
Για τον συλλογικό τόμο «Οριακές αντιστάσεις: Κριτικές προσεγγίσεις της μετανάστευσης» (επιμέλεια: Νέλλη Καμπούρη, Όλγα Λαφαζάνη, εκδ. Αντίποδες). ©Wikipedia.
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Πότε ακριβώς πάψαμε ως κοινωνία να θεωρούμε χρέος μας την προστασία των προσφύγων και πώς από εκείνες τις φοβερές γιαγιάδες της Λέσβου το καλοκαίρι του 2015 φτάσαμε στα pushbacks για να καταλήξουμε στο πολύνεκρο ναυάγιο στ’ ανοιχτά της Πύλου το 2023 και εσχάτως στην τραγωδία με τους πρόσφυγες στη Χίο; Πού πήγε όλη αυτή η αλληλεγγύη και τι μεσολάβησε από τη Συνθήκη της Γενεύης του 1951, που θεμελίωσε την αρχή της μη επαναπροώθησης, μέχρι σήμερα;
Η εξέλιξη της ευρωπαϊκής και της κρατικής πολιτικής
Η Σύμβαση του Δουβλίνου (2014) μεταθέτει την ευθύνη εξέτασης ασύλου στο πρώτο κράτος εισόδου στην ΕΕ ενώ η Συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας (2016) συμπληρώνει το πλαίσιο συνοριακής επιτήρησης. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι αιτούντες άσυλο δεν μπορούν να επιλέξουν τη χώρα που επιθυμούν να ζήσουν και ότι όσοι δεν δικαιούνται διεθνή προστασία επιστρέφονται στην Τουρκία, η οποία μετατρέπεται ουσιαστικά σε ζώνη ανάσχεσης για λογαριασμό της Ευρώπης. Αυτό δημιουργεί καθεστώς παρατεταμένου εγκλωβισμού στα ελληνικά νησιά με τις χώρες πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, να επιβαρύνονται δυσανάλογα.
Το 2012 με την επιχείρηση «Ξένιος Δίας» επιχειρείται ο έλεγχος της «παράνομης μετανάστευσης» και της «ανακατάληψης» του κέντρου της Αθήνας με τις οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων να ασκούν κριτική στην κανονικοποίηση της κατασταλτικής διαχείρισης της μετανάστευσης που στέλνει χιλιάδες μετανάστες στα hotspot. Ταυτόχρονα, από το 2015 ενισχύεται θεσμικά και επιχειρησιακά η Frontex αποκτώντας μόνιμο σώμα συνοριοφυλάκων σε μια λογική αποτροπής.
Ο κυρίαρχος λόγος κατασκευάζει τους μετανάστες ως εχθρούς και ξεχνάμε ότι το έθνος-κράτος έχει ιστορία μόλις λίγων αιώνων, γεγονός που σημαίνει πως από την αρχή του κόσμου μέχρι σήμερα, αυτό που είμαστε το οφείλουμε στις μετακινήσεις πληθυσμών
Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση Σάντσεθ στην Ισπανία ανοίγει τον δρόμο για τη νομιμοποίηση 500.000 ανθρώπων αιτούντων άσυλο, με την κυβέρνηση να παρουσιάζει το μέτρο ως ιστορικό βήμα που μειώνει τη γραφειοκρατία και ενισχύει ένα μοντέλο ένταξης βασισμένο στα δικαιώματα, την κοινωνική συνοχή και τις ανάγκες της οικονομίας, ιδίως σε συνθήκες δημογραφικής γήρανσης, στην Ελλάδα το μεταναστευτικό αντιμετωπίζεται ιδεολογικά και θεωρείται ως πρόβλημα ενώ οι πολιτικές αιτίες αποσιωπούνται. Ο κυρίαρχος λόγος κατασκευάζει τους μετανάστες ως εχθρούς και ξεχνάμε ότι το έθνος-κράτος έχει ιστορία μόλις λίγων αιώνων, γεγονός που σημαίνει πως από την αρχή του κόσμου μέχρι σήμερα, αυτό που είμαστε το οφείλουμε στις μετακινήσεις πληθυσμών, τις πολιτισμικές ζυμώσεις και τη διαλεκτική σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσά τους.
