
Για το βιβλίο της Σώτης Τριανταφύλλου «Φασισμός: Η ιστορία μιας ιδεολογίας» (εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Ο Μουσολίνι.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Ένα μαύρο φάντασμα πλανιέται πάνω από τον κόσμο: ο φασισμός. Μήπως, όμως υπερβάλλουμε στον ορισμό που δίνουμε στις θεωρίες και τις πράξεις των λογής ακραίων του πολιτικού φάσματος; Μήπως η υπερχρήση του κατηγορητικού όρου «φασίστας» σκιάζει τις έννοιες και τους αφαιρεί το πραγματικό περιεχόμενο;
Η Σώτη Τριανταφύλλου, εκτός από εξαίρετη πεζογράφος, ασχολείται ενεργά και με τα πολιτικά ζητήματα των ημερών μας, κάτι που το αποδεικνύει από τη συνεχή αρθρογραφία της, αλλά και την παράλληλη, με τη λογοτεχνία, εργογραφία της. Στο βιβλίο της Φασισμός: Η ιστορία μιας ιδεολογίας επιδιώκει να ξεδιαλύνει τις έννοιες, να τους προσδώσει την κατάλληλη χρονική και τοπική (sic) σήμανση, ενώ προχωράει και σε διαπιστώσεις για το αν και πώς ο φασισμός εμφανίζεται στις μέρες μας στον πολιτικό, αλλά και τον κοινωνικό στίβο.
Φασισμός και ναζισμός
Μάλιστα, εξαρχής σημειώνει πως θα περιγράψει επί μακρόν την εμφάνιση και την άνδρωση του φασισμού και όχι του ναζισμού, με τον οποίο έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά, αλλά, όχι, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι δεν ακολουθούν τους ίδιους δρόμους. Ο φασισμός αρχίζει να αναδύεται μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ως απάντηση στην κρίση του φιλελευθερισμού, αλλά και ως ανάγκη να δηλωθεί η πικρία της Ιταλίας, που αν και ήταν στην πλευρά των νικητών, θεώρησε πως αδικήθηκε στα εδάφη που της δόθηκαν. Το έναυσμα θα το δώσει ο εθνικιστής ποιητής Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούτσιο με την κατάληψη της Φιούμε το 1919.
Σε ό,τι έχει να κάνει με τον Μουσολίνι, αρχικά ανήκε στις τάξεις των σοσιαλιστών και ήταν αρνητής του πολέμου. Καταλαβαίνει, όμως, πού πηγαίνει το ρεύμα της λαϊκής αντίδρασης και ανεβαίνει στο άρμα του φασισμού, δημιουργώντας ένα προσωποπαγές κόμμα όπου όλοι υπόκεινται στις βουλές του Ντούτσε.
Το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου
Η ήττα της Γερμανίας και οι σκληρές αποζημιώσεις που επέβαλλαν οι Σύμμαχοι, ήταν το προανάκρουσμα για την ανάδειξη του Χίτλερ (κι αυτός από τη μήτρα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου βγήκε) σε κυρίαρχη μορφή. Αίφνης, αυτά τα ακραία κόμματα που στα πρώτα τους βήματα είχαν ελάχιστη εκλογική απήχηση, βρέθηκαν να είναι οι ρυθμιστές των εξελίξεων, ενώ εκμεταλλεύτηκαν τις αβελτηρίες ή τους λάθους υπολογισμούς των τότε κρατούντων και μπήκαν από την μπροστινή πόρτα στην εξουσία.
Σημειώθηκε εξαρχής πως ο φασισμός, στην ιταλική μορφή του, έχει κοινά αλλά και πολλές διαφορές από τον ναζισμό. Ναι, ο Χίτλερ πήρε παράδειγμα από τον Ντούτσε, αλλά η δική του δράση ήταν απείρως πιο επιθετική. Ο Ντούτσε βλέπει το κράτος ως μια ιερή αγελάδα, ακολουθεί κορπορατικές πρακτικές, ενώ ο Χίτλερ δεν το θεωρεί κυρίαρχο θεσμό, αλλά μέσο για την επίτευξη του θανατερού ονείρου του Γ’ Ράιχ. Η ανάγκη για ζωτικό χώρο ενώνει τις δύο χώρες, αλλά όχι και η τελική λύση, την οποία δεν θα είχε φανταστεί ποτέ ο Μουσολίνι.
