
Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Δελιόπουλου «Μηλιώνας: Παρόντες και φαντάσματα» (Κάπα Εκδοτική). Εικόνα: Από την ταινία «Ο θίασος» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Γράφει ο Μάκης Καραγιάννης
Ενώ η πεζογραφία, μετά την Ορθοκωστά του Βαλτινού το 1994, στρέφεται έντονα ξανά στον Εμφύλιο, στην ποίηση μετά τις πρώτες μεταπολεμικές γενιές μοιάζει να αποσύρεται από το προσκήνιο και να μένουν μόνον ελάχιστα σήματα σε κάποιους στίχους. Στον Αναγνωστάκη και τον Σινόπουλο ο Εμφύλιος είναι ακόμη προσωπική μαρτυρία, στον Μέσκο γίνεται μνήμη του τόπου, στον Γκανά υπάρχει ως πολιτική προσφυγιά και στη νεότερη ποίηση μένουν διάσπαρτα ίχνη μιας εποχής που οι ποιητές δεν έζησαν, αλλά άκουσαν. Το γεγονός αυτό καθιστά ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη τη συλλογή Μηλιώνας του Γιώργου Δελιόπουλου, η οποία εγγράφεται μεν στη παράδοση της ποίησης του Εμφυλίου, αλλά με τον τρόπο της «μετα-μνήμης». Ένας ποιητής της νεότερης γενιάς επανέρχεται στη δεκαετία του ’40 όχι ως αυτόπτης μάρτυρας, αλλά ως κληρονόμος του τραύματος.
Ο συναισθηματισμός και η μεροληψία είναι στη λογοτεχνία οι συγγενείς διαμαρτίες παρόμοιων εγχειρημάτων, τις οποίες, όμως, ο Δελιόπουλος παρακάμπτει με τη θεατρικότητα και την πολυφωνία. Αυτό αποτελεί μια κρίσιμη επιλογή. Ο Δημήτρης Τζιόβας έχει αναλύσει τους αφηγηματικούς τρόπους προσέγγισης της Ιστορίας και πώς σταδιακά περνάμε από τη μαρτυρία στην «ποιητική του αρχείου». Το ιστορικό μυθιστόρημα, μας λέει, γέννημα του ιστορισμού επεδίωκε να επιβεβαιώσει την εθνική ιστορία και το έθνος. Το νέο μετα-ιστορικό μυθιστόρημα, απότοκο του μεταμοντερνισμού και του παροντισμού, αμφισβητεί τις εθνικές αλήθειες, διερευνά τις αποσιωπημένες πτυχές και τα τραύματα της εθνικής ιστορίας και βασίζεται τόσο στη μαρτυρία όσο στη διερεύνηση του ιστορικού αρχείου1.
Ήδη από τον υπότιτλο, «παρόντες & φαντάσματα», δηλώνεται η παροντική οπτική της ποιητικής σύνθεσης, ενώ η αρχιτεκτονική του Μηλιώνα είναι αυστηρά δομημένη σε 7+1 σκηνές που σηματοδοτούν μια πορεία μετάβασης από την αφύπνιση στον στοχασμό. Χωρισμένη σε διαδοχικές θεματικές ενότητες («Εγερτήριο», «Τα πρώτα σπίτια», «Η πλατεία των κήπων», «Τα σκοτεινά παντζούρια», «Το γεφύρι», «Τα επόμενα σπίτια», «Το κέρασμα»), η συλλογή οργανώνεται με τη λογική θεατρικών σκηνών και κινηματογραφικών σεκάνς με τις αντίστοιχες οδηγίες που προηγούνται. Σκηνή, μοντάζ, πλάνο, σενάριο, φιξ καρέ είναι το λεξιλόγιο που στίζει τη συλλογή.
