
Για το δοκίμιο της Ανί Ερνό (Annie Ernaux) «Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, εκδ. Μεταίχμιο).
Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου
Η Ανί Ερνό, μια φεμινίστρια με πρόδηλες τις επιρροές του μαρξισμού, του υπαρξισμού και της φαινομενολογίας, στο βιβλίο της Κοίτα τα φώτα, αγάπη μου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, όπως και όλα τα υπόλοιπα μεταφρασμένα έργα της (δώδεκα από τα είκοσι τρία στο σύνολο), επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία του καθημερινού ως πεδίου κοινωνικής ανάλυσης. Όπως σε όλα τα κείμενά της, έτσι κι εδώ συνδυάζει την αυτοβιογραφία με στοιχεία κοινωνικής αποτύπωσης και στοχάζεται πάνω στο σουπερμάρκετ ως τόπο διαμόρφωσης ασυνείδητων αντιλήψεων, ως χώρο αναπαράστασης στην τέχνη και ως ένα μέρος όπου συναντιούνται άνθρωποι διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης και ως εκ τούτου αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για ανθρωπολογική και κοινωνική μελέτη για κάποιον που ενδιαφέρεται να γνωρίσει την κοινωνική πραγματικότητα της χώρας του και όχι μόνο.
«Αφηγείσαι την εποχή σου σημαίνει τη βλέπεις» λέει η Ερνό, η οποία με την οξυδερκή ματιά της συγκεντρώνει τις ημερολογιακές παρατηρήσεις της σε διάρκεια ενός έτους, από τον Οκτώβριο του 2012 έως τον Σεπτέμβριο του 2013, κατά το οποίο επισκέπτεται την υπεραγορά Auchan στο εμπορικό κέντρο Les Trois-Fontaines, περιδιαβαίνει στους διαδρόμους της και καταγράφει τις σκέψεις της, οι οποίες η αλήθεια είναι ότι ενώ δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπες, με την έννοια ότι κάποια αντίστοιχα πράγματα όλοι πάνω κάτω τα έχουμε σκεφτεί κι έτσι επί τοις ουσίας δεν αποκαλύπτουν κάτι νέο στον αναγνώστη, παραμένουν όμως σημαντικές και δίνουν μια πολιτική και φεμινιστική χροιά, φωτίζοντας κάποια πράγματα που ακόμα και σήμερα δεν είναι αυτονόητο πως συνειδητοποιούμε. Σε μια εποχή, μάλιστα, που οι επισκέψεις στις υπεραγορές έχουν αντικατασταθεί από τις ονλάιν παραγγελίες, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα μεσαία και ανώτερα κοινωνικά στρώματα, η καταγραφή αυτή είναι πολύτιμη, γιατί σηματοδοτεί την ύπαρξη και το τέλος μιας εποχής όπου όλα τα κοινωνικά στρώματα συνυπήρχαν σε αυτούς τους ναούς του φιλελεύθερου καπιταλισμού.
Η επιλογή της υπεραγοράς ως πεδίου στοχασμού πάνω στο κοινωνικό γίγνεσθαι αποτελεί για την Ερνό πράξη πολιτική, αφού η απουσία του σουπερμάρκετ ως χώρου αναπαράστασης στα μυθιστορήματα δεν αποτελεί ζήτημα αισθητικής προτίμησης αλλά σχετίζεται πρωτίστως με την αξιολογική κρίση ενός χώρου που αφορά ως επί το πλείστον τις γυναίκες, οι οποίες μάλιστα ανέκαθεν αποτελούσαν και τον εμπορικό στόχο. Όπως αναφέρει η ίδια, «ό,τι δεν έχει αξία στη ζωή δεν έχει και για τη λογοτεχνία». Μάλιστα, το σουπερμάρκετ αποτελεί μία από τις πολλές αόρατες δραστηριότητες που σχετίζονται με τις γυναίκες, προϊόν του καπιταλιστικού καταμερισμού εργασίας που τις θέλει να εργάζονται αμισθί. Είναι και ζήτημα όμως ταξικό, εφόσον οι συγγραφείς, μέχρι τουλάχιστον τη δεκαετία του ’70, ήταν κυρίως άντρες (αλλά και γυναίκες) αστικής καταγωγής που φυσικά δεν σύχναζαν στα σουπερμάρκετ. Κι αν θεωρήσουμε τη φωτογραφία ως μια μορφή αφήγησης, τόσο ασήμαντη θεωρείται η υπεραγορά ως χώρος, ώστε κανείς δεν επιλέγει να φωτογραφηθεί εκεί, αφού η παρουσία μας εκεί είναι κάτι το οποίο δεν αξίζει να αποτυπωθεί.
