
Για τα βιβλία «Ειρήνη, πόλεμος, πολιτική, συνωμοσίες – Οι Έλληνες αξιωματικοί, 1935-1945» (εκδ. Πατάκη) του Τάσου Σακελλαρόπουλου και «Η δεύτερη ζωή του Ελευθέριου Βενιζέλου – Οικοδομώντας έναν εθνάρχη (1936–1967» (εκδ. Θεμέλιο & Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος») του Χρήστου Τριανταφύλλου. Δύο βιβλία ιστορίας που μελετούν δυο μεταμορφώσεις: τις μεταμορφώσεις του στρατού κατά τη δεκαετία του 1935-1945, το ένα, τις μεταμορφώσεις της χρήσης της μνήμης του Βενιζέλου για πολιτικούς σκοπούς, το άλλο.
Γράφει ο Γιώργος Σιακαντάρης
Το πρώτο βιβλίο που εξετάζουμε, του Τάσου Σακελλαρόπουλου, παρακολουθεί τις μεταμορφώσεις του στρατού κατά τη δεκαετία του 1935-1945, χωρίς να ξεχνά και τα προηγούμενα χρόνια του Εθνικού Διχασμού και τα επόμενα που οδήγησαν στη δικτατορία, και το άλλο, του Χρήστου Τριανταφύλλου, μελετά τις μεταμορφώσεις της χρήσης της μνήμης του Βενιζέλου για παρόντες πολιτικούς σκοπούς. Μια μελέτη δηλαδή, στο πρώτο, για το πώς ο στρατός μεταλλασσόταν, από όργανο των δυο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, μια σε αυτόνομο όργανο και μια σε όργανο μόνο του Θρόνου έως το 1967, όπου εκθρονίστηκε και ο Θρόνος. Και μια μελέτη για το πώς, στο δεύτερο, «οι ιδεολογικές χρήσεις της ιστορίας» μετέτρεπαν, μετά τον θάνατό του, τον Βενιζέλο άλλοι και άλλοτε ως εθνικόφρονα, άλλοι και άλλοτε ως αντιδεξιό, άλλοι και άλλοτε ως φίλο και άλλοι και άλλοτε ως εχθρό της βασιλείας, άλλοι και άλλοτε ως διώκτη του κομμουνισμού και άλλοι και άλλοτε ως συνοδοιπόρο του.
Ας τα δούμε ξεχωριστά.
Τάσος Σακελλαρόπουλος, Ειρήνη, πόλεμος, πολιτική, συνωμοσίες – Οι Έλληνες αξιωματικοί, 1935-1945 (εκδ. Πατάκη)
Οι μεταμορφώσεις του ελληνικού στρατού
Οι αναγνώστριες και αναγνώστες αυτού του σημαντικού έργου θα ξεναγηθούν στα μονοπάτια αλλά και στις λεωφόρους που οδήγησαν στην εργαλειοποίηση του ελληνικού στρατού. Θα δουν το πώς αυτός ξεκινώντας από τον πολιτικό αλυτρωτισμό και ένα ισχυρό πατριωτισμό στις αρχές του 20ου αιώνα έγινε αρχικά το στρατιωτικό μέσο των δυο μεγάλων παρατάξεων του Εθνικού Διχασμού της εποχής και το πώς στη συνέχεια αυτό το μέσο αυτονομήθηκε σχετικά, μέχρι να φτάσουμε στη δικτατορία του Μεταξά αρχικά (αν και ακόμη ο Θρόνος σ’ αυτήν έπαιζε μείζονα ρόλο) και στη δικτατορία της 21ης Απριλίου, όπου και ο Θρόνος εκθρονίστηκε.
Ο στρατός ήδη από τον 19ο αιώνα, κατά τον συγγραφέα, ιστορικό, υπεύθυνο των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη και μέλος των ΑΣΚΙ, δεν είχε μόνο σημαίνοντα ρόλο στην άμυνα και στην επίθεση της χώρας, αλλά και διατηρούσε ιδιαίτερο ρόλο στην ηθική συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας. Η οντότητα του Έλληνα αξιωματικού δεν ήταν απλά μια επαγγελματική διέξοδος, αλλά αποκτούσε και υψηλό συμβολικό κύρος. Παρά την πολιτική του δύναμη όμως, ο στρατός όσο ήταν κυρίαρχη η ιδέα του αλυτρωτισμού προχωρούσε σε κινήματα πάντα έπειτα από εντολές πολιτικών ηγετών, ποτέ αυτόνομα, ποτέ από «τα κάτω». Ο Θρόνος κατ’ αυτό το διάστημα επιχειρούσε να παρουσιάσει κάθε τι φιλοβασιλικό ως υπεράνω πολιτικής και ακομμάτιστο και ή άλλη πλευρά κάθε τι φιλοβενιζελικό ως προάσπιση του εθνικού αλυτρωτισμού. Αυτά πλέον δεν είχαν βάση νομιμοποίησης τη δεκαετία του 1935-1945. Σ’ αυτήν, όπου προ πολλού ο αλυτρωτισμός ήταν ξεπερασμένος λόγω της ήττας του 1922, συνέβησαν έξι μεγάλα γεγονότα: Το Κίνημα του 1935, η δικτατορία Μεταξά, ο Πόλεμος στα βουνά της Αλβανίας, η Μάχη της Κρήτης, ο εξόριστος στη Μέση Ανατολή στρατός και κυβέρνηση και τέλος τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος που τ’ ακολούθησε. Αυτά τα γεγονότα παρακολουθεί ο συγγραφέας με σεβασμό στο επάγγελμα και τη γραφή ενός ιστορικού όχι όμως με απολιτική ουδετερότητα απέναντι στους δρώντες παράγοντές τους.
Το Κίνημα του 1935
Του Κινήματος της 1ης Μαρτίου του 1935 είχε προηγηθεί αυτό του Πλαστήρα της 6ης Μαρτίου 1933, την επομένη της ήττας του Βενιζέλου στις εκλογές, το οποίο όμως δεν βρήκε πολιτική κάλυψη από τον ίδιο τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Το Κίνημα του 1935 υποστηρίχθηκε φανερά από αυτόν. «Η έλλειψη συντονισμού και κυρίως η έλλειψη στράτευσης για την πραγμάτωση του σκοπού ήταν οι βασικοί λόγοι για το θνησιγενές της ενέργειας» (σ. 61). Η τριχοτόμηση του Κινήματος στην Αθήνα, στον βορρά και στον πλου του στόλου οδήγησε στην αποδιοργάνωση του. Ο πιο σημαντικός όμως λόγος της ήττας του Κινήματος του 1935 ήταν η πολυαρχία, η κακή οργάνωση και η βεβαιότητα που είχαν οι κινηματίες για την αποδοχή τους στο στράτευμα. Βεβαιότητα που αποδείχθηκε παντελώς λανθασμένη. Η αποτυχία του οδήγησε στην πλήρη εκκαθάριση του στρατού από τους βενιζελικούς αξιωματικούς, ως συνέχεια των εκκαθαρίσεων του 1922 – 1925 των φιλοβασιλικών αξιωματικών.
