιορίζουν τον πρωτότυπο χαρακτήρα των κειμένων. Εντοπίζουμε γλωσσικά στοιχεία αξιοποιούμενα σαν δομικά υλικά στην οργάνωση ποιημάτων, ανεξάρτητα από την κοινή χρήση της γλώσσας ως οχήματος για τη διεκπεραίωση πληροφοριών. Π χ.:
«τα χαλάσματα λόγια/ που παρακολουθούν/ τους γκρεμούς των γεγονότων»,
«Παράλυτες λέξεις/ δεν αναγνωρίζουν πια τους νεκρούς τους»,
«Λέξη, που χάθηκες στα θραύσματα/ του προσώπου μου»,
«Κάθε τόσο θα σε περιμένει/ στα σπασμένα σκαλοπάτια της νιότης/ να σου θυμίζει τι εσήμαινε εκείνο το υπερυψωμένο όχι,/ το επίμονο ναι»,
«τα παλιά κοιμητήρια των λέξεων/ έρχονται αργά με το φεγγάρι»,
«Μακριά από αγριεμένες λέξεις ικριώματα»,
«Ανάμεσα στα πετρώματα των λέξεων»,
«σαν παλιά οργανέτα οι λέξεις, μην/ ονειρεύεσαι, σώμα μου, ψιθύριζαν».
Κυρίως εντοπίζουμε τεκμήρια για την αυτοαναφορικότητα της λογοτεχνικής γραφής σύμφωνα με την αντίληψη και τις επιλογές της Ζέφης Δαράκη, στο πλαίσιο και μιας συχνά αφοριστικής διατύπωσης. Π.χ.:
«Έτσι που να πεθαίνει και το ποίημα γιατί/ εσύ δεν ήσουν αληθινός στίχος, παραληρούσε/ […]/ Και τα έλεγε αυτά, τη στιγμή ακριβώς που/ οι λέξεις είχαν κιόλας ξεψυχήσει ήσυχα/ […]/ Πώς όμως έμεινα με την εντύπωση ότι/ εκείνος ο καθυβρισθείς στίχος παραμιλούσε… Άσε,/ μουρμούριζε, τι κατορθώνει το ποίημα τι δεν κατορθώνει»,
«τώρα περιφέρεται ανάμεσα στη νοσταλγία/ και στην ανάμνηση/ σαν ποίημα εξαπτέρυγο»,
«Τώρα μπορούσε επιτέλους να μιλήσει για το ποίημα/ τώρα που είχαν διανύσει μαζί τα πιο κρυφά περάσματα της λύπης/ […] γιατί/ το ποίημα ήταν το ερώτημα του ερωτήματος»,
«Ένα ποίημα διορθωμένο από πάνω σχεδόν μισοσβησμένο και ξαναγραμμένο όπου όλα τα μη λεχθέντα πρέπει να ειπωθούν αμέσως τώρα»,
«Γιατί μονολογούσε άγραφα ποιήματα/ που απόδιωχναν ασθμαίνοντας/ την ασφυξία της γραφής»,
«Το ξέρω ανέκαθεν υπήρξα άγνωστή σας σε άγνωστο σώμα πλέω/ Και το έρμαιο ποίημα ως έρμαιο του έρωτα και ως παρηγορία»,
«το θυμόταν το θαυμάσιο ποίημα με την αταίριαστη λέξη/ στο βάθος του νοήματος»,
«Βρέχει στο ποίημα/ φαντάσματα ποιήματα βαθαίνουν τα νερά του χρόνου/ […]/ Βρέχει στο ποίημα,/ στα τυφλωμένα δάχτυλα της γραφής η ρωγμή»,
«Και το ότι εγώ περπατώντας εις το ποίημα όταν/ το ποίημα ψιθυρίζει τον εαυτό του έξω απ’ το πραγματικό»,
«Όμως υπάρχει πάντα ο παράδεισος των άγραφων ποιημάτων/ των σβησμένων λέξεων ο παράδεισος/ […]/ ο παράδεισος των ημιτελών ψιθυρισμένων στίχων/ […]/ με τα κρημνώδη αποσπάσματα ματαιωμένων ποιημάτων»,
«Και μπορεί ν’ ακούγεται μόνο του ένα ποίημα κι ας/ μη βγάζει κανείς πάντα νόημα από το μαγεμένο/ Ή μπορεί να παίζει μόνο του ένα ακορντεόν».
Στο τελευταίο αυτό απόσπασμα, στο τέλος του τελευταίου ποιήματος ως εμβληματική στέψη στη θεματική και υφολογική ανάπτυξη της ποιητικής συλλογής στο σύνολό της, αναγνωρίζουμε στοιχείο αυτοαναφορικότητας για το συγκεκριμένο έργο της Ζέφης Δαράκη με μια πνευματώδη «υπόδειξη» ως προς τους όρους πρόσληψης του τίτλου Accordion.