Οριακές αντιστάσεις
Το βιβλίο Οριακές αντιστάσεις που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε επιμέλεια Νέλλης Καμπούρη και Όλγας Λαφαζάνη, αποτελεί ένα συλλογικό έργο με κριτικά δοκίμια τα οποία έρχονται να αμφισβητήσουν την κυρίαρχη πρόσληψη της μετανάστευσης ως κατεξοχήν αρνητικής εμπειρίας. Αν μη τι άλλο οι μετανάστες στηρίζουν με την εργασία τους τις χώρες που τους υποδέχονται και το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα. Όπως παρατηρεί ο Δημήτρης Παρσάνογλου, από την ίδρυση κιόλας του ελληνικού κράτους, έχουμε τη στρατολόγηση διοικητικού και επιστημονικού προσωπικού από τη Βαυαρία. Εκτός όμως από αυτό, η ανάπτυξη των αστικών κέντρων και οι πρώτες προσπάθειες εκβιομηχάνισης βασίστηκαν στην εισροή μεταναστών – χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα Ιταλών εργατών στα μεταξουργεία της χώρας, Αρμένιων στη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου, Μικρασιατών προσφύγων, χάρη στους οποίους αναπτύχθηκε η χώρα, αλλά και προσφύγων από τη Χίο που συμβάλλουν στη δημιουργία της Ερμούπολης.
Σήμερα, η μεταναστευτική εργασία αποτελεί τον ιδεατό τύπο επισφαλούς εργασίας της νεοφιλελεύθερης εποχής, κατασκευάζοντας έναν βολικό τύπο εργάτη, με τις γυναίκες να εργάζονται κυρίως στον κλάδο της καθαριότητας και τους άντρες στον τομέα της αγροτικής παραγωγής, κάνοντας τη βρόμικη δουλειά για λογαριασμό μας με χαμηλή αμοιβή. Η απελασιμότητα καθίσταται εργαλείο ελέγχου και γίνεται φόβητρο για το μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό που εξαναγκάζεται σε άσχημες και επισφαλείς συνθήκες εργασίας ενώ σε ό,τι αφορά τους εργάτες στην αγροτική παραγωγή τα όρια μεταξύ κέντρου κράτησης και εργατικού καταυλισμού καθίστανται θολά, όπως επισημαίνει ο Κώστας Γούσης.
Η περίπτωση το 2008 της Κωνσταντίνας Κούνεβα, μετανάστριας από τη Βουλγαρία, η οποία δέχθηκε δολοφονική επίθεση με βιτριόλι ως αποτέλεσμα της συνδικαλιστικής της δράσης για την κατάργηση των εργολαβιών στον τομέα της καθαριότητας και με αίτημα τη σταθερή εργασία με δικαιώματα, αλλά και αυτή των εργατών γης στη Μανωλάδα το 2013, όπου μια σειρά απεργιών για τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων έξι μηνών οδήγησε τους επιστάτες να ανοίξουν πυρ εναντίον των εργατών, αποτελούν κομβικές στιγμές των αγώνων μεταναστών/μεταναστριών στην Ελλάδα και κορυφαίες πράξεις αντίστασης, φέρνοντας στο προσκήνιο τη διασταύρωση μετανάστευσης, επισφαλούς εργασίας και βίας.
Ο υποκριτικός χαρακτήρας του ανθρωπιστικού λόγου
Οι συγγραφείς του βιβλίου αποδομούν τον υποκριτικό χαρακτήρα του ανθρωπιστικού λόγου, όπως αυτός αρθρώνεται μέσα από μια δυτική οπτική που κατασκευάζει με πατερναλιστικούς όρους τους μετανάστες και κυρίως τις μετανάστριες ως εγγενώς ευάλωτα και θυματοποιημένα υποκείμενα, χρήζοντα φροντίδας και προστασίας, θέτοντας σε αμφισβήτηση την εικόνα του θύματος. Όπως επισημαίνει η Νέλλη Καμπούρη, ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα τα ποσοστά των γυναικών στις παγκόσμιες μεταναστευτικές ροές αυξάνονται σημαντικά, όμως η προηγούμενη απουσία τους από τις καταγραφές δεν αντανακλούσε την πραγματικότητα αλλά τις έμφυλες προκαταλήψεις των ίδιων των στατιστικών μεθόδων.