Ένα είναι εδώ δεδομένο, η έντονη πολιτικοποίηση του στρατού και η υπαγωγή του εναλλάξ σ’ ένα από τους δυο αστικούς πόλους της πολιτικής. Ήδη όμως ο στρατός άρχισε να δείχνει και τα «αυτόνομα δόντια του» από την εποχή της δικτατορίας το Παγκάλου το 1925 και συνέχισε με το Κίνημα Πλαστήρα το 1933 και πολύ περισσότερο με αυτό του 1935. Από το 1933 στον στρατό ως απάντηση στην εκλογική ήττα του Βενιζέλου το 1932 είχαν ιδρυθεί φιλοβενιζελικά σώματα εντός του στρατού, όπως η Δημοκρατική Άμυνα και η Ελληνική Στρατιωτική Οργάνωση (ΕΣΟ), την ηγεσία της οποίας ανέλαβε ο συνταγματάρχης Στέφανος Σαράφης. Σε απάντηση αυτών των κινήσεων οι βασιλόφρονες αξιωματικοί ίδρυσαν την Οργάνωση «Εθνικόν Κυρίαρχον Κράτος» υπό τον πρώην βενιζελικό στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη.
Πάντως δεν πρέπει να ξεχνάμε πως και τα δυο Κινήματα αποσκοπούσαν στην εκδίωξη του νικητή των εκλογών. Δεν ήταν δηλαδή αυτό που θα ονομάζαμε δημοκρατικά Κινήματα.
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου
Καθόλου παράξενο που τα ακολούθησε μια δικτατορία. Αυτή του Μεταξά, η οποία ήταν ακολουθία των Κινημάτων του 1933 και 1935, αφού πλέον ήταν εμφανής η νομιμοποίηση της ανάμειξης του στρατού στην πολιτική. Καθώς ο αλυτρωτισμός είχε ήδη στερηθεί τις βάσεις του, το καθεστώς Μεταξά οργάνωσε τη δική του εκδοχή εθνικής ιδεολογίας συνδεδεμένης με την αρχαιότητα και βασισμένης στον αυτο-θαυμασμό. Παρακαταθήκη για το κράτος του αντικομμουνισμού μετά το 1945 και για τη δικτατορία του 1967. Τρεις ήταν οι λόγοι που δεν αναπτύχθηκε σοβαρό αντιμεταξικό κίνημα.
- Πρώτον ήταν η σύμπλευση των φιλοβασιλικών – νομιμόφρονων αξιωματικών με το καθεστώς Μεταξά,
- δεύτερο, η αποψίλωση από τους βενιζελικούς αξιωματικούς που είχε συντελεστεί από το 1935
- και τρίτον η διαρκής απειλή από την Ιταλία.
Ο στρατός και κυρίως οι Ευέλπιδες αποτέλεσαν τον ισχυρό βραχίονα της δικτατορίας. Ενώ όμως εσωτερικά ο στρατός ενισχύθηκε, ο συγγραφέας εξετάζει τα σχέδια της ηγεσίας του στρατεύματος για την αντιμετώπιση της ιταλικής απειλής και τα βρίσκει εντελώς απαρχαιωμένα για ένα σύγχρονο αμυντικό πόλεμο. Αυτό εξηγεί γιατί μετά το ξέσπασμα του Πολέμου στο ελληνοαλβανικό Μέτωπο οι αξιωματικοί του Μετώπου αυτονομήθηκαν από τις εντολές του Κεντρικού Επιτελείου του Αρχιστράτηγου των ελληνικών δυνάμεων Αλέξανδρου Παπάγου στην Αθήνα.
Ο πόλεμος στα βουνά της Αλβανίας
Με δεδομένο πως ο Μεταξάς απέφευγε κάθε πρόκληση κατά της Ιταλίας, ακόμα και μετά τον βομβαρδισμό της Έλλης και με δεδομένο πως έως τότε ο ελληνικός στρατός ήταν προετοιμασμένος για να λειτουργεί μόνο εντός των βαλκανικών ορίων, η προετοιμασία γι’ αυτόν τον πόλεμο ήταν παντελώς ελλιπής. Εδώ όμως η είσοδος των εφέδρων αξιωματικών και οπλιτών στον πόλεμο άλλαξε τα δεδομένα. Η πορεία της ελληνοιταλικής σύγκρουσης και το υψηλό ποσοστό συμμετοχής του λαϊκού στοιχείου «ευνόησαν την πατριωτική συσπείρωση καθώς και την πολιτική αμφισβήτηση των προπολεμικών κατεστημένων» (σ.88). Η Μάχη των Οχυρών στην Αλβανία ανέδειξε τη λαϊκότητα στο στρατό.
Μετά τον θάνατο του Μεταξά το 1940 πλέον μόνο ο Θρόνος παίζει καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ηγεσία και αυτός αποφασίζει τη στενή συνεργασία με τους Βρετανούς. Αυτές οι εξελίξεις και η αυτονόμηση των αξιωματικών του Μετώπου από το ευρισκόμενο σε μεγάλη απόσταση Διοικητικό Στρατιωτικό Κέντρο οδήγησε στην ανάπτυξη και ενός τρίτου στοιχείου εντός του στρατεύματος. Αυτό της Αριστεράς. Με τη συμμετοχή της Αριστεράς οι δυο πόλοι έγιναν τρεις, πράγμα που κορυφώθηκε στον στρατό της εξόριστης στη Μέση Ανατολή Ελλάδας και στην Αντίσταση εντός της χώρας. Πριν απ’ αυτό όμως είχαμε τη σύγκρουση μεταξύ των αξιωματικών του Μετώπου που αφενός αντιμετώπισαν με επιτυχία τον ιταλικό στρατό, αλλά αφετέρου επιδίωξαν συνθηκολόγηση μετά την εισβολή των Γερμανών. Η αντίθεση Βρετανών και Θρόνου απέναντι στη συνθηκολόγηση οφειλόταν στο γεγονός πως αυτοί ήθελαν πρώτα να προετοιμαστεί καλύτερα η φυγή του Γεωργίου Β’ και κυρίως των στρατευμάτων της Κοινοπολιτείας που υπήρχαν στην Ελλάδα. Ο αρχηγός του Γ’ Σώματος Στρατού στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου συνθηκολογεί χωρίς την άδεια των ανωτέρων του και στη συνέχεια ορίζεται ως ο πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός.
