Andre Martins De Barros

Για το βιβλίο του Τζέιμς Γουντ [James Wood] «Πώς δουλεύει η λογοτεχνία» (μτφρ. Κώστας Σπαθαράκης, εκδ. Αντίποδες). Στην κεντρική εικόνα, ο ζωγράφος André Martins De Barros καθώς δουλεύει στον πίνακά του «Ο βιβλιοπώλης».

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης

Εν μέσω άλλων, ο Μπόρχες είχε πει το εξής αμίμητο: «Ο αναγνώστης είναι ένα σπανιότερο είδος κύκνου από τον συγγραφέα». Μιλούσε προφανώς εκ του ασφαλούς, καθότι ο ίδιος δεινός αναγνώστης και μέγιστος μυθοπλάστης. Κι αν αυτά ισχύουν για τους Μεγάλους, εμείς οι λοιποί οφείλουμε να ακούμε και να διδασκόμαστε απ’ το παράδειγμά τους. Μπορεί από παιδιά να διδασκόμαστε ανάγνωση, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αυτόματα γνωρίζουμε και να διαβάζουμε. Και μπορεί η συχνή επαφή μας με κάθε λογής κείμενα που άπτονται της καθημερινότητας (ειδήσεις, αναλύσεις, αλλά και βιβλία ιστορίας) να απαιτεί απλά την παρουσία μας ως αναγνώστες, πλην όμως τα λογοτεχνικά κείμενα δεν εμπίπτουν στον παραπάνω κανόνα, καθώς στις κορυφαίες στιγμές τους ως μη αναπαραστατικά έργα επινόησης θέτουν αισθητικές προκλήσεις που ο μη πεπαιδευμένος αναγνώστης συχνά αγνοεί. Στις περιπτώσεις αυτές, βιβλία όπως του Γουντ αποτελούν «μια κάποια λύσις».

Ένα προσιτό βιβλίο λογοτεχνίας

Για αρχή να τονίσω ότι αυτό το μικρό σχετικά βιβλίο απευθύνεται σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό, το οποίο ενδιαφέρεται να προσεγγίσει τους μηχανισμούς της λογοτεχνίας. Και ως προς αυτό τα καταφέρνει περίφημα, καθώς εστιάζει σε κάποια βασικά ζητήματα που απασχολούν όλους όσοι ενδιαφέρονται για το αντικείμενο χωρίς να υπεισέρχεται σε σχολές, κριτικές θεωρίες κ.ο.κ. παρά μόνο ακροθιγώς και αποκλειστικά σε σχέση με το πώς ο σύγχρονος αναγνώστης θα κατανοήσει τη λογοτεχνία. Τουτέστιν δεν πάσχει από το κλασικό πρόβλημα των βιβλίων του είδους που μοιάζουν να έχουν γραφτεί ως αφορμή διαλόγου (και εντυπωσιασμού) μεταξύ scholars ή ομοτέχνων, με πολεμική διάθεση και χρήση τεχνικής ορολογίας και λεξιλογίου που αποκόπτει ευθύς εξαρχής το πλήθος εγγράμματων αναγνωστών που αδυνατούν να παρακολουθήσουν. Σε αυτό βεβαίως βοηθάει και η αγγλοσαξωνική παιδεία και θεώρηση (εμπειρισμός, πραγματισμός…) – δεν θέλω να σκέφτομαι πόσο επιδεικτικά απρόσιτο θα ήταν στα χέρια Γάλλου κριτικού λογοτεχνίας.

Και έπειτα προκύπτει το κλασικό πρόβλημα των βιβλίων του είδους: τι να συμπεριλάβεις και τι να αφήσεις απέξω. Όπου το δεύτερο τελικά θα καθορίσει και την όποια ποιότητα της εργασίας σου, καθότι το πεδίο είναι πλέον τεράστιο και όσα προστίθενται συν τω χρόνω μπορεί θεωρητικά να αποδειχθούν αναγκαία. Προφανώς δεν υπάρχει λύση ως προς αυτό, αφού ο καθείς θα εκφέρει και την άποψή του, οπότε θεωρώ ότι η λύση στο δίλημμα είναι μία κι αφορά εξίσου την κριτική αλλά και τη λογοτεχνία: ισορροπία. Τα πάντα είναι θέμα ύφους και το ύφος σου καθορίζει και το περιεχόμενό σου. Και η ισορροπία των επιμέρους δομικών στοιχείων που ως αποτέλεσμα έχει την αρμονική σύζευξη είναι στυλ, είναι ύφος.

