
Για την ποιητική συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου «Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος» (εκδ. Σμίλη). Εικόνα: Ο πίνακας του Ρενέ Μαγκρίτ «Η αναπαραγωγή απαγορεύεται».
Γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, όταν το 2022 καταθέτει τη συλλογή του Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος, έχει ήδη όχι μόνο ένα εκτεταμένο ποιητικό έργο με διακριτό στίγμα, αλλά και μια ιδιαίτερη θέση στο λογοτεχνικό πεδίο το οποίο γνωρίζει καλά. Αν και είναι σκόπιμο να τοποθετηθεί η συλλογή του στο σύνολο της ποιητικής του παρουσίας, για λόγους οικονομίας θα αναφέρω μόνο ότι σαφώς και οι πυρήνες της είναι συγγενείς με άλλων ποιητικών βιβλίων του και μάλιστα με την ιδιαίτερη τετραλογία του.
Ένα σχήμα κύκλου κλείνει τα είκοσι δύο ποιήματα του βιβλίου. Η συλλογή ξεκινά με την παραδοχή μιας αναγκαιότητας, η οποία ανοίγει και κλείνει το πρώτο ποίημα με τους επαναλαμβανόμενους στίχους «Έτσι ξεκίνησε / Μπορεί και να έπρεπε», και τελειώνει μετατοπίζοντας αυτή την αμφιβολία σε βεβαιότητα: «Έτσι θα τελειώσει // Τελειώνει / Τελείωσε // Τέλος». Ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα αναπτύσσεται ένας μακρύς ποιητικός μονόλογος που δεν προχωρεί γραμμικά. Επιστρέφει, ανακυκλώνει εικόνες, λέξεις και τραύματα, σαν να ελέγχει διαρκώς αν η γλώσσα μπορεί πράγματι να συγκρατήσει ό,τι έχει ήδη χαθεί, αν η ποίηση μπορεί να το φέρει στην επιφάνεια.
Το πρώτο ποίημα με τα ερωτήματά του ορίζει το πεδίο της συλλογής και τη συνδέει με σταθερές του έργου του Σταυρόπουλου. Η φωνή απευθύνεται στην/στον αναγνώστρια/στη, στρέφεται ταυτόχρονα προς τον εαυτό της, ενώ ως ιδιαίτερος αποδέκτης προβάλλει ένα σαφώς γυναικείο και απόν «εσύ». Η απεύθυνση αυτή δεν είναι απλό ρητορικό τέχνασμα, αλλά αποκτά κεντρική θέση στη διαμόρφωση της ρητορικής του βιβλίου όσο και των νοηματικών του φορτίων. Όπως έχει δείξει ο Jonathan Culler για τη λυρική προσφώνηση, το ποίημα δεν είναι μόνο αναπαράσταση μιας προϋπάρχουσας εμπειρίας, αλλά πράξη που επιχειρεί να συμβεί στο παρόν της εκφοράς. Εδώ η επίμονη προσφώνηση κάνει την απουσία ενεργή και εγκαθιστά τον απόντα άλλο μέσα στον χρόνο του ποιήματος, σε ένα παρόν που καθιστά το ποίημα συμβάν.
Πού τελειώνει ο άνθρωπος και πού αρχίζει το έργο;
Το μότο, «Στους ανθρώπους που έμειναν εδώ / Αλλά και στους χιλιάδες / Που έφυγαν», δίνει εξαρχής μια διπλή κατεύθυνση. Από τη μια βρίσκεται η επικοινωνία με όσους μένουν, μια αναγνωστική ηθική του διαμοιρασμού στην οποία καλούνται οι αναγνώστριες/στες. Από την άλλη, η μνήμη λειτουργεί ως πράξη προς τους απόντες. Γι’ αυτό και η συλλογή μπορεί να διαβαστεί ως ιδιότυπη ελεγεία χωρίς καταληκτική παρηγορία. Η σύγχρονη ελεγεία, όπως την περιγράφει ο Jahan Ramazani, συχνά αντιστέκεται στην αποκατάσταση της απώλειας και διατηρεί ανοιχτό το ζήτημα αντί να το εξουδετερώνει μέσω του ποιητικού λόγου. Θεωρώ ότι εδώ ισχύει κάτι ανάλογο αν αναλογιστούμε πώς επιχειρείται η θεραπεία της απώλειας. Μεταφέρεται από ποίημα σε ποίημα, αλλάζει μορφές και τελικά γίνεται ο τρόπος με τον οποίο το ποιητικό υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον κόσμο.