Η μάχη της Κρήτης
Αυτή η Μάχη ήταν η τελευταία της ελεύθερης Ελλάδας πριν οι ναζί κατακτήσουν όλη τη χώρα και συνέβαλε και αυτή στις μεταμορφώσεις του ελληνικού στρατού. «Ιδιαίτερα η λυσσώδης πολεμική προσπάθεια και η αυτοθυσία ανδρών και γυναικών και ο ηρωισμός των ευέλπιδων, μαζί με την καταστροφή του όπλου των αλεξιπτωτιστών, αποτέλεσαν τους καθοριστικούς παράγοντες ώστε να καθιερωθεί η Μάχη της Κρήτης ως τεκμήριο συνείδησης στον ηθικό κώδικα των αξιωματικών του ελληνικού στρατού» (σ. 162-163). Αυτά όμως δεν έφταναν για την νίκη.
Πέραν της υπεροπλίας του γερμανικού στρατού στην ήττα οδήγησε και το γεγονός πως ο Θρόνος και οι Βρετανοί φοβήθηκαν τον αυθορμητισμό της λαϊκής συμμετοχής και κοίταξαν να τον περιορίσουν. Επίσης θεωρώντας οι Βρετανοί πως η επίθεση θα γίνει με ναυτική απόβαση, δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένοι για τη ρίψη των αλεξιπτωτιστών. Αυτή η Μάχη όμως ούτως ή άλλως συνέβαλε στην επαγγελματοποίηση του στρατού που διέφυγε στη Μέση Ανατολή.
Η Ελλάδα και ο στρατός της στη Μέση Ανατολή
Στην πρώτη περίοδο (Μάιος 1941 – Μάρτιος 1942) σε συνθήκες δυο ελληνικών κυβερνήσεων –της κατοχικής και της εξόριστης– ο έλεγχος του στρατεύματος έπαιζε πιο κεντρικό ρόλο από την πολεμική αποστολή του. Η εξόριστη κυβέρνηση περιοριζόταν από το γεγονός πως ήταν μια κυβέρνηση, και ένας στρατός, χωρίς δικό τους έδαφος. Δρούσαν εκτός του εθνικού εδάφους και συνεπώς στερούνταν τη νομιμοποίηση που κάτι τέτοιο προσφέρει. Ο ρόλος αυτής της κυβέρνησης δεν ήταν να οδηγήσει στην απελευθέρωση, αλλά στο να συμβάλλει στον συμμαχικό αγώνα. Αφού ο συγγραφέας παρακολουθήσει την αρχή της φυσικής συγκρότησης των εξόριστων ελληνικών ενόπλων δυνάμεων, τις μορφές εθελοντισμού και συλλογικών πρωτοβουλιών στον εξόριστο στρατό, διακρίνει όλα τα γεγονότα και τις πρακτικές που ανέτρεψαν τα παραδοσιακά δεδομένα στο εσωτερικό του στρατού.
Στη Μέση Ανατολή μεταφέρθηκαν οι εσωτερικές συγκρούσεις της προ και μετά του 1935 περιόδου. Μόνο που τώρα υπήρξε μια διαφορά. Η Αριστερά πλέον δεν ήταν μόνο πολιτικός παράγοντας. Αυτή ήταν και στρατιωτικός παράγοντας. Την εύρισκε κανείς και εντός του στρατού. Διαφορά που αποκρυσταλλώθηκε και σε μια αρχική συμμαχία των βενιζελικών αξιωματικών με τους αριστερούς έφεδρους αξιωματικούς και οπλίτες. Ο συγγραφέας διακρίνει εδώ από τη μια τη δημιουργία στον στρατό μιας βασιλόφρονος Δεξιάς. Το 1943 ιδρύεται μια οργάνωση νέων υπερδεξιών αξιωματικών η ΕΝΑ (Ένωση Νέων Αξιωματικών), προαναγγελία του προεμφυλιακού ΙΔΕΑ (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών), οργάνωση που ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1944 και έφτασε συνωμοτώντας κατά της δημοκρατίας ως τη χούντα. Από την άλλη δημιουργείται η αριστερή ΑΣΟ (Αντιφασιστική Στρατιωτική Οργάνωση), η οποία ως το τέλος της κινείτο μεταξύ μεταρρύθμισης και επανάστασης. Ό,τι ακριβώς «ταλαιπωρούσε» και τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ στην κατεχόμενη Ελλάδα.
Από τον Απρίλιο του 1942 έως τον Μάρτιο του 1943 έχουμε δυο κέντρα εξουσίας στην εξόριστη κυβέρνηση. Το ευρισκόμενο στο Λονδίνο υπό τον πρωθυπουργό Εμμανουήλ Τσουδερό και το ευρισκόμενο στη Μέση Ανατολή υπό τον αντιπρόεδρο Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Αυτός προσπάθησε να ενισχύσει τη δύναμη των μαχητικών, νεότερων αξιωματικών του εξόριστου στρατού και μαζί με αυτούς τη δική του και να περιορίσει την ανερχόμενη δύναμη της Αριστεράς στον στρατό της Μέσης Ανατολής. Αν και το επιδίωξε, δεν κατόρθωσε να συμπτύξει μια στέρεη συμμαχία φιλοβασιλικών και κεντρώων αξιωματικών κατά της Αριστεράς. Την ίδια στιγμή η αδυναμία του ΚΚΕ να αποφασίσει τι ακριβώς ήθελε, οδήγησε ώστε τα δυο αριστερά Κινήματα του Μαρτίου του 1943 και του Απριλίου του 1944 –με τη συμβολή και κεντρώων αξιωματικών στο πρώτο– να μην έχουν την εμφανή επιδοκιμασία του.
Στο πρώτο, τον Μάρτιο του 1943 εξεγέρθηκαν οι ταξιαρχίες Ι και ΙΙ με την ενεργό συμμετοχή της ΑΣΟ. Αιτήματα τους ήταν να μην απομακρυνθούν οι αριστεροί αξιωματικοί από τις διοικήσεις των μονάδων, η αποπομπή όσων αξιωματικών ήταν συνδεδεμένοι με το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η αποπομπή Κανελλόπουλου. Επιτεύχθηκαν και τα τρία και όχι μόνο αυτό, οι κεντρώοι βενιζελικοί αξιωματικοί –διατηρώ επιφυλάξεις, αν τους τότε βενιζελικούς μπορούμε να τους χαρακτηρίσουμε κεντρώους– ανήλθαν στην ηγεσία του στρατεύματος.