Σκοπός του Γουντ στο «Πώς δουλεύει η λογοτεχνία» είναι να μιλήσει για τους μηχανισμούς της.

Ο Γουντ σε αυτό το βιβλίο το πετυχαίνει, ισορροπώντας έξυπνα μεταξύ των αμιγώς τεχνικών στοιχείων, των παραδειγμάτων και, εξίσου σημαντικό, ενός ύφους που δεν αφήνεται στην εκλαΐκευση (την οποία θεωρώ ασύγγνωστο αμάρτημα στα της τέχνης, αλλά όχι στα της επιστήμης) αλλά στην εύληπτη επεξήγηση, στον εντοπισμό των καίριων σημείων και στην παράθεση επεξηγήσεων όπου απαιτείται. Προφανώς ο Γουντ δεν είναι Μπλουμ, Στάινερ ή Ναμπόκοφ (οι δύο εξ αυτών αναφέρονται στο βιβλίο), πολλώ δε μάλλον Αντόρνο, με συνέπεια να λείπει η τρομακτική διεισδυτικότητα και η πρωτότυπη σκέψη, αλλά δεν νομίζω ότι ήθελε να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο.

james wood 02

O Τζέιμς Γουντ [James Wood], κριτικός λογοτεχνίας, δοκιμιογράφος και μυθιστοριογράφος, γεννήθηκε το 1965. Υπήρξε συνεργάτης του Guardian, του The New Republic, και από το 2014 τακτικός συνεργάτης του New Yorker, ενώ διδάσκει Θεωρία λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Τα κυριότερα έργα του είναι: The broken estate: essays on literature and belief (1999), The irresponsible self: Οn laughter and the novel (2004) [ένα τμήμα του οποίου έχει εκδοθεί ως επίμετρο στη Συνείδηση του Ζήνωνα του Ίταλο Σβέβο, Αντίποδες 2018], Πώς δουλεύει η πεζογραφία (2008), The fun stuff (2012), The nearest thing to life (2015), Upstate (2018).

Σκοπός του Γουντ στο Πώς δουλεύει η λογοτεχνία είναι να μιλήσει για τους μηχανισμούς της. Κι όσο απλό ακούγεται τόσο σύνθετο μπορεί να είναι. Ας σκεφτούμε καταρχάς ότι οι περισσότεροι αναγνώστες δεν απασχολούνται με αυτού του είδους τα προβλήματα. Τους αρκεί συνήθως η αναγνωστική απόλαυση, προερχόμενη από ένα πρώτο, συνήθως επιφανειακό, στάδιο ταύτισης με τους χαρακτήρες και την πλοκή. Ρόλος του κριτικού είναι να πάρει τον αναγνώστη από το χέρι και να του δείξει όσο πιο κατανοητά μπορεί, πάντα με αγάπη και ταπεινότητα, ότι στην τέχνη η «απόλαυση» οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους (το αφηγηματικό ύφος, ο ιδιαίτερος τρόπος θέασης του θέματος από τον δημιουργό) κι ότι μπορεί να γίνει ακόμα πιο πλήρης εφόσον κάποιος περάσει σε ένα δεύτερο, βαθύτερο επίπεδο ανάγνωσης του λογοτεχνικού έργου. Ο ρόλος του κριτικού είναι, εν τέλει, να σπάσει το καλούπι του αναγνώστη και να φέρει στο φως τον κριτικό εντός του. Όχι βέβαια τον επαγγελματία, τον σχολαστικιστή, τον αιρετικό και τον εμμονικό, αλλά εκείνον που διαθέτει ταυτόχρονα δύο ιδιότητες: είναι καχύποπτος, παραμένοντας ενθουσιώδης. Και αυτό μας οδηγεί στο επόμενο στάδιο.

Ο συγγραφέας κινείται με άνεση και αμεσότητα στα θέματα που αποτελούν τις βασικές αρχές και τα μείζονα διακυβεύματα της λογοτεχνίας.