Οι ενότητες
Από το «Εγερτήριο» της πρώτης σκηνής, που λειτουργεί ως αφύπνιση και ορίζει το άνοιγμα της αυλαίας, εισάγοντας τον αναγνώστη στην ατμόσφαιρα ενός τόπου που ξυπνά από τον ύπνο της λήθης, μεταβαίνουμε στα «Πρώτα σπίτια» όπου ο ποιητικός φακός πλησιάζει τα ερείπια, χορταριασμένους τοίχους κι ακούει φωνές μετατρέποντας τον σκηνικό χώρο σε ένα παλίμψηστο της εξομολόγησης και του τραύματος. Στην «Πλατεία των κήπων» το βλέμμα κατευθύνεται στον δημόσιο χώρο όπου η αφήγηση, στα τέσσερα από τα πέντε ποιήματα, δανείζεται τη φωνή των αφανών δευτεραγωνιστών -δωρήματα ονομάζονται στις αφιερώσεις-, πραγματικών ηρώων, που η φωτεινή τους δράση έμεινε στο περιθώριο της επίσημης ιστορίας των μαχών.
Στα «Σκοτεινά παντζούρια», η αφήγηση βαραίνει, βυθίζεται στο κόσμο των σκιών και της σιωπής αποτυπώνοντας την απομόνωση, τον εγκλεισμό και την εσωτερική δοκιμασία. Κατάβαση στα χρόνια του λύκου, «εγκέλαδοι αιώνες», φωνές διχαλωτές, στημένα ματς και πρωταγωνιστές «έτοιμες πέτρες για τον βυθό». Η πέμπτη και έκτη σκηνή, το «Γιοφύρι» και τα «Επόμενα σπίτια» συνιστούν μια μετάβαση, ένα travelling στην αντίπερα όχθη του χρόνου, ενώ το γιοφύρι και το ποτάμι λειτουργούν ως το σκηνικό και συμβολικό μεταίχμιο που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν. Η τραγωδία σήμερα έχει μεταβολιστεί με τουριστικό τρόπο, με επιδοτήσεις, εκδρομικά και χιονοδρομικά, ενώ υπόγεια μαίνονται οι πόλεμοι της μνήμης.
Δεν υπάρχει ούτε έλεος ούτε κάθαρση και ο Εμφύλιος παραμένει ένα ερώτημα ανοιχτό («ποια πλευρά της ιστορίας θα γευτώ;») που ολοκληρώνεται με το αίτημα-χρέος του ποιητή στους ακροτελεύτιους στίχους της συλλογής: «να ρυμοτομήσω τη γενιά μου σε καινούριο κάνναβο».
Το «Κέρασμα» και οι δυο μπαλάντες που ακολουθούν οδηγούν στην τελική «έξοδο» με τη μεταφορά του μήλου, του καρπού της ιστορικής γνώσης. Η κατάποση της μνήμης είτε είναι τραυματική, γδέρνει τον λαιμό, «κόβει τις χορδές να μη βγαίνουν λόγια», είτε μηρυκασμός που την κάνει έναν εύπεπτο πολτό χωρίς τη γεύση της πίκρας και χωρίς να αντιμετωπίζει το βάρος της ιστορίας. Δεν υπάρχει ούτε έλεος ούτε κάθαρση και ο Εμφύλιος παραμένει ένα ερώτημα ανοιχτό («ποια πλευρά της ιστορίας θα γευτώ;») που ολοκληρώνεται με το αίτημα-χρέος του ποιητή στους ακροτελεύτιους στίχους της συλλογής: «να ρυμοτομήσω τη γενιά μου σε καινούριο κάνναβο».
Τα φαντάσματα της Ιστορίας
Αν και ένα από λίγα λογοτεχνικά στίγματα που δίνει στη συλλογή του είναι το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, πιστεύω πως ο Δελιόπουλος αφουγκράζεται περισσότερο τους ψιθύρους των ερειπίων που πρωτοκατέγραψε ο Σινόπουλος και ακολουθεί το βλέμμα του. Η οπτική του έχει τις δικές του εκλεκτικές συγγένειες εστιάζοντας στον Εμφύλιο ως υπαρξιακή, καθολική και ανθρώπινη τραγωδία. Έχει, επίσης, μια αισθητική συγγένεια υιοθετώντας μια σκηνική και δραματοποιημένη προσέγγιση, όπως ο Σινόπουλος στο «Μεταίχμιο», στον «Νεκρόδειπνο» ή στο «Χρονικό», όπου δημιουργεί έναν σκηνοθετημένο δραματικό κόσμο και τα πρόσωπα εμφανίζονται σαν φαντάσματα της Ιστορίας.