Στο δεύτερο Κίνημα του Απριλίου του 1944 οι κεντρώοι, όντως στην εξουσία, δεν είχαν λόγους να συμμετάσχουν. Αντιθέτως στάθηκαν απέναντί του. Αυτό ξέσπασε στους κόλπους των αριστερών αξιωματικών του στρατού και του βασιλικού Πολεμικού Ναυτικού. Στα αιτήματά τους συμπεριλαμβανόταν ο σχηματισμός κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας με τη συμμετοχή της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ). Το Κίνημα κατεστάλη από βρετανικούς βομβαρδισμούς. Πολλοί συγγραφείς, όπως και ο Σακελλαρόπουλος, υποστηρίζουν πως το ΚΚΕ δεν υποκίνησε αυτό το Κίνημα. Ήταν αυθόρμητο σε μεγάλο σημείο. Νομίζω πως η επιτυχία του πρώτου Κινήματος του 1943 με τη συνεργασία «κεντρώων» με αριστερούς αξιωματικούς έδειξε πως υπήρχε και άλλη διέξοδος απ’ αυτή των Δεκεμβριανών.
Η αποτυχία του δεύτερου Κινήματος οδήγησε στη διάλυση της Αριστεράς στο στρατό και στη δημιουργία της επαγγελματικά άψογης ΙΙΙ Ορεινής Ταξιαρχίας του Θρασύβουλου Τσακαλώτου που πολέμησε στο Ρίμινι και μετά στον Εμφύλιο. Αυτή η αποτυχία της Αριστεράς στον εξόριστο στρατό προανήγγειλε τον Εμφύλιο σε ελληνικό έδαφος πλέον.
Η αποτυχία του δεύτερου Κινήματος οδήγησε στη διάλυση της Αριστεράς στο στρατό και στη δημιουργία της επαγγελματικά άψογης ΙΙΙ Ορεινής Ταξιαρχίας του Θρασύβουλου Τσακαλώτου που πολέμησε στο Ρίμινι και μετά στον Εμφύλιο. Αυτή η αποτυχία της Αριστεράς στον εξόριστο στρατό προανήγγειλε τον Εμφύλιο σε ελληνικό έδαφος πλέον. Ό,τι ακολούθησε με το Συνέδριο στον Λίβανο και τη Συνθήκη της Καζέρτας, έδειξε πως το ΚΚΕ δεν είχε αποφασίσει τι ακριβώς θέλει. Μια δημοκρατική ή μια σοσιαλιστική Ελλάδα; Και από την άλλη ήταν εμφανές πως ο βασιλιάς δεν θα αποδεχόταν να γίνει δημοψήφισμα για την επαναφορά του ή όχι, χωρίς πρώτα αυτός να έχει έλθει στην Ελλάδα. Αυτή η αμφισημία του ΚΚΕ σε συνδυασμό με τη βούληση του Θρόνου να επανέλθει στην Ελλάδα πάση θυσία οδήγησε στα Δεκεμβριανά.
Τα Δεκεμβριανά
Το ΚΚΕ απάντησε στην προβοκάτσια της χωροφυλακής και της αστυνομίας στη συγκέντρωση της 3ης Δεκεμβρίου του 1944, αλλά και των ταγμάτων ασφαλείας που ζούσαν και βασίλευαν, με επιθέσεις κατά σταθμών των δυο σωμάτων. Κατά τον συγγραφέα η ηγεσία του δεν πίστευε πως οι Βρετανοί θα πάρουν και μάλιστα ένοπλα το μέρος της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου. Οι Βρετανοί δικαιολόγησαν αυτή τους την απόφαση με το επιχείρημα πως ο ΕΛΛΑΣ στασίασε κατά των Συμμαχικών Δυνάμεων και ως εκ τούτου αυτοί ήταν υποχρεωμένοι να απαντήσουν. Αν και κατά τα λεγόμενα του Κρίστοφερ Γουντχάουζ οι Βρετανοί δεν πίστευαν πως το ΚΚΕ θέλει μόνο του να πάρει την εξουσία. Ο ΕΛΑΣ για ανεξήγητους λόγους καθυστέρησε να στείλει τις περιφερειακές του δυνάμεις στην Αθήνα και έτσι έχασε τη μάχη της Αθήνας. Η Συμφωνία της Βάρκιζας ενώ αποδυνάμωσε τον ΕΛΑΣ και το ΚΚΕ, δεν μπορούσε να γυρίσει το ρολόι πίσω και να αποτρέψει τον Εμφύλιο. Τα Δεκεμβριανά εδραίωσαν το νέο διχασμό και αποτέλεσαν την αφετηρία του νέου ελληνικού στρατού, όπου θέση υπήρχε μόνο για τους βασιλόφρονες αξιωματικούς. Με το τέλος του Εμφυλίου από τον στρατό εκδιώχθηκε πλήρως και το Κέντρο και ο Θρόνος μονοπώλησε τον έλεγχό του. Σ’ αυτόν τον πλήρη έλεγχο του στρατού στο εξής από τον Θρόνο ο συγγραφέας αναζητεί την εξέλιξη της παρεμβατικής ταυτότητας του στρατεύματος που από το 1950 και την επιρροή του ΙΔΕΑ και της Ορεινής Ταξιαρχίας θα αρχίσει να αποκτά στοιχεία αυτόνομης ταυτότητας και ιδιοτελούς παρεμβατικότητας, τα οποία κορυφώθηκαν με την 21η Απριλίου.
Ένα βιβλίο που με εξαιρετικό τρόπο δείχνει πώς μέχρι το 1974 ο στρατός αποτέλεσε σημαντικό πολιτικό παράγοντα. Ο στρατός μετά το 1935 υποκατέστησε ακόμη και την έννοια του λαού, με τις γνωστές τραγικές συνέπειες για τη δημοκρατία αυτού του τόπου. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Τα οφέλη από τη μελέτη του θα είναι πολλαπλά. Ο συγγραφέας βούτηξε στα Αρχεία και στα ντοκουμέντα της εποχής για να ανασύρει από εκεί τον λαγό των επεμβάσεων του στρατού στην πολιτική. Επεμβάσεις πότε ετεροκαθοριζόμενες από το βενιζελικό και πότε από το αντιβενιζελικό μπλοκ και πότε αυτόνομες, αν και πάντα με τα μάτια στραμμένα στις βουλήσεις του Θρόνου.
