
Για την ποιητική συλλογή του Κυριάκου Ευθυμίου «Προτελευταία αλήθεια» (εκδ. Σαιξπηρικόν). Κεντρική εικόνα: πίνακας της Berthe Morisot.
Γράφει η Έλσα Κορνέτη
Ο ποιητής διακατέχεται από ένα είδος πνευματικού συναισθήματος. Ο ποιητής μοιάζει με νυχτερινό τρένο. Μεταφέρει πράγματα και τα δίνει στον κόσμο. Ο ποιητής στέκεται μπροστά στο δέντρο και γεμίζει από αυτό.
Οι λέξεις ζουν μέσα στον ποιητή ακόμα κι όταν αυτός απουσιάζει από τη ζωή του. Ο ποιητής βγάζει τις λέξεις από μέσα του και τους δίνει νόημα. Όταν ο ποιητής χρησιμοποιεί λέξεις κοινές αυτές παίρνουν νόημα, υπόσταση και μπορούν να γίνουν επιδραστικές. Ο ποιητής είναι ο ηθοποιός που μετά την παράσταση φοβάται να επιστρέψει στην πραγματική ζωή.
Ο Κυριάκος Ευθυμίου φέροντας όλες τις προαναφερθείσες ιδιότητες αναμετράται ποιητικά με τη ζωή που δεν έζησε, αλλά ονειρεύτηκε. Η ποίησή του τον ονειρεύτηκε κι αυτή- κι όταν αυτός πυροβόλησε τη ζωή και τη σκότωσε, γεμίζοντάς την με τρύπες, από μέσα τους ξεφύτρωσαν δέντρα παράξενα λοξά με σμήνη πουλιών καθισμένα στα κλαδιά τους.
«Το πουλί που σε αγαπά σιωπά» γράφει ο ποιητής κι ο ίδιος γνωρίζει ότι δεν μπορεί πια να σβήσει την αρχή, ούτε να κουμπώσει σωστά το πουκάμισο που κουμπώθηκε στραβά, μπορεί όμως να συνεχίσει από εκεί που βρίσκεται παράγοντας αισθητικά, λεκτικά και νοηματικά άρτια, ποιήματα, ποιήματα διαυγή που φέρουν μέσα τους καλοζυγισμένη τη σωστή δόση μελαγχολίας και στοχασμού.
Το τυφλό πουλί
Το τυφλό πουλί υπάρχει και πετά γύρω του σαν αγγελιοφόρος, σαν μεσολαβητής και μεσάζοντας ανάμεσα στον ποιητή στη ζωή και στα μελλούμενα, σαν κρυφός, μυστικός συνομιλητής που γνωρίζει όλα τα βάσανα και τους καημούς του.
Το πουλί σαν σύμβολο της είδησης, του μηνύματος, της σύνδεσης με το τραύμα ή με το άγνωστο, το ιερό και το υψηλό, ή σαν ένας μικρός φτερωτός θεός που κρίνει και παρατηρεί, ενίοτε δε προστατεύει, συντροφεύει τον ποιητή σε ποικίλες μορφές στα περισσότερα ποιήματά του,- πότε καθισμένο σε κλαδί, πότε σκοτεινό και σιωπηλό, πότε πετώντας και κρώζοντας, διαμεσολαβώντας ανάμεσα στον ποιητή και στην υπαρξιακή του αγωνία, στη σχέση του με τους νεκρούς, όπως τη μητέρα του, αλλά και με την κακοποιημένη και ακρωτηριασμένη πατρίδα του την Κύπρο.
Το πουλί στέκεται κοντά του στη διάψευση και στην αυταπάτη της ζωής, των προσδοκιών και των ονείρων, ραμφίζοντας -σύμφωνα με στίχους του ποιητή- τις ρωγμές κι ανοίγοντας πληγές, ξεμπροστιάζοντας τραύματα, αντίξοα όνειρα, ξεφορτώνοντας άδειες αποσκευές, όπως φορτισμένο κι οργισμένο πετά από σκοτάδι σε σκοτάδι.
Η αξία της ποίησης έγκειται στην εγγενή σχέση της με τον πόνο, με τον υπαρξιακό πόνο και την διαχείρισή του, με το αιώνιο της φύσης κι ό,τι δεν σπιλώθηκε ακόμα από τον άνθρωπο.
Η αξία της ποίησης έγκειται στην εγγενή σχέση της με τον πόνο, με τον υπαρξιακό πόνο και την διαχείρισή του, με το αιώνιο της φύσης κι ό,τι δεν σπιλώθηκε ακόμα από τον άνθρωπο. Το λευκό και το μαύρο σύννεφο, το μικρό και το μεγάλο, η αλήθεια και το ψέμα, όλα τα αντιθετικά ζεύγη πραγμάτων, κυρίως όμως η μοναξιά, έτσι όπως εκφράζεται με την αίσθηση μιας λύπης συνοδεύονται από ένα σμήνος ισχυρών αναμνήσεων.
Οι ισχυρές αναμνήσεις πάντα επιστρέφουν, με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά οι ισχυρές αναμνήσεις επιστρέφουν ως σκιές. Οι ανακλήσεις των συγκινήσεων δεν είναι παρά η εναλλαγή του πάθους με το πένθος, δεν είναι παρά τα πτώματα της μνήμης που με νεκρόφιλη διάθεση λατρεύουμε, επιχειρώντας, αφού πρώτα τα πενθήσουμε, να τα αναστήσουμε δίνοντάς τους τεχνητές αναπνοές, σε μια απεγνωσμένη και ανέλπιδη προσπάθεια να τα ζωντανέψουμε προκειμένου να ξαναζήσουμε έναν μεγάλο έρωτα, μια δυνατή συγκίνηση, ένα καταστροφικό πάθος, «από μνήμης» αυτή τη φορά.