Αν ο κριτικός οφείλει να είναι καχύποπτος, ο αναγνώστης οφείλει να είναι ενθουσιώδης. Φυσικά ο διαχωρισμός δεν είναι απόλυτος, καθώς τελικά και οι δύο ιδιότητες συνυπάρχουν, απλά κάποια από αυτές προηγείται χρονικά. Και ο Γουντ δείχνει να το γνωρίζει καλά αυτό και να το συμπεριλαμβάνει σε όλη την έκταση του βιβλίου του, ορίζοντάς το ως εξής: η πλοκή του έργου είναι για τον αναγνώστη και το ύφος για τον κριτικό, χωρίς βεβαίως να το αποδέχεται ως κάτι θέσφατο ή στατικό. Εντούτοις, όντας κριτικός ο ίδιος και ταυτόχρονα αναγνώστης, επιχειρεί να μεταφέρει… ενθουσιωδώς τον κριτικό λόγο στον ενθουσιώδη αναγνώστη. Και όπως πάντα και σε όλα, επαναλαμβάνω ότι το ύφος μετράει, ιδίως στον γραπτό λόγο. Καθότι αλήθειες πολλές, αλλά ουδείς κέρδισε την ψυχή και τα αυτιά των ακροατών του κραδαίνοντας ως σπάθη την αλήθεια του. Όταν μάλιστα το αντικείμενό σου είναι η τέχνη, η μυθοπλασία, τότε η προσέγγισή σου δεν μπορεί να είναι απόλυτη, δογματική και επιθετική. Αναδεικνύοντας επομένως ένα προσωπικό ύφος τέτοιο που να διαπλάθει ενώ ταυτόχρονα προσελκύει, ουσιαστικά διδάσκεις στον αναγνώστη πώς να διαβάζει τη λογοτεχνία.

Στη λογική αυτή ο Γουντ χωρίζει το μικρό σε έκταση βιβλίο σε κεφάλαια, προς διευκόλυνση του αναγνώστη, ο οποίος μπορεί να επανέλθει στα σημεία εκείνα που τον ενδιαφέρουν άμεσα ή είναι κάπως αμφιλεγόμενα. Ο συγγραφέας κινείται με άνεση και αμεσότητα στα θέματα που αποτελούν τις βασικές αρχές και τα μείζονα διακυβεύματα της λογοτεχνίας. Είναι προς τιμήν του το γεγονός ότι επιχειρεί να εξηγήσει κάποια από τα βασικά με τρόπο που δεν φαίνεται στεγνός, προσφέροντας και συγκεκριμένα λογοτεχνικά παραδείγματα από καταξιωμένους συγγραφείς του παρελθόντος και του παρόντος, καταδεικνύοντας τη συνέχεια της λογοτεχνίας – φωτίζοντας τις γέφυρες που καλύπτουν τα χάσματα παρά το αντίθετο.

woods books

Επιστροφή στις βάσεις

Εντούτοις, δεν μπόρεσα να συγκρατήσω την ικανοποίησή μου, αφού όταν χρειάζεται να επεξηγήσει αμφιλεγόμενα θέματα του ύφους στη λογοτεχνία, για παράδειγμα, εστιάζει στις βάσεις. Και οι βάσεις είναι ο Φλομπέρ, συγκεκριμένα, και η επανάσταση που έφερε στο λογοτεχνικό στερέωμα ως ο ακριβολόγος, ο χειρουργικής ακρίβειας χειριστής της λέξης, εκείνος που απώτερο στόχο του είχε να γράψει «ένα βιβλίο για το τίποτα». Και στη συνέχεια βέβαια όταν χρειάζεται θα ανατρέξει στον Τολστόι, τον Ντοστογιέφσκι, τον Τζόυς, τον Τζέιμς και όλους τους κλασικούς, ως και τους σύγχρονους κλασικούς όπως ο Μπέλοου, ίσως ο ιδιοφυέστερος (αν και όχι απαραίτητα ο κορυφαίος) της μεταπολεμικής λογοτεχνίας, φτάνοντας στους μεταμοντέρνους Πύντσον και DFW. Βεβαίως, μια ολοκληρωμένη παρουσίαση δεν αποκλείει ποτέ τις προσωπικές και αμφιλεγόμενες προτιμήσεις, όπως η Σπαρκ και η Φερράντε, μεταξύ άλλων.