Το φαινόμενο του φασισμού γρήγορα επεκτάθηκε και γρήγορα εξαφανίστηκε με τη σκληρή θανάτωση του Ντούτσε. Όσο για τον Χίτλερ, η αυτοκτονία του στο μπούκνερ του Βερολίνου σήμανε και το τέλος της κυριαρχίας του.
Τα στοιχεία
Ένα από τα πολλά ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι ότι η Σώτη Τριανταφύλλου δίνει μέγιστη σημασία στα σημαίνοντα στοιχεία που διαμορφώνουν το φασιστικό καθεστώς. Οι παράτες, οι παρελάσεις, τα επιβλητικά κτίρια, οι στολές, το ενδιαφέρον για τη «σωστή» διαπαιδαγώγηση των νέων, η ανδροπρέπεια, αλλά και τα λεκτικά σχήματα που χρησιμοποιούσαν για να αναδείξουν το μεγαλείο και το κλέος του παρελθόντος. Οι Ιταλοί φασίστες οραματίζονταν μια νέα Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και οι Γερμανοί ναζιστές την εγκαθίδρυση ενός καθαρού, άριου Γ’ Ράιχ.
Θα πρέπει να συνυπολογίσουμε πως στον Μεσοπόλεμο οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν ήταν ενδυναμωμένοι για να αναχαιτίσουν τις εξτρεμιστικές δυνάμεις, ενώ τα παραδοσιακά κόμματα είχαν χάσει μεγάλο μέρος του κύρους και της δυναμικής τους.
Όταν, όμως, κάνουμε αναγωγές του φαινομένου που εμφανίστηκε κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες στο σήμερα, είναι σαν να κάνουμε ένα άλμα λογικής. Θα πρέπει να συνυπολογίσουμε πως στον Μεσοπόλεμο οι δημοκρατικοί θεσμοί δεν ήταν ενδυναμωμένοι για να αναχαιτίσουν τις εξτρεμιστικές δυνάμεις, ενώ τα παραδοσιακά κόμματα είχαν χάσει μεγάλο μέρος του κύρους και της δυναμικής τους. Συμβαίνει σήμερα κάτι τέτοιο, άραγε;
Η σημερινή δημοκρατία
Η λογική λέει όχι. Ακόμη κι αν υπάρχουν δυσλειτουργίες στη σύγχρονη δημοκρατία, ακόμη κι αν λαϊκιστικές φωνές εναντιώνονται στα «κλασικά» κόμματα, οι θεσμοί μπορούν να αμυνθούν. Το μόνο που μένει είναι η τοξικότητα που κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα, η οποία φυσικά και δημιουργεί κλίμα, αλλά δεν επιβάλλει και την πολιτική ατζέντα.
Επίσης, η επιθετική ρητορεία του Ισλάμ, συνεπικουρούμενη από τον θρησκευτικό μανιχαϊσμό, δεν μπορεί να μένει εκτός κάδρου της σύγχρονης πραγματικότητας.
Η Σώτη Τριανταφύλλου δεν διστάζει να μιλήσει για τον φασισμό του Ισλάμ, αλλά και για το πώς ο κομμουνισμός συνομιλεί ανοιχτά με τον φασισμό. Δύο θέματα που είναι βέβαιο πως θα εγείρουν πολλές αντιδράσεις (συμβαίνει και με τα άρθρα της), εντούτοις σκεπτόμενοι ψύχραιμα και δίχως ιδεολογικές παρωπίδες, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως ο πατερούλης Στάλιν, που ηγήθηκε ενός ακόμη προσωποπαγούς σχήματος απόλυτης εξουσίας, ελάχιστα διαφέρει από τον Ντούτσε ή τον Χίτλερ. Προφανώς, ιδεολογικά βρίσκονται σε αντίθετες κατευθύνσεις, όμως, στο βάθος τα άκρα πάντα συναντιούνται σε έναν κοινό τόπο.