Με άλλα λόγια, πού δίνεται το βάρος, ποια βιβλία προωθούνται και από ποιον; Κι αν υποθέσουμε ότι σε ένα σούπερ μάρκετ κάποιες θέσεις, όπως αυτές του κρεοπωλείου ή του ψαράδικου είναι ιεραρχικά ανώτερες, ποιοι τις κατέχουν;
Έμφυλα στερεότυπα αναπαράγονται και μέσω των παιχνιδιών που εκτίθενται προς πώληση. Τα παιχνίδια που απευθύνονται στα κορίτσια είναι απομιμήσεις δραστηριοτήτων που προορίζονται για τις γυναίκες. Κουζίνες, σίδερα, πλυντήρια υποτίθεται ότι αφορούν τα κορίτσια ενώ στο ράφι των βιβλίων, με δεδομένο ότι οι γυναίκες διαβάζουν περισσότερο, φιγουράρουν σε περίοπτη θέση τσελεμεντέδες. Γιατί τι άλλο μπορεί να διαβάζει μια γυναίκα πέρα από βιβλία μαγειρικής και εύπεπτα αισθηματικά μυθιστορήματα; Το γεγονός βέβαια ότι η περιοχή των βιβλίων δεν διαθέτει κανέναν υπάλληλο, ενώ αυτή των ηλεκτρονικών συσκευών απασχολεί πολλούς άντρες, που ως επί το πλείστον δεν κάνουν τίποτα, απηχεί πέρα από την έμφυλη ανισότητα και πολιτική πρόθεση. Με άλλα λόγια, πού δίνεται το βάρος, ποια βιβλία προωθούνται και από ποιον; Κι αν υποθέσουμε ότι σε ένα σούπερ μάρκετ κάποιες θέσεις, όπως αυτές του κρεοπωλείου ή του ψαράδικου είναι ιεραρχικά ανώτερες, ποιοι τις κατέχουν;
Ομογενοποίηση και συγκέντρωση ισχύος
Το σουπερμάρκετ λειτουργεί ως χώρος όπου οι επιταγές του φιλελεύθερου καπιταλισμού αναπαράγονται στην πράξη μέσα από την ομογενοποίηση αλλά και τη συγκέντρωση ισχύος, όπου λίγες μεγάλες εταιρείες ελέγχουν μεγάλο μέρος τη αγοράς. Το Αuchan για παράδειγμα ανήκει σε μια οικογένεια που κατέχει κι άλλες μεγάλες αλυσίδες όπως τα Leroy Merlin, το Decathlon κ.α. όμως και το πρώτο Carrefour ανήκε σε μια οικογένεια που έτρωγε με χρυσά κουτάλια. Με στόχο το κέρδος, οι αλυσίδες οδηγούνται σε δελεαστικές προσφορές και καινοτομίες, όπως η συλλογή πόντων, που συνδέουν τους πελάτες με συγκεκριμένα προϊόντα. Σε έναν χώρο όπου συνυπάρχουν όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλες οι εθνότητες, η αγορά επωφελείται από αυτό, υιοθετώντας εθνοτικό μάρκετινγκ με προϊόντα απ’ όλο τον κόσμο και θεματικές εβδομάδες. Η Ερνό, θέλοντας να στρέψει την προσοχή στις συνθήκες εργασίας των ανθρώπων που παράγουν φτηνά προϊόντα, καθιστώντας εφικτές τις χαμηλές τιμές, παρεμβάλει διαρκώς στις σημειώσεις της ειδήσεις που αφορούν εργατικά ατυχήματα σε χώρες του τρίτου κόσμου, όπως το Μπαγκλαντές. Η αναλογία μεταξύ πλούσιων και φτωχών αποτυπώνεται τόσο στον χώρο που καταλαμβάνει το ντελικατέσεν (αναλογικά πολύ μικρότερος σε σχέση με άλλους), όσο και στο γεγονός ότι είναι άδειο, ενώ η τοποθεσία του τμήματος των προσφορών δίπλα στις σκυλοτροφές φέρει μια σημειολογία τουλάχιστον εξοργιστική.