Από την άλλη πλευρά, θα σταθεί στο παράδοξο της τέχνης όπου ο συγγραφέας επιλέγει αυτό που θα περιγράψει για χάρη του αναγνώστη, μέσα όμως από το ιδιαίτερο φως που ρίχνει σε όσα περιγράφει: ο ρεαλισμός αυτός καταλήγει να είναι ταυτόχρονα αληθής και τεχνητός, δεδομένου ότι σε τελική ανάλυση η αντίληψη της πράξης, ενός αντικειμένου δεν μπορεί να είναι κοινή. Ο τρόπος που ο δημιουργός αρχικά επιλέγει το θέμα του και στη συνέχεια το ανοικειώνει αποσπώντας το από το καθημερινό, ευρέως αποδεκτό του πλαίσιο αναγάγοντάς το συχνά σε σύμβολο, αποτελεί τον κινητήριο μοχλό της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Το έργο τέχνης δεν αντιμετωπίζει τη «ζωή» ως ενότητα με αρχή μέση και τέλος, μια γραμμική ακολουθία από την κούνια στον τάφο.

Γράφει χαρακτηριστικά: «Η λογοτεχνία διαφέρει από τη ζωή επειδή η ζωή είναι γεμάτη από αταξινόμητες και άμορφες λεπτομέρειες και πολύ σπάνια μας κατευθύνει προς αυτές, ενώ η λογοτεχνία μας διδάσκει να τις παρατηρούμε. Αυτή η διδασκαλία είναι διαλεκτική. Η λογοτεχνία μας κάνει να παρατηρούμε καλύτερα τη ζωή· στην πορεία ασκούμαστε στην ίδια τη ζωή· πράγμα που με τη σειρά του μας κάνει να διαβάζουμε καλύτερα τη λεπτομέρεια στη λογοτεχνία· που με τη σειρά του μας κάνει καλύτερους αναγνώστες της ζωής, και ούτω καθεξής».

Αυτή η λιτή καλλιτεχνική διακήρυξη, επαναφέρει με επεξηγηματικό τρόπο όσα ο Ρωσικός Φορμαλισμός, η Νέα Κριτική και βέβαια ο Ναμπόκοφ υποστήριζαν περί της σημασίας της λεπτομέρειας στην τέχνη. Ακόμα μια αντίφαση εδώ ή καλύτερα ένα δίπολο: καθημερινότητα και όλον από τη μία, τέχνη και λεπτομέρεια από την άλλη. Το έργο τέχνης δεν αντιμετωπίζει τη «ζωή» ως ενότητα με αρχή μέση και τέλος, μια γραμμική ακολουθία από την κούνια στον τάφο. Διακόπτει, απομονώνει, σκιάζει, φωτίζει, διαλύει το παζλ για να εξετάσει εις βάθος τις ψηφίδες και καθιστά την ίδια στιγμή το μερικό ολικό, αναγορεύοντας μια χειρονομία, ένα βλέμμα σε σύμβολο που εμπεριέχει όλη τη ζωή.

Πώς δουλεύει η λογοτεχνίαΑυτό εννοεί ο Γουντ ότι στη συνέχεια μπορούμε να διαβάζουμε καλύτερα τη ζωή: παύουμε να τη βλέπουμε σαν τον συρμό που περιμένει να επιβιβαστούμε, παρατηρώντας αδιάφορα το ίδιο τοπίο να περνά απέξω. Αντ’ αυτού κάνουμε μικρές στάσεις, βγάζοντας το κεφάλι από το παράθυρο για να απολαύσουμε τις μυρωδιές και τα χρώματα. Η κατεύθυνση παραμένει η ίδια, ο χρόνος όμως διαστέλλεται καθώς διασπάται η ομοιομορφία. Κι αυτό είναι κάτι που μόνο η τέχνη (και ο σύντροφός της, το ταξίδι) μπορεί να προσφέρει.

Προφανώς πάντα υπάρχει τίμημα σε όλα και όπως ήδη τόνισα κάθε επιλογή είναι και ένας αποκλεισμός, οπότε ότι κερδίζεται σε ευκολία χάνεται πιθανότατα σε βάθος. Όποιος αναγνώστης επιζητά σχοινοτενείς και εμβριθείς αναλύσεις περί λογοτεχνίας, κινημάτων, καταστατικών αρχών και συναφών, δεν θα τα βρει εδώ. Δεν είναι ο σκοπός του Γουντ εξάλλου και θα αδικούσαμε το βιβλίο αν τον κατηγορούσαμε για αυτό. Σε τελική ανάλυση, αυτό που επιχειρείται εδώ δεν είναι η παρουσίαση μιας ακόμα ρηξικέλευθης θεωρίας λογοτεχνικής κριτικής, αλλά ένα καταληπτό συμπίλημα, με ξεκάθαρο σκοπό και αποδέκτες. Ως προς αυτό πρέπει να κριθεί. Και ως τέτοιο είναι σίγουρα απολαυστικό, καθώς θεωρώ ότι ανοίγει την όρεξη του βιβλιόφιλου να εισέλθει σταδιακά στον συχνά ακανθώδη κήπο της λογοτεχνικής κριτικής για να ανακαλύψει εκεί τα είδη των οπωροφόρων των οποίων τους καρπούς θα θελήσει να απολαύσει στον δικό του χρόνο με τον δικό του πλέον τρόπο.