Χωρίς να υποτιμάται η επισφάλεια και η έμφυλη βία που διατρέχουν τον κλάδο, η σεξεργασία παρουσιάζεται από ορισμένες ως στρατηγική επιλογή που προσφέρει καλύτερες οικονομικές απολαβές και μεγαλύτερη αυτονομία
Οι μετανάστριες αναδεικνύονται ως δρώντα υποκείμενα που απεγκλωβίζονται από παραδοσιακούς έμφυλους ρόλους, μετασχηματίζοντας υποτιμημένους τομείς όπως η οικιακή εργασία και η φροντίδα σε πεδία οικονομικής δραστηριότητας και επιχειρηματικότητας. Παράλληλα, το οικονομικό και πολιτισμικό κεφάλαιο που αποκτούν τους επιτρέπει να παρεμβαίνουν ενεργά και στο πολιτικό πεδίο των χωρών προέλευσής τους. Σε ό,τι αφορά τη σεξεργασία, η Καμπούρη παρατηρεί ότι, ενώ το κυρίαρχο αφήγημα αντιμετωπίζει a priori τις μετανάστριες ως θύματα trafficking, πολλές από αυτές απορρίπτουν και πάλι τον χαρακτηρισμό του θύματος. Χωρίς να υποτιμάται η επισφάλεια και η έμφυλη βία που διατρέχουν τον κλάδο, η σεξεργασία παρουσιάζεται από ορισμένες ως στρατηγική επιλογή που προσφέρει καλύτερες οικονομικές απολαβές και μεγαλύτερη αυτονομία σε σύγκριση με άλλες διαθέσιμες μορφές εργασίας. Αντίστοιχα, οι μουσουλμάνες γυναίκες, που στον δημόσιο λόγο συχνά αναπαρίστανται ως οπισθοδρομικές και καταπιεσμένες, επανανοηματοδοτούν σύμβολα όπως η μαντίλα ως έκφραση θηλυκότητας, αξιοπρέπειας και ταυτότητας, αμφισβητώντας έτσι τα μονοσήμαντα σχήματα θυματοποίησης.
Οι ρωγμές στο καθεστώς διαχείρισης του μεταναστευτικού
Οι συγγραφείς εντοπίζουν εκείνες τις ρωγμές μέσα στο υπάρχον καθεστώς διαχείρισης του μεταναστευτικού, όπου αναδύονται μορφές αντίστασης, δράσεις με αυτενέργεια και παρεμβάσεις, καθώς και περιπτώσεις αυτοοργάνωσης μεταναστών όπως για παράδειγμα ο αυτοσχέδιος καταυλισμός που δημιουργείται στην Πάτρα από νεαρούς Αφγανούς από το 2001 έως το 2009. Ενώ τα τελευταία χρόνια δημιουργήθηκαν πάνω από πενήντα χώροι φιλοξενίας έξω από τις πόλεις, σε περιοχές που δεν πληρούν καν τις προϋποθέσεις καταλληλότητας, με τους μετανάστες να υφίστανται στρατοπεδικές συνθήκες κράτησης, οι ίδιοι επιμένουν να διεκδικούν το δικαίωμά τους στην πόλη και καταλαμβάνουν εγκαλελειμμένα κτίρια στα κέντρα, όπως το ξενοδοχείο City plaza στην Αθήνα, που μετατράπηκε σε αυτοοργανωμένο χώρο στέγασης μεταναστών, προσφύγων, ακτιβιστών και αλληλέγγυων την περίοδο 2016-2019.
Μέσα από τις κριτικές προσεγγίσεις του βιβλίου οι συγγραφείς επιχειρούν να σκιαγραφήσουν το ζήτημα της μετανάστευσης από ποικίλες πλευρές και να αναδείξουν τα επείγοντα πολιτικά ζητήματα που προκύπτουν
Όπως αναφέρει ο Χάρης Τσαβδάρογλου, οι πόλεις, στην ιστορική τους εξέλιξη, διαμορφώθηκαν σε σημαντικό βαθμό από τους νεοφερμένους, επομένως φράσεις όπως: «Δεν θα επιτρέψουμε το όνειρο του μετανάστη να γίνει εφιάλτης για την πόλη» εκφράζουν έναν αμυντικό, ρατσιστικό λόγο που αντιλαμβάνεται αυτές τις μορφές χωρικής ανυπακοής ως απειλή και θέτει ζήτημα ιεραρχικού δικαιώματος στην πόλη, τη στιγμή που οι ζυμώσεις με αυτούς τους ανθρώπους, που αν μη τι άλλο ξέρουν ν’ αγωνίζονται, μόνο πολύτιμες θα μπορούσαν να είναι.