Η σκηνική προσέγγιση που υιοθετεί ο Δελιόπουλος δεν αφήνει τη συγκίνηση να εκφυλιστεί σε μελόδραμα. Με μια μπρεχτική αποστασιοποίηση επιτρέπει στον αναγνώστη την κριτική απόσταση και του υπενθυμίζει πως παρακολουθεί μια ανασύνθεση των γεγονότων του Εμφυλίου
Με ανάλογο τρόπο η σύνθεση του Μηλιώνα αποτελεί μια Νέκυια, όπου ο ποιητής, με τη μνήμη των αφανών κι ένα προσκλητήριο των νεκρών, δίνει φωνή στα δικά του φαντάσματα. Γι’ αυτό και ο «Κατάλογος δωρητών» δεν πρέπει να θεωρηθεί ως πραγματολογικό συμπλήρωμα, αλλά οργανικό μέρος, με τη δήλωση μάλιστα ότι «πολλά από τα ποιήματα της συλλογής δεν είναι δικά μου δημιουργήματα. Μου παραχωρήθηκαν απλόχερα μέσω της έμπνευσης από τις ιστορίες και τα λόγια ανθρώπων που βίωσαν την ταραγμένη δεκαετία ’40-’50».
Η σκηνική προσέγγιση που υιοθετεί ο Δελιόπουλος δεν αφήνει τη συγκίνηση να εκφυλιστεί σε μελόδραμα. Με μια μπρεχτική αποστασιοποίηση επιτρέπει στον αναγνώστη την κριτική απόσταση και του υπενθυμίζει πως παρακολουθεί μια ανασύνθεση των γεγονότων του Εμφυλίου που διατηρεί την παροντική οπτική: ο Μηλιώνας παραμένει ένας ζωντανός, ανοιχτός σκηνικός χώρος μνήμης και μεταστοιχειώνεται σε τόπο συμβολικό και μυθικό όπου συγκατοικούν οι παρόντες με τις σκιές των απόντων.
Το ύφος, η γλώσσα
Στη συλλογή αντηχεί ένας μελαγχολικός τόνος, χαμηλόφωνος αλλά καίριος. Διαμορφώνεται ένα γλωσσικό ιδίωμα που συνθέτει το λόγιο με λέξεις φθοράς του καθημερινού (ναφθαλίνη, σπασμένα κεραμίδια, ερείπια και χορταριασμένοι τοίχοι, πτωμαΐνη) που απογυμνώνουν το ποίημα από κάθε ψευδαίσθηση γραφικότητας. Η λιτή γλώσσα είναι γεμάτη από εικόνες που συνδυάζουν τη σκληρότητα της υλικότητας (λαμαρίνες, σκουριά, αίμα, ναπάλμ) με τη λυρική ευαισθησία («της κόλασης αηδόνια», «η απαλή πανσέληνος της μνήμης»), τη δραματική εικονοποιία («στα ψίχουλά τους φύτρωνε μια σκάλα ουρανός») και τη χρήση των μεταφορών. Ο ποιητής λειτουργεί ως διαμεσολαβητής μνήμης και το αφηγηματικό «εγώ» μετατρέπεται πολλές φορές σε «εμείς» («σημειώσεις που χρόνια διαβάζαμε» «απαντάμε»), συγκροτώντας ένα συνεκτικό ποιητικό σύμπαν, όπου διασταυρώνονται η συλλογική μνήμη, τα τραύματα της ιστορίας και η υπαρξιακή φθορά. Παράλληλα ο στίχος διατηρεί έναν έντονο εσωτερικό βηματισμό με μουσικότητα και ρυθμό, ενώ η διακειμενικότητα και οι αφιερώσεις ενισχύουν τη συνομιλία με άλλα κείμενα.