Υ.Γ.

Ο κριτικός κρύβει εντός του έναν αναγνώστη, αλλά δεν είναι απαραίτητο να ισχύει και το αντίθετο. Το ότι όμως δεν είναι απαραίτητο δεν σημαίνει ότι είναι και ανέφικτο. Εκείνος που ανοίγει ένα βιβλίο και ξεκινάει να διαβάζει, έχει ήδη ανέβει σ’ έναν θρόνο. Μπροστά του βρίσκεται όχι μόνο το ανά χείρας αντίτυπο, αλλά κουβαλάει εντός του και όλα τα άλλα κείμενα που έχει διαβάσει και τον έχουν διαμορφώσει οδηγώντας τον εδώ, σε αυτό το βιβλίο. Συν τοις άλλοις, άλλοι αναγνώστες παραδίπλα τον συντροφεύουν, συνεισφέροντας συνειδητά ή όχι με την άποψή τους. Καθεμία και καθένας στέκεται κριτικά, συγκρίνει, επιβραβεύει και απορρίπτει. Και ας μην το κατανοεί εξαρχής, ας μην το παραδέχεται. Απλά το συχνότερο είναι να μην γνωρίζει επακριβώς τους λόγους που το κάνει και πώς το κάνει. Εκεί εμφανίζεται ο έτερος αναγνώστης, ο κριτικός, και ρίχνει λίγο από το φως που κρατάει στην κοινή τους διαδρομή, στη μεγάλη πορεία που η αρχή της προηγήθηκε και των δύο, ενώ το τέλος της παραμένει αόρατο.


*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.

Απόσπασμα από το βιβλίο

«Η πλοκή στην πραγματικότητα είναι η εφαρμοσμένη μορφή – η μορφή που δημιουργεί ο συγγραφέας δημιουργώντας ένα λογοτεχνικό έργο (καθώς παίρνει τις συγγραφικές αποφάσεις που αφορούν το ποιος αφηγείται την ιστορία, πώς διατάσσονται τα επιμέρους στοιχεία της, με ποιο ρυθμό εξελίσσεται κ.ο.κ.). Η ηθική μορφή είναι το ολοκληρωμένο περίγραμμα, το σημασιοδιοτημένο σχήμα που διακρίνουμε σε μια πλοκή, το νόημα που αντιλαμβανόμαστε εμείς τη στιγμή που συλλαμβάνουμε την ολότητα της πλοκής.

Με άλλα λόγια: η πλοκή είναι ανάγνωση, η μορφή είναι κριτική της λογοτεχνίας».

politeia link more

 

 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

Για τον τόμο με δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς [György Lukács] «Τόμας Μαν» (μτφρ., σχόλια, επιμέλεια Μαρία Ηώς Δούκα, Νίκος Φούφας, εκδ. Ήτωρ). Κεντρική εικόνα: Ο Γκέοργκ Λούκατς και ο Τόμας Μαν όταν συναντήθηκαν για μια και μοναδική φορά στο Hotel Imperial της Βιέννης, πιθανότατα στις 17 Ιανουαρίου 1922». 

Γρά...

«Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης» (μελέτη) – Το αντικείμενο που διαφεύγει και ο αναλυτής που δημιουργεί

«Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης» (μελέτη) – Το αντικείμενο που διαφεύγει και ο αναλυτής που δημιουργεί

Για τον συλλογικό τόμο «Το αντικείμενο της ψυχανάλυσης» (επιμέλεια: Θανάσης Χατζόπουλος, εκδ. Αρμός). Εικόνα: Ο Ντόναλντ Γουίνικοτ © Winnicott Trust

Γράφει ο Γρηγόρης Μανιαδάκης

Το βιβλίο αυτό αποτελεί καταγραφή των πεπραγμ...