Όψεις του ζητήματος της μετανάστευσης
Μέσα από τις κριτικές προσεγγίσεις του βιβλίου οι συγγραφείς επιχειρούν να σκιαγραφήσουν το ζήτημα της μετανάστευσης από ποικίλες πλευρές και να αναδείξουν τα επείγοντα πολιτικά ζητήματα που προκύπτουν, δίνοντας όψεις του μεταναστευτικού στην Ελλάδα αλλά και αλλού. Διαβάζοντας κανείς αυτά τα κείμενα, συνειδητοποιεί πόσο μακριά βρίσκεται η πραγματικότητα από τον κυρίαρχο εθνορατσιστικό λόγο, αφού ούτε οι αριθμοί των μεταναστών, ούτε οι προθέσεις τους δικαιολογούν όλη αυτή τη θεσμική κινητοποίηση που απογυμνώνει τις ζωές τους και τους στερεί κάθε πολιτικό, νομικό και κοινωνικό δικαίωμα, μετατρέποντας την ανθρώπινη κινητικότητα σε ζήτημα ασφάλειας ‒ ένα ζήτημα που όμως δεν τίθεται όταν πρόκειται για πρόσφυγες από την Ουκρανία ή για όσους διαθέτουν golden visa.
Παρόλα αυτά, προκύπτουν σαν αχτίδα φωτός, ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες, μικρές αντιστάσεις
Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι οι μετανάστες, τόσο οι άντρες όσο και οι γυναίκες, αποτελούν δρώντα υποκείμενα, ικανά να διεκδικούν λόγο, χώρο και δικαιώματα, γεγονός που έρχεται σε σύγκρουση με την εικόνα της θυματοποίησης και της ευαλωτότητας που καλλιεργείται. Τα σύνορα δεν αποτελούν απλώς γεωγραφικές γραμμές αλλά μηχανισμούς παραγωγής κοινωνικών ιεραρχιών, και όπως καθίσταται σαφές μέσα από το βιβλίο, αυτά δεν είναι μόνο εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά, αφού οι μετανάστες περιορίζονται ποικιλοτρόπως μέσα από το καθεστώς ομηρίας του ασύλου και τις συνθήκες στα κέντρα κράτησης, την αίσθηση προσωρινότητας και τον κοινωνικό αποκλεισμό που θέτουν το όριο μεταξύ ορατότητας και αορατότητας. Παρόλα αυτά, προκύπτουν σαν αχτίδα φωτός, ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες, μικρές αντιστάσεις, οριακές μεν, ικανές δε να δημιουργήσουν ρωγμές στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων και αυτές ακριβώς τις αντιστάσεις έρχονται να αναδείξουν οι συγγραφείς μέσα από αυτή την πολύ σημαντική και εξαιρετικά αφυπνιστική δουλειά, βαθιά πολιτική και αναγκαία, που λειτουργεί αποκαλυπτικά και μας καλεί να αναθεωρήσουμε τις βαθιά ριζωμένες πεποιθήσεις μας, μετατοπίζοντας την οπτική μας.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Ταυτόχρονα, τα σύνορα έχουν έναν πολυσημικό χαρακτήρα: παρόλο που ένα σύνορο μπορεί να έχει ακριβώς την ίδια μορφή, η «θέση» από την οποία το βλέπεις το καθιστά κάτι τελείως διαφορετικό ‒ η εμπειρία ή/και η νοηματοδότηση του συνόρου για τους κατοίκους των συνοριακών περιοχών, για τους τουρίστες, για τους επιχειρηματίες, για τους μετανάστες και τις μετανάστριες χωρίς χαρτιά είναι τελείως διαφορετική. Ένα ερώτημα που τίθεται εμφατικά από την οπτική της βιοπολιτικής των συνόρων είναι εάν τα σύνορα απλά δίνουν σε άτομα διαφορετικών κοινωνικών ομάδων διαφορετικές εμπειρίες του νόμου, της διοίκησης, της αστυνόμευσης, του κράτους ή εάν ουσιαστικά παράγουν αυτές τις διαφοροποιήσεις. Εάν, τόσο για τους πλούσιους κατοίκους του Παγκόσμιου Βορρά όσο και για τους φτωχούς κατοίκους του Παγκόσμιου Νότου το σύνορο εντέλει όχι μόνο επιβεβαιώνει, αλλά ενεργά παράγει και εγγράφει την κοινωνική τους θέση. Υπό αυτή την οπτική, τα τελευταία χρόνια πολλές μελέτες για τα σύνορα δεν επικεντρώνονται μόνο στις συνοριογραμμές, αλλά δίνουν έμφαση στον αστικό χώρο, εξετάζοντας τις πολλαπλές οριοθετήσεις που παράγονται στις συναντήσεις της καθημερινής ζωής».
Λίγα λόγια για τις επιμελήτριες του βιβλίου
Η Νέλλη Καμπούρη είναι επίκουρη καθηγήτρια με γνωστικό αντικείμενο «Μέθοδοι και Τεχνικές της Κοινωνικής Έρευνας» στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Παράλληλα εργάζεται σαν ερευνήτρια στο πρόγραμμα ERC MUTE «Soundscapes of Trauma: Music, Sound, and the Ethics of Witnessing» και σαν διδάσκουσα του μαθήματος «Φεμινιστικές Μεθοδολογίες και Διαθεματικότητα» στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο στο μεταπτυχιακό «Σπουδές Φύλου: Μεθοδολογίες, Θεωρίες, Πολιτικές». Στο παρελθόν εργάστηκε σαν ερευνήτρια στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, στο Εργαστήριο Σπουδών Φύλου του Παντείου, στο Πανεπιστήμιο του Hertfordshire, στο Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, και σαν επιστημονική σύμβουλος στη Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων και στον Διεθνή Οργανισμό Εργασίας (ILO).
Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν σε θέματα φύλου, μετανάστευσης, τεχνολογίας και κοινωνικών κινημάτων και οι δημοσιεύσεις της συμπεριλαμβάνουν τα ακόλουθα βιβλία: Φύλο και Μετανάστευση: Η καθημερινή ζωή των μεταναστριών από την Αλβανία και την Ουκρανία (2007), με τις Αλεξάνδρα Ζαββού και Μαρία Στρατηγάκη (επιμ.), Φύλο, μετανάστευση, διαπολιτισμικότητα (2013), με τις Σούλα Μαρινούδη και Γεωργία Πετράκη (επιμ.), Φύλο, κράτος πρόνοιας και ανθεκτικότητα στην κρίση (2020).
Η Όλγα Λαφαζάνη πήρε το διδακτορικό της από το Τμήμα Γεωγραφίας του Χαροκoπείου Πανεπιστημίου. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα κινούνται γύρω από τη μετανάστευση, τον αστικό χώρο, το φύλο, την τάξη και τα πολλαπλά σύνορα/όρια. Κείμενά της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή βιβλία και επιστημονικά περιοδικά. Έχει μακρόχρονη ερευνητική και διδακτική εμπειρία. Τα τελευταία χρόνια είναι Επιστημονική Υπεύθυνη του διεπιστημονικού ερευνητικού προγράμματος «Ένας αιώνας, Δύο προσφυγικές κρίσεις» (Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, χρηματοδότηση ΕΛΙΔΕΚ) το οποίο έχει στόχο να ανοίξει ένα διάλογο σε σχέση με την έννοια της προσφυγικής κρίσης αλλά και τους τρόπους που παράγονται οι φιγούρες του ξένου μέσα σε ευρύτερα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά πλαίσια στο διάστημα του τελευταίου αιώνα.
Ταυτόχρονα ξεκινάει μια συνεργασία με το Τμήμα Ευρωπαϊκής Εθνολογίας, στο Πανεπιστήμιο του Humboldt στο Βερολίνο για μια έρευνα με τίτλο «Political Economies of Refugee Camps» (χρηματοδότηση Marie Curie Postdoctoral Fellowships).
Τέλος, είναι Επιστημονική Εκπρόσωπος ενός προγράμματος δικτύωσης και ερευνητικής συνεργασίας γύρω από ζητήματα Συνόρων, Μετανάστευσης και Τεχνολογίας (χρηματοδότηση COST).
