Εδώ βρίσκουμε μια ωραία ευκαιρία να θυμηθούμε την ομόλογη διαδικασία σε ό,τι αφορά την οργάνωση και τον τίτλο της ποιητικής συλλογής Το χαμένο ποίημα, η οποία αποτελεί στο σύνολό της τεκμήριο αυτοαναφορικότητας της λογοτεχνικής γραφής με στοιχεία προθετικότητας σχετικά με τις επιλογές της Ζέφης Δαράκη (το ποίημα, ως συνεκδοχική αναφορά στην εν γένει δημιουργική έκφραση, διαδηλώνει την ανεξαρτησία του παύοντας να αποτελεί κτήμα του δημιουργού του και οφείλει να επιδείξει την ισχύ του στο πλαίσιο των κανόνων της πολιτισμικής αγοράς, πράγμα όμως που αποδεικνύει και την ισχύ του δημιουργού ως εσωτερικού και κοινωνικού ανθρώπου, και έτσι διασώζεται η εντέλει άρρηκτη σωματική σχέση του δημιουργού με το ποίημα).
Επανέρχομαι στην ανά χείρας ποιητική συλλογή Accordion, στην οργάνωση της οποίας η Ζέφη Δαράκη ακριβώς προς ενίσχυση των σημαινομένων εμπλέκει και προσωπεία ενίοτε σε παραλλαγές, κατά ρητή αναφορά ή συναγόμενα από τα συμφραζόμενα σε συνάρτηση και προς διακειμενικά στοιχεία (ο Άγγελος, η Μαρία, η Ιουλιέτα, αλλά και τα συνδηλούμενα από τον Κήπο των Ελαιών ή από τοπίο της Σταύρωσης), ως σωματοποιημένα άυλα στοιχεία γραμματικών εικόνων και ως παραστατικούς διαύλους για τη διέλευση υλικού από το περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου.
Εξάλλου, εντοπίζουμε τοπόσημο που ορίζεται ως «η Όνειρος», λέξη-νεολογισμός κατά την αντίληψη της Ζέφης Δαράκη και δίοδος επικοινωνίας ανάμεσα στις ποιητικές συλλογές Το χαμένο ποίημα («εμένα με περικυκλώνει η Όνειρος/ ενός μυστικού θεάματος/ με ξετυλίγει ο κήπος με τα εγκαύματα/ […]/ ξέφωτα βλεμμάτων παρακολουθούν/ […] ενώ εγώ/ μόνο να σωπαίνω μπορώ») και Accordion («Όταν φτερουγίζοντας το μεγάλο ασπρόμαυρο παρόν/ πετάει τους επιδέσμους του,/ ξαναγίνεται η Όνειρος, μια άγνωστη κωμόπολη δίπλα/ στη θάλασσα»), με σαφή καταγωγή από το πεζογραφικό έργο της Δαράκη υπό τον τίτλο ακριβώς Η Όνειρος (1990), όπου έχουμε παραστατική απόδοση σημαινομένων για μια «δροσερή κωμόπολη κατάφυτη από ελιές, ροδοδάφνες και σκιερές κληματαριές».
Αυτά τα δεδομένα (και όσα άλλα ομοειδή) προσφέρουν ευκαιρίες για ελεύθερες περιηγήσεις ανάμεσα σε σημασιολογικά και αισθητικά πεδία, όπως αυτά αποτυπώνονται στον κειμενικό κόσμο της ανά χείρας ποιητικής συλλογής.
Παράλληλα, ο επίμονος αναγνώστης ανακαλύπτει λεπτομέρειες από τις διαρκείς διεργασίες ενός παραγωγικού εργαστηρίου δημιουργικής γραφής, και δέχεται «προσκλήσεις» για αναδρομικές επισκέψεις σε προηγούμενες χωροχρονικές περιόδους του κειμενικού σύμπαντος της Ζέφης Δαράκη.
* Η ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ είναι διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και κριτικός βιβλίου. Τελευταίο της βιβλίο, η μελέτη «Ο δημιουργικός λόγος του Γιώργου Χειμωνά» (εκδ. Παρατηρητής).
Αποσπάσματα από την ποιητική συλλογή
Τα χέρια που κρατήσαν τα δικά μου
δεν έχουν φύγει βγάλαν φτερά
και αναβλύζουν σώμα
από εκείνη την παλιά πηγή
των ακατάπαυστων εξομολογήσεων
Και η πραγματικότητα
επειδή υπάρχει για να γίνεται αόρατη
ψιθυρίζει τις εξομολογήσεις του σώματος
(από την ενότητα «Accordion»)
Κλαίει αναίτια
επειδή το αναίτιο δε χρήζει παρηγορίας,
οδηγεί σε σιωπηλές διαβάσεις
δε μαρτυράει τα σημεία η θλίψη
Αφήνει ανοιχτό το ντεκολτέ των δακρύων της
(από την ενότητα «Δεν ψιθυρίζεται ο Άγγελος»)
Μυστηριώδεις δρόμους ακολουθούν οι ουρανοί
[…]
Γι’ αυτό ριγούν ενίοτε τα αγάλματα
Κι απρόβλεπτα καταφεύγουμε πάντα σε κάτι
αόριστα παρηγορητικό μέσα μας – εκεί πάντα
καταφεύγουμε, υπέρμαχοι του μη πραγματικού
πέρα από κάθε αναπαράσταση
Γιατί
αναπαρίσταται το ανείπωτο;
(από την ενότητα «Πέρα από κάθε αναπαράσταση»)
