«Η περιπέτεια των ιδεών» του Κώστα Καραβίδα (κριτική) – Από τη λογοτεχνία στην κουλτούρα

«Η περιπέτεια των ιδεών» του Κώστα Καραβίδα (κριτική) – Από τη λογοτεχνία στην κουλτούρα

Για τη μελέτη «Η περιπέτεια των ιδεών: Διανόηση, λογοτεχνική κριτική και δημόσια σφαίρα στη σύγχρονη Ελλάδα» (εκδ. Πόλις) του Κώστα Καραβίδα.

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Χρειαζόμαστε τέτοια βιβλία. Χρειαζόμαστε μελέτες...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Βιβλιοφαγίες #6: Γεύματα και συζητήσεις, εκθέσεις και επισκέψεις, λουκέτα και πολτοποιήσεις

Βιβλιοφαγίες #6: Γεύματα και συζητήσεις, εκθέσεις και επισκέψεις, λουκέτα και πολτοποιήσεις

Ειδήσεις και ειδησάρια από τον χώρο του βιβλίου, σχόλια, τάσεις και συρμοί και, πού και πού, κάποιες σκέψεις... βιβλιοφαγικές.

Γράφει ο Βιβλιοφάγος

Βικτόρια και Μανώλης

Το νέο βιβλίο της Βικτόρια Χί...

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

«Τόμας Μαν» του Γκέοργκ Λούκατς (δοκίμιο) – Αντιφάσεις μιας ιστορικής ανάγνωσης που δεν κρύβει το μεγαλείο του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα

Για τον τόμο με δοκίμια του Γκέοργκ Λούκατς [György Lukács] «Τόμας Μαν» (μτφρ., σχόλια, επιμέλεια Μαρία Ηώς Δούκα, Νίκος Φούφας, εκδ. Ήτωρ). Κεντρική εικόνα: Ο Γκέοργκ Λούκατς και ο Τόμας Μαν όταν συναντήθηκαν για μια και μοναδική φορά στο Hotel Imperial της Βιέννης, πιθανότατα στις 17 Ιανουαρίου 1922». 

Γρά...

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

«Οι Δωσίλογοι» του Μενέλαου Χαραλαμπίδη από την ομάδα elephas tiliensis – Ωμός ρεαλισμός για να κλείσει το κενό της ιστορικής μνήμης

Για την παράσταση «Οι Δωσίλογοι» της θεατρικής ομάδας elephas tiliensis βασισμένης στο ομώνυμο βιβλίο του Μενέλαου Χαραλαμπίδη, που ανεβαίνει στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο Θέατρο «Χώρα», τη δραματοποίηση των e...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

«Δεν βλέπω όνειρα συνήθως» του Ηλία Μαγκλίνη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Δεν βλέπω όνειρα συνήθως – Γράμματα του Χάρρυ στη Ρετζίνα», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Παιδικές σκηνές ...

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

«Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη» της Κωνσταντίνας Κατρακάζου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Κωνσταντίνας Κατρακάζου «Από τον πόλεμο βγαίνεις ζωντανός μόνο από τύχη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Βρέθηκε τεσσεράμισι χρόνια μα...

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

«Πατρότητα» του Μιχάλη Σπέγγου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μιχάλη Σπέγγου «Πατρότητα», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Επίμετρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είμαι ο Αχιλλέας Χάριγκτον. Γεννήθηκα και ζω στην Κέρκυρα, αλλά έζησα ένα ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, νέα και κλασικά μυστήρια

Τρία καλά αστυνομικά μυθιστορήματα που κυκλοφόρησαν πρόσφατα: Φώτης Δούσος, Γιάννης Μαρής, Αντόνιο Μαντσίνι. Αντισυμβατικοί αστυνομικοί, αδικία και δωσιλογισμός σε λιτή αφήγηση και μεσογειακό νουάρ για το δικαίωμα στην αυτοδικία. ©istock

Επιλογή-παρουσίαση: Χ...

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Τι διαβάζουμε τώρα; Βιβλία φεμινιστικής και κουίρ θεωρίας

Σημαντικά βιβλία που διευρύνουν τη συζήτηση για τον φεμινισμό, τη σχέση της γλώσσας με το φύλο και τη σεξουαλικότητα αλλά και το πόσο [δεν θα έπρεπε να] μας αλλάζει το γήρας.

Επιλογή-παρουσίαση: Φανή Χατζή

...

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