Έργο και άνθρωπος, συμβάν και ποίημα συμπλέκονται μέχρι τα όριά τους. «Κι έπειτα μου είπαν / Ότι θα έπρεπε να είμαι το έργο / Να συνεχίσω να είμαι το έργο».
Οι διαρκείς αναφορές στη λογοτεχνία είναι γι’ αυτό ουσιώδεις. Βιβλία, σελίδες, εκδότες, βιβλιοπωλεία, αναγνώστες, συγγραφείς και ονόματα δημιουργών δεν λειτουργούν ως πολιτισμικές παραπομπές για επίδειξη. Συνθέτουν έναν ιστό που συγκρατεί την ποιητική φωνή από τη διάλυση. «Γιατί πεθαίνουν τόσο γρήγορα τα βιβλία / Χωρίς θεατές», «Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο / Όπως συνήθως γίνεται στη λογοτεχνία», «Το ένα κομμάτι σου / Μοιράστηκε στα βιβλιοπωλεία». Έργο και άνθρωπος, συμβάν και ποίημα συμπλέκονται μέχρι τα όριά τους. «Κι έπειτα μου είπαν / Ότι θα έπρεπε να είμαι το έργο / Να συνεχίσω να είμαι το έργο». Η φράση αυτή συμπυκνώνει ένα από τα κρίσιμα ερωτήματα της συλλογής: πού τελειώνει ο άνθρωπος και πού αρχίζει το έργο; Η γραφή δεν αναπαριστά απλώς την απώλεια αλλά γίνεται το ίχνος της. Στον Blanchot η λογοτεχνία συνδέεται ακριβώς με αυτή την αδύνατη σχέση προς την απουσία. Η γραφή δεν επαναφέρει ό,τι λείπει. Καθιστά αισθητή την απουσία του, την κάνει να επιμένει μέσα στη γλώσσα.
Η λογοτεχνία γίνεται ταυτόχρονα καταφύγιο και πεδίο αμφισβήτησης, αφού φαίνεται ότι τίθεται επανειλημμένα το ερώτημα αν η μεταποίηση του βιώματος σε βιβλίο σώζει κάτι ή απλώς οργανώνει διαφορετικά την απώλεια. Η λέξη «θεατές», στη θέση των αναγνωστών, προσδίδει στη γραφή σκηνική υπόσταση.
Εδώ έχει σημασία και η μορφή. Ο στίχος του Σταυρόπουλου συχνά διασκελίζεται, εκτείνεται και κάποτε πλησιάζει την πεζολογική φράση, χωρίς να γίνεται πεζολογικός και χωρίς να χάνει τη ρυθμικότητά του. Ο ρυθμός παράγεται λιγότερο από σταθερό μέτρο και περισσότερο από επαναλήψεις, αναφορές, συντακτικές επανεκκινήσεις και από τη θέση λέξεων που αποκτούν βάρος επειδή απομονώνονται. Η αστιξία εντείνει την αίσθηση μιας συνεχούς ροής λόγου, ενώ ο διασκελισμός ενεργεί αντίρροπα, θρυμματίζει τον λόγο, μεταθέτει το νόημα από στίχο σε στίχο και δημιουργεί μικρές ανακοπές. Έτσι, το φαινομενικά αυθόρμητο είναι στην πραγματικότητα επεξεργασμένο. Καθώς δε η φωνή βιώνει και συγχρόνως παρατηρεί τον εαυτό της να βιώνει, η απόσταση απομακρύνει τη συλλογή από μια απλή εξομολογητική γραφή.
