
Για το δοκίμιο της Ρέιτσελ Αβίβ (Rachel Aviv) «Άγνωστοι με τον εαυτό μας – Ψυχικές διαταραχές και οι ιστορίες που μας ελευθερώνουν ή μας παγιδεύουν» (μτφρ. Βαγγέλης Προβιάς, εκδ. Ροπή).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Έχουμε σκεφτεί, άραγε, πώς επενεργεί μια χρόνια ασθένεια πάνω μας; Όχι στη φάση που έχουμε πλήρη γνώση για το ποια πρόκειται ή τι είδους θεραπευτική αγωγή θα ακολουθήσουμε, αλλά σε εκείνη τη στιγμή της πλήρους αγνωσίας. Τότε που βουτάμε σε ένα κενό νοήματος που δεν οδηγεί πουθενά και, που στην ουσία, μας πηγαίνει ολοένα και πιο βαθιά στην απόγνωση ή στην πλήρη απορία για τα όρια του εαυτού μας.
Η Ρέιτσελ Αβίβ έχει γνώση όλων αυτών των σταδίων από προσωπική εμπειρία. Στο βιβλίο της Άγνωστοι με τον εαυτό μας εξερευνά την έννοια της ψυχικής ασθένειας και χρησιμοποιεί ως «υπόδειγμα» τις περιπτώσεις πέντε συγκεκριμένων ανθρώπων που βίωσαν με διαφορετικό τρόπο το φάσμα της ασθένειας.
Άρνηση σίτισης
Πρώτα, όμως, το δικό της παράδειγμα. Λίγο μετά τα έκτα της γενέθλια, η Ρέιτσελ Αβίβ σταμάτησε να τρώει. Είχε προηγηθεί το Γιομ Κιπούρ, ημέρα αυστηρής νηστείας για τους Εβραίους, και η οικογένειά της είχε τηρήσει το έθιμο κατά γράμμα. Όταν επέστρεψε στο σχολείο, εμποτισμένη ακόμη από μια «θρησκευτική ενέργεια», αρνήθηκε πεισματικά κάθε φαγητό. Οι δασκάλες της ανησύχησαν. Η ίδια θυμάται την ένταση στο βλέμμα τους. Ο τρόπος που την κοιτούσαν προσπαθώντας να την καταλάβουν της δημιουργούσε μέσα της μια παράξενη αίσθηση ευφορίας. Την είχε ολότελα συνεπάρει.
Η άρνηση σίτισης πολύ γρήγορα την οδήγησε στο νοσοκομείο. Με εμφανή σημάδια αφυδάτωσης και εξάντλησης, εισήχθη στο Παιδιατρικό Νοσοκομείο του Μίσιγκαν με τη διάγνωση της «άρνησης σίτισης». Στην ψυχιατρική μονάδα όπου μεταφέρθηκε, η απειλή του σωλήνα που θα της παρείχε τροφή ενδοφλεβίως, ακόμη κι η ίδια δεν το ήθελε, σκίαζε κάθε γεύμα. Με το παιδικό της μυαλό, όλο αυτό φάνταζε σαν μέρος ενός παραμυθιού. Σαν μια γιγαντιαία τσουλήθρα, όπου θα έπρεπε να ανέβει. Εκεί ήρθε σε επαφή με μεγαλύτερα κορίτσια, όπως η Χάβα, 12 ετών, η οποία εισήγαγε τις νεοεισερχόμενες στους άγραφους κανόνες της ανορεξίας: μέτρηση θερμίδων, εξαντλητική άσκηση, έλεγχος σώματος και πειθαρχία.
Μέχρι τότε, η Αβίβ δεν ήξερε καν πως ο εμετός μπορούσε να προκληθεί ηθελημένα. Δύο εβδομάδες μετά, έφαγε ένα γεύμα σχεδόν μηχανικά. Η ανταμοιβή της ήταν να μιλήσει στο τηλέφωνο με τους γονείς της. Μέσα της, αντί να επέλθει μια συναισθηματική πλήρωση, δημιουργήθηκε ένα κενό. Λες και όλη η μαγεία είχε αυτοστιγμεί χαθεί.
Ψυχιατρική «καριέρα»
Η ψυχολόγος της μονάδας, στην οποία βρισκόταν η Ρέιτσελ πρότεινε περαιτέρω νοσηλεία σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Η μητέρα της αρνήθηκε και κάπου εκεί η ασθένεια μπαίνει στο ντουλάπι, κλειδώνεται και εξαφανίζεται. Ή, μήπως, όχι; Με αυτό το επεισόδιο, η Ρέιτσελ Αβίβ ανοίγει το βιβλίο της. Όχι με πρόθεση να καταγγείλει, ούτε για να εξιδανικεύσει την τύχη που τη γλίτωσε από μια ψυχιατρική «καριέρα» ως χρόνια ασθενής, αλλά για να θέσει το ερώτημα: τι ακριβώς είναι αυτό που ονομάζουμε ψυχική ασθένεια; Πού τελειώνει η εμπειρία και πού αρχίζει η αφήγηση; Ποιος διαλέγει τα λόγια που ορίζουν τον πόνο μας;
Το βιβλίο της, ένα υβρίδιο μεταξύ δημοσιογραφικής έρευνας, φιλοσοφικού δοκιμίου και υπαρξιακής αναζήτησης, δεν επιχειρεί να απορρίψει τη διάγνωση, ούτε να αναδείξει την παθολογία ως πολιτική ταυτότητα. Αντίθετα, προσεγγίζει με πνεύμα διαύγειας και ενσυναίσθησης την ιδέα ότι η αφήγηση προηγείται της κατανόησης – και ενίοτε, την καθορίζει.