Επίσης, η επιθετική ρητορεία του Ισλάμ, συνεπικουρούμενη από τον θρησκευτικό μανιχαϊσμό, δεν μπορεί να μένει εκτός κάδρου της σύγχρονης πραγματικότητας.
Τα ακροδεξιά κόμματα
Είναι, λοιπόν, τα σύγχρονα ακροδεξιά κόμματα φορείς φασισμού; Ήταν φασιστικό κόμμα η Χρυσή Αυγή; Είναι η Μαρίν Λεπέν η θηλυκή εκδοχή του σύγχρονου φασισμού; Είναι φασίστας ο Ντόναλντ Τραμπ; Η Σώτη Τριανταφύλλου σημειώνει, ορθώς, πως κανένα από αυτά τα κόμματα δεν επιδιώκει να βγει εκτός κοινοβουλευτικού μανδύα και προφανώς δεν επιδιώκει την κατάλυση του αστικού κράτους.
Επομένως, μπορεί να φέρουν κάποια στοιχεία από το παρελθόν, εντούτοις στην ουσία τους είναι ακροδεξιές φωνές που ομνύουν στο κράτος, στη φυλή, στο αίμα (καθένα με διαφορετικό τρόπο). Για να μην μιλήσουμε για τους Αμερικανούς φασίζοντες που δεν θέλουν καν να σκέφτονται την ύπαρξη ενός ισχυρού κράτους που θα απομειώσει την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Woke κουλτούρα
Ένα από τα κυρίαρχα ζητήματα των ημερών, το οποίο θίγει ευθέως η συγγραφέας, είναι η woke κουλτούρα, που κατά την άποψή της ουσιαστικά λειτουργεί φασιστικά, τη στιγμή που οι φορείς της κάνουν λόγο για τον φασισμό της πλειοψηφίας.
Ουδείς, όμως, μπορεί να διαφωνήσει πως αυτό το βιβλίο είναι ένα πολύ καλό βήμα δημόσιας συζήτησης. Κάτι που λείπει στην ημεδαπή.
Κάνει λόγο για φασισμό της πολιτικής ορθότητας, η οποία απαγορεύει λέξεις και εκφράσεις που τυχόν θίγουν μέλη της κοινωνίας, με αποτέλεσμα, όπως σημειώνει, να έχουμε την υπαρκτή εκδοχή μιας οργουελικής κοινωνίας που ομιλεί μια νέα, αφυδατωμένη γλώσσα, υπό το φόβο να θεωρηθεί ότι προωθεί ακραίες συμπεριφορές. Την ίδια στιγμή, όμως, ο πραγματικός φασισμός εκκινεί, ήδη, από τις απαγορεύσεις της πολιτικής ορθότητας.
Μπορεί κανείς να διαφωνήσει ή να συμφωνήσει με όσα γράφει η Σώτη Τριανταφύλλου. Μπορεί να θέσει άλλα επιχειρήματα και ιστορικές πηγές που να δείχνουν άλλες πτυχές του φασιστικού φαινομένου. Ουδείς, όμως, μπορεί να διαφωνήσει πως αυτό το βιβλίο είναι ένα πολύ καλό βήμα δημόσιας συζήτησης. Κάτι που λείπει στην ημεδαπή.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957. Σπούδασε στο Φαρμακευτικό Τμήμα της Φυσικομαθηματικής και στο Γαλλικό Τμήμα της Φιλοσοφικής του ΕΚΠΑ.

Είναι διδάκτωρ στην Αμερικανική Ιστορία και στην Ιστορία των πόλεων. Έχει κάνει μεταδιδακτορικές σπουδές στη φιλοσοφία των μαθηματικών και στις διεθνείς σχέσεις. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, νουβέλες, δοκίμια και διηγήματα. Μεταφράζει από τέσσερις γλώσσες και αρθρογραφεί στον Τύπο.
