Στο «βόμβες αποδημητικές» παρατηρεί:
«τώρα οι άνθρωποι ποδηλατούν τα σύνορα
και στα πεδία των μαχών στήνουν γιορτή
κανείς δεν νοιάζεται ποιον κλαίει ο γκιώνης»
Ο τελευταίος στίχος, «κανείς δεν νοιάζεται ποιον κλαίει ο γκιώνης», εκφράζει την καρδιά μιας λογοτεχνικής προσέγγισης. Γιατί για τη λογοτεχνία, ο Εμφύλιος δεν είναι τα πλούσια στρατιωτικά αρχεία του ΓΕΣ, τα λάθη της ηγεσίας του κόμματος, οι μάχες που δόθηκαν. Όλα αυτά είναι αντικείμενο της Ιστορίας. Η λογοτεχνία ερευνά, όπως είπα σε μια συνέντευξή μου στα ΝΕΑ, «πώς τα γεγονότα τρυπώνουν κάτω από τις ρυτίδες των ανθρώπων και φυτρώνουν σα βρύα στη μούχλα της ψυχής. Εκείνο που μένει στα δάχτυλα και τα χείλη όταν περάσει πάνω τους το πλατύ ποτάμι της Ιστορίας. Αυτή η στυφή γεύση της αυτογνωσίας είναι το κέρδος και το στοίχημα της γραφής»2.
* Ο ΜΑΚΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ είναι πεζογράφος και κριτικός. Τελευταίο του βιβλίο το δοκίμιο «Η τέχνη του μυθιστορήματος – Δαμάζοντας τα κείμενα» (εκδ. Επίκεντρο).
1 Δημήτρης Τζιόβας, «Ιστορία, Έθνος και Μυθιστόρημα στη Μεταπολίτευση: Τραύμα, Μνήμη και Μεταφορά», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2024
2 ΤΑ ΝΕΑ, 19.08.23, «Οι πρωταγωνιστές είναι φτιαγμένοι από διαμάντια και λάσπες», https://www.tanea.gr/print/2023/08/19/lifearts/oi-protagonistes-einai-ftiagmenoi-apo-diamantia-kai-laspes/
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Γιώργος Δελιόπουλος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας και ζει με την οικογένειά του στην Κοζάνη. Είναι διδάκτορας Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ. και φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει πέντε ακόμη ποιητικές συλλογές: Μικρός Οδυσσέας (εκδ. Ιωλκός, 2009), Επισκέπτης Άγγελος (εκδ. ΚΔΒΚ, 2015), Εορδαία Γη (μαζί με τον ποιητή Χρήστο Τουμανίδη, εκδ. Ρώμη, 2019), Κατά ανεφίκτου γλυφές, 1: Της γυναικός τριάντα παγιδεύσεις (μαζί με τον ποιητή Κώστα Θ. Ριζάκη, εκδ. ΑΩ, 2021) και Αλιρρόη (εκδ. ΑΩ, 2023), ενώ συμμετείχε και στη συλλογική έκδοση Αντήχηση στο πηγάδι (συλλογικό ποίημα, εκδ. Ρώμη, 2022).

Επιπλέον, έχει γράψει δύο θεατρικά έργα, «Επέστρεφε...» και «Τα ίχνη της μνήμης». Έχει επιμεληθεί λογοτεχνικά αφιερώματα σε περιοδικά και συλλογικούς τόμους, ενώ ποιήματα και δοκίμιά του έχουν δημοσιευθεί σε διάφορα περιοδικά. Από το 2021 είναι συνδιευθυντής του λογοτεχνικού περιοδικού καρυοθραύστις (εκδ. Ρώμη) και υπεύθυνος ύλης, αντίστοιχα, στο λογοτεχνικό περιοδικό σταφυλή (εκδ. Κουκκίδα).
