Τα πέντε πορτρέτα
Μέσα από πέντε διακριτά πορτρέτα, η Αβίβ εξερευνά περιπτώσεις ανθρώπων των οποίων ο ψυχικός πόνος μπορούσε να εξηγηθεί με περισσότερους από έναν τρόπους. Τουλάχιστον, περισσότερους από τον επίσημο που φέρει η ιατρική επιστήμη. Υπάρχει ο Ρέι, γιατρός και επιχειρηματίας, που καταρρέει όταν τον εγκαταλείπει η οικογένειά του. Σε μια κλινική ψυχανάλυσης, του προτείνεται δεκαετής θεραπεία, απορρίπτοντας τα αντικαταθλιπτικά ως «συμπτωματική ανακούφιση χωρίς ουσία». Όταν τελικά μεταφέρεται σε μονάδα φαρμακευτικής αγωγής, επανέρχεται στη ζωή σε διάστημα λίγων εβδομάδων και μηνύει την πρώτη κλινική για αμέλεια. Μια υπόθεση που πήρε δημοσιότητα και προκάλεσε αίσθηση.
Η Ναόμι, Αφροαμερικανή από το Σικάγο, μεγαλώνει σε συνθήκες φτώχειας και ρατσιστικής βίας. Καταδιώκεται από την αίσθηση επικείμενης εξόντωσης. Πηδά από γέφυρα με τα παιδιά της, με αποτέλεσμα το ένα να πεθάνει.
Η Μπάπου, από την Ινδία, εγκλωβισμένη σε έναν καταπιεστικό γάμο, βρίσκει διέξοδο στη θρησκεία και την ποίηση της Μιραμπάι, μέχρι που η οικογένειά της τη στέλνει σε ψυχιατρική κλινική, βλέποντας την πνευματικότητά της ως παραλήρημα. Η Ναόμι, Αφροαμερικανή από το Σικάγο, μεγαλώνει σε συνθήκες φτώχειας και ρατσιστικής βίας. Καταδιώκεται από την αίσθηση επικείμενης εξόντωσης. Πηδά από γέφυρα με τα παιδιά της, με αποτέλεσμα το ένα να πεθάνει. Οι ένορκοι απορρίπτουν την υπεράσπιση περί παραφροσύνης και καταδικάζεται σε δεκαπενταετή κάθειρξη. Η Λώρα, προερχόμενη από την εύπορη ελίτ του Κονέκτικατ, διαχειρίζεται το άγχος και την πλουμιστή ζωή της με τη βοήθεια των φαρμάκων. Τα αντικαταθλιπτικά τής επιτρέπουν να παραμένει παραγωγική, αλλά γρήγορα εμπλέκεται σε έναν φαύλο κύκλο παρενεργειών και νέων φαρμάκων. Κάποια στιγμή εγκαταλείπει τα πάντα και γίνεται υπέρμαχος της φαρμακευτικής αποτοξίνωσης.
Κάθε προσπάθεια διακοπής της αγωγής καταλήγει σε αποξένωση από τον εαυτό της.
Σε ένα από τα πιο αιχμηρά σημεία του βιβλίου, η ίδια η Αβίβ εισάγει την προσωπική της εμπειρία: μετά από ένα επεισόδιο άγχους στη μέση ηλικία, της χορηγείται αντικαταθλιπτικό για έξι μήνες. Μόνο που οι έξι μήνες, δίχως να το καταλάβει, γίνονται δέκα χρόνια. Κάθε προσπάθεια διακοπής της αγωγής καταλήγει σε αποξένωση από τον εαυτό της. Αυτόν που είχε πλάσει υπό την επήρεια του φαρμάκου. «Για να συνεχίσω να είμαι το άτομο που είχα γίνει, χρειαζόμουν το χάπι» σημειώνει χαρακτηριστικά.
Χωρίς απαντήσεις
Η Αβίβ δεν δίνει απαντήσεις. Ούτε συντάσσεται υπέρ ή κατά της ψυχιατρικής, της φαρμακολογίας ή της πνευματικότητας. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι η στιγμή πριν τη διάγνωση, εκεί όπου ο άνθρωπος βρίσκεται μόνος με τη σύγχυσή του.
Το βιβλίο της είναι μια απόπειρα να προσπαθήσει κανείς να αντιληφθεί τι ακριβώς του συμβαίνει, να κατανοήσει τα ουσιαστικά κίνητρα που μετατρέπουν τα στοιχεία του σώματος σε αναπόσπαστο μέρος μιας ασθένειας. Μας λέει, με άλλα λόγια, ότι αξίζει να παρατείνουμε εκείνη τη φάση πριν ο πόνος αποκτήσει όνομα, πριν η αφήγηση περί αυτού παγιωθεί. Εξαιρετική η μετάφραση του Βαγγέλη Προβιά, όπως και το επίμετρο της Μαίρης Κανελλοπούλου.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Ρέιτσελ Αβίβ είναι μόνιμη συνεργάτης και συντάκτρια του περιοδικού New Yorker, στο οποίο γράφει για την ιατρική, την εκπαίδευση, την ποινική δικαιοσύνη και άλλα θέματα.

Το 2022 κέρδισε το Εθνικό Βραβείο Περιοδικών των ΗΠΑ στην κατηγορία Profile Writing, για την εις βάθος παρουσίαση προσώπου ή ομάδας προσώπων. Ζει στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης.
