Η αλλαγή δεν μπορεί να έρθει από αλλού παρά μόνο από τους καταπιεσμένους και μακάρι να ήταν αλλιώς.
Ένα τρίτο κομμάτι στο οποίο η Ερνό είναι καταπληκτική αφορά την ψυχολογική παρατήρηση των ανθρώπων, μέσα από την καταγραφή λεπτών συμπεριφορών που αποκαλύπτουν τα ασυνείδητα κίνητρα και τις καταπιεσμένες επιθυμίες τους. Τα ράφια της ψυχοθεραπείας, όπως τα ονομάζει, είναι αυτά στα οποία οι άνθρωποι στέκονται και ονειρεύονται πως οι επιλογές τους αλλάζουν τη ζωή τους – η στιγμή μάλιστα που επιλέγουν να βάλουν τα εκάστοτε προϊόντα στο καλάθι είναι κομβική. Σε μια κατά τ’ άλλα κοινότητα περισσότερο επιθυμιών παρά δράσης, το όνειρο και η φαντασίωση περνούν στην πράξη. Διακρίνει επίσης μια σχέση ανισότητας ανάμεσα σε πελάτη και εργαζόμενο. Δεν μπορεί κάποιος πελάτης να ρωτήσει τον υπάλληλο αν πληρώνεται καλά ούτε ποιες είναι οι συνθήκες εργασίας του, παρόλο που και οι δύο στην πραγματικότητα ανήκουν στην ίδια πλευρά. Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση είναι ότι ακόμα και οι άνεργοι, θύματα της μετεγκατάστασης των εργοστασίων σε χώρες του τρίτου κόσμου, επωφελούνται από τις χαμηλές τιμές που προκύπτουν λόγω αυτού και πως δεν υπάρχει κανένας τρόπος να έρθει η αλλαγή, αφού και αυτοί που γνωρίζουν και οι άλλοι που υπήρξαν θύματα τελικά σιωπούν. Η αλλαγή δεν μπορεί να έρθει από αλλού παρά μόνο από τους καταπιεσμένους και μακάρι να ήταν αλλιώς.
Αναφέρει επιπλέον ότι οι άνθρωποι στο τμήμα με τα κατοικίδια είναι πιο κοινωνικοί, χωρίς να το ερμηνεύει, καθώς και το ότι η αγάπη προς τα παιδιά έχει συνδεθεί με το πόσα πράγματα αγοράζουν γι’ αυτά. Όσα εντοπίζει σχετικά με τον τρόπο που λειτουργούμε σε ανθρώπινο επίπεδο αποκαλύπτουν το βάθος της σκέψης της. Πόσο υπάκουοι είμαστε, πόσο θέλουμε να τα καταφέρουμε με το αυτόματο μηχάνημα χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι η ανάγκη αυτή μάς δημιουργεί παρωπίδες και δεν αντιλαμβανόμαστε ότι όσοι δεν τα καταφέρνουν αποκλείονται, ενώ παράλληλα οι θέσεις εργασίας μειώνονται. Παρατηρεί ακόμα ότι εκεί που στο παρελθόν οι πελάτες θα εκνευρίζονταν με μια αργή υπάλληλο, τώρα εκνευρίζονται με τον πελάτη που δεν τα καταφέρνει. Κάτι ακόμα ενδιαφέρον είναι ότι οι άνθρωποι στις γιορτές μπορεί να υποφέρουν, να βιώνουν μοναξιά, οικονομικά προβλήματα, όπως παρατηρεί, όμως, πηγαίνουν με χαρά στο σούπερ μάρκετ, γιατί νιώθουν μέρος του εορταστικού θεάματος. Σε ένα ακόμα βαθύτερο επίπεδο, για την Ερνό το σουπερμάρκετ αντικατοπτρίζει το καταπιεσμένο όνειρο της επιθυμίας συσσώρευσης.
Στοχάζεται πάνω στις λέξεις που χρησιμοποιεί γνωρίζοντας ότι η γλώσσα δεν είναι ποτέ ουδέτερη.