Τη μελέτη του βιβλίου βοηθά το ευρετήριο κύριων ονομάτων και οργανώσεων.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Η διάσταση μεταξύ της στάσης των εκπροσώπων της Αριστεράς στον Λίβανο και της αντίδρασης της ηγεσίας του ΚΚΕ στο Βουνό αντικατόπτριζε τον ασαφή –αντιφατικό προσανατολισμό του αριστερού κινήματος για το μεταπολεμικό τοπίο– ένα διττό προσανατολισμό μεταξύ της πολιτικής μεταρρύθμισης ή της ένοπλης επανάστασης. Το τέλος του πολέμου θα υποχρέωνε την εαμική ηγεσία να κάνει σαφείς τους σκοπούς της. Η παράταση του διλήμματος θα οδηγούσε τελικά στον Δεκέμβριο του 1944, η κατάληξη του οποίου θα ξεκαθάριζε το τοπίο που θα επικρατούσε στον ελληνικό στρατό για δεκαετίες» (σ. 347-348).
![]() |
|
O Χρήστος Τριανταφύλλου και ο Τάσος Σακελλαρόπουλος |
Χρήστος Τριανταφύλλου, Η δεύτερη ζωή του Ελευθέριου Βενιζέλου – Οικοδομώντας έναν εθνάρχη (1936–1967) (εκδ. Θεμέλιο & Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος»)
Πολιτικές και ιδεολογικές μεταμορφώσεις της εικόνας του Ελευθέριου Βενιζέλου
Ο νεότατος ιστορικός, ερευνητής και διδάσκων ιστορία, συγγραφέας Χρήστος Τριανταφύλλου είχε μια πολύ πρωτότυπη και δύσκολη στην πράξη υλοποίησής της ιδέα, που την έφερε σε εξαιρετικό τέλος: να μελετήσει, μέσα από εξαντλητική έρευνα σε αρχεία, προηγούμενη βιβλιογραφία, εγχειρίδια, αλλά κυρίως μέσα από την αποδελτίωση του Τύπου της εποχής, τη μετατροπή του Ελευθέριου Βενιζέλου, μετά τον θάνατό του το 1936, από ηγέτη μιας παράταξης σε ηγέτη που τον διεκδίκησαν όλες οι παρατάξεις, ακόμη και η Αριστερά, μέχρι του σημείου να χαρακτηριστεί εθνάρχης. Όχι βεβαίως όλοι με την ίδια ένταση και διάρκεια, όπως τον διεκδίκησε το Κέντρο, αλλά με την ίδια επιμονή και ιδιοτέλεια.
Ο συγγραφέας πολύ σωστά βλέπει την ανάπτυξη του Κέντρου ως ξεχωριστής πολιτικής δύναμης να εξελίσσεται μετά το 1945. «Η ύπαρξη του Κέντρου στην Ελλάδα αφορά αποκλειστικά τη μεταπολεμική εποχή, καθώς κανένας πολιτικά δρων του Μεσοπολέμου δεν αναφερόταν σ’ αυτό, ούτε αντιλαμβανόταν το πολιτικό σύστημα ως τριπαραταξιακό» (σ.50). Αφετηρία όμως της μελέτης του είναι το 1936. Αν και η μελέτη φτάνει μέχρι το 1967, αυτή δείχνει τους τρόπους χρήσης του Ελευθέριου Βενιζέλου και κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Για παράδειγμα από τη μια ο Ανδρέας Παπανδρέου, συγκρατημένος, τον επικαλείτο ως προσωπικότητα κοινώς αποδεκτή και από την άλλη ο Στέφανος Τζουμάκας ζητούσε την αποκαθήλωση των εικόνων του από τα κομματικά γραφεία και την ανάρτηση των πορτρέτων του Άρη Βελουχιώτη και των Μαρξ και Ένγκελς.
1935-1946. Η συμβολοποίηση του Ελευθέριου Βενιζέλου
Ο θάνατος του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 18 Μαρτίου 1936, ένα χρόνο μετά το αποτυχημένο Στρατιωτικό Κίνημα (ή πραξικόπημα;) του 1935, το οποίο και ο ίδιος υποστήριξε, αυτός παρουσιάστηκε από τη μια «ως έκλειψη του ήλιου» και από την άλλη ως απαλλαγή από ένα «κακοποιόν πνεύμα». Την ίδια στιγμή όμως άνοιξε και ο ασκός της ιδεολογικής χρήσης του Βενιζέλου από διαφορετικές παρατάξεις και προσωπικότητες, από τους στενούς και λιγότερο στενούς συνεργάτες του, από τους συγγενείς του, αλλά και από τους έως ότου αυτός ζούσε εχθρούς του. Μετά τον θάνατό του το 1936 ξεκίνησε η συμβολοποίησή του, με διαφορετικούς όρους απ’ ό,τι μέχρι τότε που ζούσε και τότε κινούνταν μεταξύ λατρείας και δαιμονοποίησης. Αλλά από το 1935 είχε αρχίσει μια διαδικασία προσέγγισης των λαϊκών βάσεων της Αριστεράς με αυτή του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Το Κόμμα Φιλελευθέρων (Κ.Φ.) ανησύχησε, αλλά παρόλα αυτά προχώρησε το 1936 στο Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα. Τότε εισήχθη και ο όρος «βενιζελοκομμουνισμός». Τις όποιες εξελίξεις όμως πρόλαβε η δικτατορία του Μεταξά. Στους διακηρυγμένους στόχους της οποίας ήταν η υπέρβαση του Εθνικού Διχασμού μέσα από την κατάλυση του κοινοβουλευτισμού και την πάταξη του κομμουνισμού.