![]() |
|
Ο Κυριάκος Ευθυμίου γεννήθηκε το 1954 στη Λευκωσία, όπου και ζει. Σταδιοδρόμησε ως ηθοποιός στον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου (ΘΟΚ). Εξέδωσε το 1993 την ποιητική συλλογή Επιάστηκεν το φεγγάρι και το 2015 τη συλλογή Κυρτός αλατοπώλης (κρατικό βραβείο ποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, 2016). Ακόμη, έχει γράψει τρία θεατρικά έργα και το σενάριο μιας ταινίας και έχει επιμεληθεί πέντε ψηφιακούς δίσκους ήχου (cd) στους οποίους διαβάζει ποιήματα του Καβάφη, του Παντελή Μηχανικού, του Θεοδόση Νικολάου, του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και του Κώστα Μόντη. |
Αυτές οι συνεχείς εκταφές και αναστάσεις δεν είναι ούτε παράλογες ούτε τυχαίες, τη στιγμή που περίτρανα έχει αποδειχθεί πως ο άνθρωπος μέσα από την αναζήτηση της μνήμης δεν αναζητά τίποτα άλλο παρά την ίδια την ύπαρξή του κι αυτό γιατί απλά ο θάνατος της μνήμης ισοδυναμεί με το θάνατο της ύπαρξης, άλλωστε τη μνήμη δεν τη σκοτώνεις ποτέ συνειδητά, αν όμως αποφασίσεις να το κάνεις είναι σαν να αυτοκτονείς. Η μνήμη του σώματος τροφοδοτεί το σώμα της μνήμης για να μείνει η μνήμη ασώματη ως ανάμνηση γυναίκας.
Ένας έρωτας είναι εκ προοιμίου καταδικασμένος: ανάβει, καίει, φλέγεται, τρεμοσβήνει, σύντομα σβήνει ή ποτέ δεν προλαβαίνει ν’ ανάψει ή σβήνει προτού καν ανάψει. «Η θυμική μνήμη είναι κάτι βαθύτερο από τον ίδιο τον άνθρωπο, άλλωστε δεν είναι συμπτωματικό ότι οι συγκινήσεις και τα αισθήματα ονομάστηκαν «πάθη». «Ο ερωτισμός κρύβεται ακόμα και τη στιγμή που αποκαλύπτεται» γράφει ο Ζώρζ Μπατάϊγ στα Δάκρυα του Έρωτα κι αυτός ακριβώς είναι και ο συγκαλυμμένος, αλλά και τόσο διεισδυτικός ερωτισμός του Ευθυμίου που ποτίζει μέχρι το μεδούλι το σώμα της εξιδανικευμένης παρουσίας–απουσίας, του ιδανικού έρωτα, που απέμεινε να συντηρείται από την ερωτική σχέση του ποιητή με τη μνήμη.
«Περπατάμε μέσα στο εσωτερικό του εαυτού μας», λέει σ’ ένα ποίημά του ο Πεσσόα κι αυτό ζητάει από τον ήρωά του να πράξει: να γίνει Οδοιπόρος και να πάρει το δρόμο μέχρι το τέλος ψάχνοντας τον εαυτό του»* και κάπου αλλού στο κείμενο της «Υπερψυχής» του ο Ralph Waldo Emerson, συναντά «έναν Εαυτό που παραμένει άγνωστος, όπως το μέλλον, με τη διαπίστωση ότι η ενθύμηση του Εαυτού είναι το ίδιο μυστήριο με την πρόβλεψη του μέλλοντος»*.
Σαν οδοιπόρος-ποιητής
Ο Κυριάκος Ευθυμίου σε αυτή του τη συλλογή εμφανίζεται σαν τον Οδοιπόρο-Ποιητή που περιδιαβαίνει τόπους μυστικούς μέσα από δρόμους άγνωστους περπατώντας στο εσωτερικό του εαυτού του συνομιλώντας με την ψυχή του που έκδηλα κυριαρχείται από μια πρωτόγνωρη δύναμη που γεννά με τη σειρά της η νοσταλγία για τον χαμένο του εαυτό.
«Θυμήσου τον εαυτό μου» μοιάζει να φωνάζει μέσα από στίχους στοχαστικούς και θλιμμένους κι ως δια μαγείας ο καλός Θεός των Ποιητών τον ακούει και σπεύδει να τον μεταμορφώσει σε πουλί, προκειμένου να τον σώσει, να τον βοηθήσει να μετακινηθεί, να πετάξει, να χαθεί, να γίνει μια μνήμη-βολβός που θα φυτευτεί ως ξένο άστρο μέσα στο σύμπαν ρίχνοντας μια προτελευταία ματιά που περικλείει την προ-τελευταία αλήθεια που αναβλύζει ποίηση αυθεντικά συγκινητική σε έναν θρυμματισμένο κόσμο.
ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ
Είναι κάτι πουλιά
που σε γνωρίζουν χωρίς να το ξέρεις
αυτά που ραμφίζουν τις ρωγμές
για να γίνεις ερείπιο
τα σκοτεινά πουλιά‧
που σκιάζονται την ομορφιά
και το γέλιο του πρωινού
-εάν σου υπόσχεται κάτι.
[*] Φερνάντο Πεσσόα, ο δρόμος του φιδιού, μτφ. Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Αρμός 2012
[*] Ralph Waldo Emerson, Η Υπερψυχή, μτφ. Χριστίνα Λάσκη, εκδόσεις Αρχέτυπο 2023
* Η ΈΛΣΑ ΚΟΡΝΕΤΗ είναι ποιήτρια.

