Η γυναίκα
Στο σημείο αυτό η γυναίκα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Απούσα, παραμένει ο κορμός του βιβλίου και ένα σταθερό σημείο στην ποιητική του Σταυρόπουλου. «Μην κινείσαι άλλο / Μη / Θέλω μόνο να σε κοιτάζω», γράφει η ποιητική φωνή, ζητώντας από το γυναικείο σώμα να μείνει ακίνητο, σχεδόν σαν εικόνα που θα μπορέσει επιτέλους να συγκρατηθεί. Οι επαναλαμβανόμενες αναφορές στη λογοτεχνία επιτρέπουν την ταύτιση γυναίκας και λογοτεχνίας. Όπως ο ίδιος ο ποιητής το σκέφτεται η απεύθυνση μετακινείται ανάμεσα στη γυναίκα, τη λογοτεχνία και την εποχή. Το «Μείνε ακίνητη» γίνεται έτσι και αίτημα προς τη λέξη/ποίηση να πάψει να διαφεύγει, προς το νόημα να σταθεροποιηθεί.
Η γυναίκα γίνεται σημείο αναφοράς, αλλά και επιφάνεια πάνω στην οποία γράφεται το πένθος του άνδρα. Αυτή η αντίφαση δεν ακυρώνει την ένταση των ποιημάτων, αλλά αποκαλύπτει ένα από τα πιο παραγωγικά και συγχρόνως υπό συζήτηση σημεία τους.
Εδώ βλέπουμε το male gaze μάλλον ως μια έμφυλη οικονομία του βλέμματος. Η γυναίκα αναβαθμίζεται συμβολικά σε κόσμο, λογοτεχνία, ζωή, αλλά ακριβώς αυτή η εξύψωση αφαιρεί συχνά την ιδιαίτερη φωνή της. Είναι εκείνη που κοιτάζεται, θυμάται, μεταμορφώνεται και χάνεται, ενώ το ανδρικό ποιητικό εγώ οργανώνει μέσα από την απουσία της τη δική του ταυτότητα. Η γυναίκα γίνεται σημείο αναφοράς, αλλά και επιφάνεια πάνω στην οποία γράφεται το πένθος του άνδρα. Αυτή η αντίφαση δεν ακυρώνει την ένταση των ποιημάτων, αλλά αποκαλύπτει ένα από τα πιο παραγωγικά και συγχρόνως υπό συζήτηση σημεία τους.
Εντέλει, καθώς το «τέλος» παραμένει «άδοξο» δεν κλείνει πραγματικά το βιβλίο. Ο κύκλος ολοκληρώνεται μορφικά, αλλά το πένθος και η γραφή παραμένουν ανοιχτά, περισσότερο ως ανάγκη να τεθεί ένα τυπικό όριο στο βιβλίο παρά ως δυνατότητα να τελειώσει ό,τι έχει χαθεί.
*Η ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ είναι μέλος Ε.∆Ι.Π. του τμήματος Θεωρίας και Ιστορίας Τέχνης της Α.Σ.Κ.Τ. και βιβλιοκριτικός.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο. Σπούδασε στο Παρίσι κοινωνιολογία και στην Αθήνα δημοσιογραφία, εγκαταλείποντας και τα δύο στη μέση, χωρίς να πάρει πτυχίο. Το πρώτο του βιβλίο Διαμελίζομαι κυκλοφόρησε το 1983, σε ηλικία 21 ετών, έτος που γνωρίζει την Κατερίνα Γώγου. Σχέση που τον επηρέασε βαθιά και διήρκεσε δέκα χρόνια, έως τον θάνατό της το 1993. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δυο «σχέδια» νέου μυθιστορήματος, ένα θεατρικό μονόλογο, και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες.

Την επταετία 2001 - 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα Metro («Οδός Βιβλίου») με θέμα το βιβλίο, αλλά έγραφε και την «Άποψη» της εφημερίδας. Την τριετία 2009-2012 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός της αρθρογραφίας και τη μόνιμη στήλη «Νύχτα είναι, θα περάσει». Για τρία χρόνια (2016-2019) δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή «Ολομόναχοι μαζί» που είχε σαν θέμα την Λογοτεχνία και την Μουσική, με καλεσμένους συγγραφείς και ποιητές.
Έχουν εκδοθεί 25 βιβλία του (τα περισσότερα ποιητικά) εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (εκδ. Οξύ, 2011) – Μετά (εκδ. Απόπειρα, 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (εκδ. Σμίλη, 2013) και Ολομόναχοι μαζί (εκδ. Σμίλη, 2014) εγκαινιάζει τη λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς.
Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Γερμανικά, στα Ισπανικά και στα Σέρβικα.
