Αρχίζει όμως τότε και εντείνεται, μέσα και μετά την Κατοχή, μια θετική αποτίμηση του έργου του Βενιζέλου από επιφανείς εκφραστές του αντιβενιζελισμού, με εξαίρεση φυσικά τη σύγκρουσή του με τον Κωνσταντίνο Α’. Μέχρι και η Κατοχική Κυβέρνηση έκανε ανοίγματα προς δική της χρήση του ονόματος του. Αλλά και το ΚΚΕ, την περίοδο της Αντίστασης, ανακάλυψε ένα Βενιζέλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Τον κοινωνικό μεταρρυθμιστή και πατριώτη Βενιζέλο. Η βενιζελική παράταξη προσπάθησε ν’ αντισταθεί σ’ αυτό το κύμα της υστερόβουλης ιδιοποίησής του επιμένοντας πως ο Βενιζέλος ήταν μόνο ο δικός της ηγέτης. Τι ήταν αυτό που έκανε όλους αυτούς, τους τόσο διαφορετικούς, να διεκδικούν τον Βενιζέλο ως σχεδόν «δικό τους άνθρωπο»;
Μέσα στην Κατοχή το πολιτειακό ξανάγινε ένα σύγχρονο διακύβευμα το οποίο εξερράγη με την Απελευθέρωση. Στις 25 Φεβρουαρίου 1945 ο Θεμιστοκλής Σοφούλης ως αρχηγός του Κ.Φ. ανακοίνωσε πως το κόμμα του τασσόταν υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Η παλιά αντίθεση βασιλικών – αντιβασιλικών πάλι πρόβαλλε απειλητική για τις δυνάμεις του αστισμού. Σημαντικό τμήμα των φιλοβενιζελικών με επικεφαλής τον Στυλιανό Γονατά δεν συμφώνησε με αυτή τη θέση. Είχε ήδη αρχίσει μια διαδικασία μετακίνησης βενιζελικών στελεχών στη Δεξιά. Παραλίγο σ’ αυτή να βρεθεί και ο γιος του Βενιζέλου Σοφοκλής. Η απάντηση των οπαδών της συνταγματικής βασιλείας ήταν να επιχειρήσει να μιλήσει για ένα Βενιζέλο που ήταν απέναντι στον κομμουνισμό και υπέρ της βασιλείας. Το μόνο «σφάλμα» του ήταν η προσωπική αντιπαλότητα του με τον Κωνσταντίνο Α’. Αυτή όμως η νέα ερμηνεία του Βενιζέλου από τον αντιβενιζελισμό δεν έγινε αποδεκτή από όλους στην φιλοβασιλική παράταξη.
Η Αριστερά μπήκε στη διαμάχη και θέλησε να ενστερνιστεί έναν Βενιζέλο, που παρά το Ιδιώνυμο, ήταν υπέρμαχος της αβασίλευτής δημοκρατίας. Έτσι διαμορφώθηκαν συνθήκες υπέρβασης του διχασμού βασιλεία-αβασίλευτη δημοκρατία από δυο άλλους διχασμούς: Εθνικοφροσύνη – Κομμουνισμός και Δεξιά – Αριστερά με το Κέντρο πότε να γέρνει προς τη μια πλευρά και πότε προς την άλλη. Η μνήμη του Βενιζέλου ήταν απαραίτητη σ’ όλους για να γείρουν την πλάστιγγα προς το μέρος τους. Έτσι ο Σοφοκλής Βενιζέλος επικαλείτο το 1946 τον πατέρα του, όταν επιχείρησε να συνεργαστεί με τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, θείος του οποίου ήταν ο μεγάλος αντίπαλος του Βενιζέλου Παναγιώτης Τσαλδάρης.
Την ίδια στιγμή το ΚΚΕ καλούσε σε κοινό αγώνα κατά της «φαυλοκρατίας», εναντίον της οποίας είχε ταχθεί και ο Ελευθέριος Βενιζέλος. «Οι δυο διχασμοί επικαλύπτονταν πλήρως και κάθε νέα πολιτική μεταμόρφωνε τις αφηγήσεις του παρελθόντος με ένα τρόπο που ταίριαζε στην αναδιαμόρφωση των στρατοπέδων» (σ. 58). Το υπό διαμόρφωση Κέντρο εξακολουθούσε να κινείται ανάμεσα σε παλινόρθωση και «κεντροποίηση». Έτσι «συγκεκριμένα, για τους φιλοβασιλικούς το Κέντρο ήταν ανάξιο επειδή είχε απομακρυνθεί από την κληρονομιά του Βενιζέλου, ενώ για το Κέντρο η Δεξιά ήταν επικίνδυνη επειδή είχε παραμείνει ίδια με τον αντιβενιζελισμό». (σ. 73). Οι χρήσεις του Βενιζέλου συνεπώς δεν ήταν μια ευκαιριακή εκλογική στρατηγική, αλλά μια μετατόπιση του κομματικού συστήματος σε άλλη πίστα αντιπαράθεσης απ’ αυτήν του Εθνικού Διχασμού του 1915-1917. Η Δεξιά επιχειρούσε να κάνει δικό της τον Βενιζέλο και το Κέντρο να τον «κεντροποιήσει». Η Αριστερά να τον χρησιμοποιήσει για να βγει από τα σκοινιά των Δεκεμβριανών στα οποία είχε στριμωχτεί. Η επίθεση στο Λιτόχωρο στις 31 Μαρτίου 1946, την έβαλε βαθύτερα σ’ αυτά. Το επίδικο πάντως όλων ήταν η συναίρεση των «δύο διχασμών».
1946-1952. Ο Βενιζέλος κατά τον Εμφύλιο και λίγο μετά
Τον Ιούνιο του 1947 στο 11ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας που διεξήχθη στο Στρασβούργο, ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης έλαβε το λόγο και προσπάθησε να προσεγγίσει το «Κέντρο» κάνοντας επίθεση στην αδιαλλαξία των βασιλοφρόνων και των Αμερικανών επικαλούμενος και το βενιζελικό παρελθόν της σύγκρουσής του με τον βασιλιά. Η πολιτική χρήση του Βενιζέλου από το ΚΚΕ κορυφώθηκε τις επόμενες μέρες. Το «κεντρώο» Βήμα κατηγόρησε το ΚΚΕ πως καπηλευόταν τον μεγάλο «πατριώτην» και «δημοκράτην», που είχε απελευθερώσει ελληνικά εδάφη, ενώ το ΚΚΕ τα παραχωρούσε στους γείτονες κομμουνιστές. Καθαρά δεξιά επιχειρηματολογία από το Κέντρο.
Την ίδια στιγμή η βασιλόφρων παράταξη παρουσίαζε τον Βενιζέλο ως ενωτικό σύμβολο των «εθνικών δυνάμεων», ως ισχυρό ηγέτη και ως προπάτορα του αντικομμουνισμού. Πως αντέδρασε το υπό εκκόλαψη Κέντρο; Με την επιστροφή το 1949 στο πολιτικό προσκήνιο του στρατάρχη Νικόλαου Πλαστήρα. Σε ανταπάντηση προσέτρεξε ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος. Ο νικητής του Εμφυλίου, ανακοίνωσε στις 31 Ιουλίου 1951 τη δική του κάθοδο στην πολιτική. Ανακύκλωση; Φαίνεται αλλά δεν είναι. Η Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου (ΕΠΕΚ) του στρατάρχη Πλαστήρα επιχειρούσε να δείξει ένα κεντροαριστερό πρόσωπο και ο Παπάγος (Ελληνικός Συναγερμός -Ε.Σ.), που σαφώς βρισκόταν εκτός των προτιμήσεων του Γεωργίου Β’, διεκδικούσε να παρουσιαστεί ως ο πραγματικός διάδοχος του Βενιζέλου. Όλοι όμως, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, διεκδικούσαν να είναι διάδοχοί του. Η χαρισματική ηγεσία έγινε συγκροτητικό στοιχείο της πολιτικής κουλτούρας της μετεμφυλιακής Ελλάδας, όπως έχει γράψει και ο Νίκος Δεμερτζής και τον επικαλείται ο συγγραφέας.