Τέλος, στο ακόμα πιο εξειδικευμένο κομμάτι της ψυχογλωσσολογίας, η Ερνό φαίνεται να έχει επίγνωση της γλώσσας ως μέσου διαμόρφωσης της αντίληψης και της ταυτότητας. Στοχάζεται πάνω στις λέξεις που χρησιμοποιεί γνωρίζοντας ότι η γλώσσα δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Αν πω «μια γυναίκα», λέει, σιωπηρά λευκαίνω, γιατί ο αναγνώστης θα φανταστεί λευκή γυναίκα, οπότε η χρήση των λέξεων έχει σημασία. Άλλωστε, η ψυχογλωσσολογία εμφανίζεται και στο πώς η γλώσσα που μεταχειρίζεται η αγορά σαγηνεύει και επηρεάζει τον καταναλωτή, γεγονός που η συγγραφέας το παρατηρεί και το καταγράφει.
Η Ερνό μετατρέπει έναν καθημερινό χώρο σε πεδίο στοχασμού, όπου συμπλέκονται το φύλο, η εξουσία, η ψυχολογία και η γλώσσα. Δίνει στην επιλογή της αυτή χαρακτήρα πολιτικό και συμπεριληπτικό και διαφυλάσσει με την αφήγησή της μια εποχή που καθώς φαίνεται έχουμε αφήσει πίσω μας ανεπιστρεπτί, αφού το σουπερμάρκετ δεν αποτελεί πλέον χώρο συνάντησης με τον τρόπο που ξέραμε και κάποιες γενιές δεν θα βιώσουν ποτέ αυτό που για μας ήταν κάποτε κομμάτι της καθημερινότητας.
*Η ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ είναι εκπαιδευτικός, κάτοχος Μεταπτυχιακού στη Δημιουργική Γραφή.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Απ’ τους ανθρώπους το μόνο που βλέπω είναι το σώμα, το παρουσιαστικό, οι κινήσεις τους. Και ό,τι βάζουν στο καλάθι ή στο καρότσι τους. Έτσι καταλαβαίνω, λίγο πολύ, και το βιοτικό τους επίπεδο. Αλλά δεν μπορώ να δω το ουσιώδες, που το αποκρύπτουν ακόμα και τα ξέχειλα, από τις αγορές του Σαββατοκύριακου, καρότσια: οι αδιάκοποι υπολογισμοί που οι περισσότεροι άνθρωποι είναι υποχρεωμένοι να κάνουν για να συνδυάσουν την ανάγκη της τροφής με τις τιμές των προϊόντων. Όσο λιγότερα χρήματα έχεις τόσο περισσότερο τα ψώνια απαιτούν έναν αλάθητο, σχολαστικό υπολογισμό. Χρειάζεται πιο πολύς χρόνος. Κάνεις τη λίστα με τ’ αναγκαία. Επιλέγεις από το φυλλάδιο τις καλύτερες προσφορές. Είναι μια μορφή εργασίας οικονομικού χαρακτήρα, ανεκτίμητη, βασανιστική, πλήρους απασχόλησης για χιλιάδες γυναίκες και άντρες. Η απαρχή του πλούτου ‒της ελαφρότητας του πλούτου‒ μπορεί να αποτιμηθεί με την ακόλουθη πράξη: να πάρεις κάτι απ’ το ράφι των τροφίμων δίχως να κοιτάξεις πρώτα την τιμή. Η ταπείνωση που επιβάλλουν τα εμπορεύσιμα αγαθά: είναι πολύ ακριβά, επομένως εγώ δεν αξίζω τίποτα».
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Annie Ernaux (Ανί Ερνό, 1940) είναι μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες συγγραφείς της Γαλλίας. Έχει λάβει πλήθος διακρίσεων για το πλούσιο πεζογραφικό της έργο που αφορμάται από την προσωπική της εμπειρία, στο οποίο ξεχωριστή θέση έχει η αυτοβιογραφία της με τίτλο Τα χρόνια (2008). Μεταξύ άλλων τιμήθηκε με το βραβείο Μαργκερίτ Γιουρσενάρ για τη συνολική της συνεισφορά στα γράμματα, ενώ ήταν υποψήφια για το Man Booker International το 2019.

Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο κυκλοφορούν τα βιβλία της Ο τόπος, Μια γυναίκα, Τα χρόνια, Το γεγονός, Ο νεαρός άνδρας, Αναμνήσεις ενός κοριτσιού, Πάθος, Η εμμονή, Η ντροπή, Γραφή κοφτερή σαν μαχαίρι και Η άλλη κόρη. Το 2022 η Σουηδική Ακαδημία της απένειμε το Νόμπελ Λογοτεχνίας.
