Οι εκλογές του 1952 ανέδειξαν νικητή τον Αλ. Παπάγο, ο οποίος προεκλογικά υποστήριζε πως το Κέντρο και η συνέχεια του Βενιζέλου ήταν αυτός, θέση που επικαλούνταν και τα στελέχη που εγκατέλειπαν, για το κόμμα του Παπάγου, το κόμμα του πρωθυπουργού κατά τη διετία 1950-1952 Πλαστήρα. Κάτι που θα συμβεί και στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, μέχρι και σήμερα. Ή μάλλον σήμερα πολύ περισσότερο απ’ όσο τότε.
Οι εκλογές του 1952 ανέδειξαν νικητή τον Αλ. Παπάγο, ο οποίος προεκλογικά υποστήριζε πως το Κέντρο και η συνέχεια του Βενιζέλου ήταν αυτός, θέση που επικαλούνταν και τα στελέχη που εγκατέλειπαν, για το κόμμα του Παπάγου, το κόμμα του πρωθυπουργού κατά τη διετία 1950-1952 Πλαστήρα. Κάτι που θα συμβεί και στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, μέχρι και σήμερα. Ή μάλλον σήμερα πολύ περισσότερο απ’ όσο τότε. Πάντως τότε οι εκλογές του 1952, στις οποίες ο Γεώργιος Παπανδρέου εκλέχθηκε στις λίστες του Ε.Σ., αποστάτης πριν τους αποστάτες, όπως το 1946 ο Σοφοκλής Βενιζέλος, παρουσιάστηκαν τόσο κρίσιμες όσο αυτές του 1920, όπου ηττήθηκε ο Βενιζέλος με τα γνωστά αποτελέσματα. Η στρατηγική του Κέντρου είχε «κολλήσει» στην αφήγηση της ολιγαρχίας και του παλαιοκομματισμού ως τον κύριο αντίπαλο του. Ο συγγραφέας με αξιοζήλευτη διεισδυτικότητα υποστηρίζει πως «το Κέντρο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ήταν περισσότερο από σαφής πολιτικός χώρος, ένα διακύβευμα και οι άνθρωποι που το στελέχωσαν μεταπολεμικά οδηγούνταν όχι τόσο από μια αυτονόητη μετεξέλιξη των ιδεών του βενιζελισμού, αλλά από ένα ετεροκαθορισμό ανάμεσα στη Δεξιά και στην Αριστερά» (σ. 115). Αυτό, θα μου επιτρέψετε την παρέκβαση, είναι μέχρι σήμερα το πρόβλημα αυτού του χώρου. Ο Ανδρέας Παπανδρέου το ξεπέρασε ταξινομώντας το ΠΑΣΟΚ στην Αριστερά και όχι στο Κέντρο.
1952-1967. Ο Βενιζέλος γίνεται εθνάρχης
Είδαμε πως το 1952 ο Ε.Σ και ο Παπάγος διεκδικούσαν και εν μέρει κατέλαβαν το Κέντρο, για να φτάσουμε στο 1955 – 1956 και την είσοδο στην πολιτική σκηνή του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Αυτός άρπαξε τη σκυτάλη από εκεί που τού την είχε αφήσει ο Παπάγος και παρουσιάστηκε ως νέος Βενιζέλος. Η απάντηση του Κέντρου ήταν πως ο Καραμανλής ήταν εκπρόσωπος της βασιλικής εύνοιας και της φαυλοκρατίας-ευνοιοκρατίας. Η καραμανλική ΕΡΕ συνέχισε να οικειοποιείται τον Βενιζέλο ως «εθνικό προϊόν», αν και στην παράταξη δεν είχε εξαφανιστεί κάθε αντιβενιζελική πολιτική μυθολογία. Η περίοδος από το 1958 έως το 1961 χαρακτηρίστηκε από την παντοδυναμία της ΕΡΕ, η οποία όμως κατέρρευσε ως τραπουλόχαρτο με την εγκατάλειψη της χώρας από τον Καραμανλή το 1963, μετά από διαφωνίες του με τον Θρόνο, όπως ειπώθηκε. Το Κέντρο άρπαξε την ευκαιρία για να μιλήσει για την ανάγκη ενός νέου 1909. Το 1961 είχε ιδρυθεί η υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου Ένωση Κέντρου (Ε.Κ.), η οποία από την πρώτη στιγμή αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς της ΕΡΕ πως αυτή ήταν μια νέα παράταξη που καμία σχέση δεν είχε με τους παρελθοντικούς διχασμούς. Και είχε δίκιο αφού και κατά την Δέσποινα Παπαδημητρίου –την οποία αναφέρει ο συγγραφέας– η Δεξιά των αρχών της δεκαετίας του 1960 είχε πλέον οικειοποιηθεί όχι τη βενιζελική, αλλά την αντικομμουνιστική ταυτότητα της εθνικοφροσύνης και του πολιτικού συντηρητισμού. Το Κέντρο έτσι κέρδισε τις εκλογές του 1964, αφού έπεισε πλέον πως κορμός του βενιζελισμού και της δημοκρατικής παράταξης ήταν η Ε.Κ. και η ΕΡΕ ήταν η παράταξη του Διχασμού.
Ο θρίαμβός της όμως ήταν εύφλεκτος. Μετά την άνοδο του Κωνσταντίνου Β’ στον θρόνο τον Μάρτιο του 1964 άρχισε η σύγκρουση του με τον Γεώργιο Παπανδρέου που οδήγησε στα Ιουλιανά του 1965, στην κυβέρνηση των «αποστατών» –όπως είδαμε η αποστασία ένθεν κακείθεν είναι στο «αίμα» κάθε κεντριστικής πολιτικής– και στον Ανένδοτο. Έτσι έχουμε την επιστροφή του αντιδεξιού στη θέση του εθνικόφρονα Βενιζέλου. Αφήγηση την οποία με τον δικό της τρόπο στηρίζει και η Αριστερά. Η μνήμη του Βενιζέλου γίνεται εργαλείο παραγωγής αντιδεξιάς ατζέντας. Αυτός από πρόδρομος της εθνικοφροσύνης το 1950, γίνεται αντιδεξιό σύμβολο το 1960. Σύμβολο που συνδέθηκε και με το « εαμογενές μπλόκ» και την εκ νέου επανασύνδεση του Κέντρου με την Αριστερά.
Η ιστοριογραφική παραγωγή, οι γιορτές, οι μετονομασίες οδών και τα μνημεία
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια εκτενή παράθεση των βιβλίων και άρθρων που στη συνέχεια έγιναν βιβλία και γράφηκαν από διάφορες πηγές και συγγραφείς διαφορετικής πολιτικής κατεύθυνσης (Κέντρο, Δεξιά, Αριστερά), όπως αυτά του Γεωργίου Βεντήρη, του Πολυχρόνη Ενεπεκίδη, του Γεωργίου Ρούσσου, του Στέφανου Στεφάνου, του Σπύρου Μελά, του Γρηγόρη Δαφνή από τους βενιζελικούς, του Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη από τους συντηρητικούς που έβλεπε στον Βενιζέλο ένα εκπρόσωπο του «προοδευτικού συντηρητισμού» και του Νίκου Σβορώνου, του Γιώργη Λαμπρινού και του Σπύρου Λιναρδάτου από την Αριστερά. Βιβλία για τον Βενιζέλο εκδόθηκαν και από την Διεύθυνση Ιστορίας του Στρατού, ενώ ο συγγραφέας δεν παραλείπει τη μελέτη και των σχολικών εγχειριδίων της εποχής. Βεβαίως ο συγγραφέας επικεντρώνει στη μεγάλη σημασία του Τύπου της εποχής στις μεταμορφώσεις και χρήσεις της βενιζελικής μνήμης, χωρίς να ξεχνά τα απομνημονεύματα, κυρίως των στρατιωτικών της εποχής, όπως του φιλοβενιζελικού αντιστράτηγου Δημήτρη Βακά.
Εξέχουσα θέση σ’ αυτή τη μνήμη έχουν τα μνημόσυνα που έγιναν το 1946 και το 1964-1965 που λειτούργησαν ως τελετές συγκρότησης ενός νέου αφηγήματος, του Βενιζέλου εθνάρχη, και οι διαμάχες για το στήσιμο αδριάντων του. Χαρακτηριστικά ο αδριάντας του στην Αθήνα, μετά από πολλές συγκρούσεις και αναβολές, στήθηκε στο σημερινό Πάρκο Ελευθερίας το 1969, μέσα στη χούντα. Ο συγγραφέας παρακολουθεί επίσης πώς η μνήμη Βενιζέλου αποτυπώθηκε στους πανελλήνιους εορτασμούς και τελετουργίες, στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο και στις μετονομασίες οδών. Κοινός παρονομαστής όλων αυτών η πολιτική και ιδεολογική χρήση του ανθρώπου που ξεκίνησε ως εκφραστής του Εθνικού Διχασμού και έγινε σχεδόν ομόφωνα αποδεκτός ως Εθνάρχης. «Ο Βενιζέλος χρησιμοποιήθηκε ως πρόσωπο με το δικό του συμβολικό φορτίο, αποσπασμένος από την ευρύτερη πολιτική μυθολογία του βενιζελισμού, και με κύρια αναφορά την εθνική προσφορά» (σ. 121). Ο Βενιζέλος, όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, είχε την ίδια τύχη που είχαν και άλλοι ηγέτες όπως ο Αβραάμ Λίνκολν, ο Σιμόν Μπολιβάρ ο Τζουζέπε Γκαριμπάλντι και ο Ότο φον Μπίσμαρκ. Από πρόξενοι εμφυλίων έγιναν σύμβολα εθνικής ενότητας.
Χρήσιμο βιβλίο ακόμη και για την ανάγνωση του σημερινού κομματικού συστήματος, κυρίως των μετακινήσεων από τα κεντροαριστερά προς τα δεξιά. Σ’ ένα σημείο μόνο διαφωνώ κατηγορηματικά με τη λογική του συγγραφέα. Εκεί που αυτός, επικαλούμενος και τον Γιώργο Θ. Μαυρογορδάτο, υποστηρίζει πως ο βενιζελισμός στηριζόταν σ’ ένα πολιτικό πρόγραμμα των αρχών του 20ου αιώνα, που βασιζόταν στον αστικό εθνικισμό, στον αλυτρωτισμό και στον εκσυγχρονισμό, τα οποία δεν σχετίζονται πλέον με την μεταπολεμική ελληνική κοινωνική πραγματικότητα. Συμφωνώ πως τα δυο πρώτα, ο αστικός εθνικισμός και ο αλυτρωτισμός, καμία σχέση δεν έχουν με τη σημερινή πραγματικότητα, εκτός αν είσαι Καλεντερίδης ή Μάζης, ο εκσυγχρονισμός όμως με κοινωνικό και ευρωπαϊκό πρόσημο εξακολουθεί να έχει μεγάλη σχέση με τις σημερινές ανάγκες. Αλλιώς δεν θα είχαμε τόσους πολλούς αντιδυτικούς και ρωσόφιλους, ακόμη και μέσα στην Αριστερά.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Σε πολιτικό επίπεδο, η επεξεργασία της εποχής του Βενιζέλου συντελέστηκε κυρίως μέσα από τη συναίρεση των λεγόμενων «δυο διχασμών»: του Εθνικού Διχασμού και του Εμφυλίου Πολέμου. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι ο Εμφύλιος έφερε το τέλος του Διχασμού· σημαίνει ότι οι διαιρετικές τομές του Εθνικού Διχασμού διαβάστηκαν μέσα από εκείνες του Εμφυλίου και ενσωματώθηκαν σ’ αυτές. Η συναίρεση προς τα δεξιά κωδικοποιήθηκε ως εθνικοφροσύνη, ενώ η συναίρεση προς τα αριστερά έλαβε τη μορφή της αντιδεξιάς. Η δεξιόστροφη «εθνικόφρων» συναίρεση των διχασμών, δηλαδή η συμπόρευση του Κέντρου με τη Δεξιά ως προς τον αντικομμουνισμό, δεν αναιρεί την προσέγγιση Κέντρου και Αριστεράς, αρχικά στο πολιτειακό και στη συνέχεια στην αντιδεξιά ατζέντα. Εν ολίγοις, είναι γόνιμο οι πολιτικές παρατάξεις να μην προσεγγίζονται ουσιοκρατικά, αλλά ως συλλογικά υποκείμενα υπό συνεχή διαμόρφωση» (σ. 313).
*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΙΑΚΑΝΤΑΡΗΣ είναι συγγραφέας και δρ. Κοινωνιολογίας. Το νέο του βιβλίο «Τι δημοκρατίες θα υπάρχουν το 2050; – Μεταδημοκρατία, μεταπολιτική, μετακόμματα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.


























