
Για τη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Τζαρδή «Ζωγράφισέ μου ένα δέντρο» (εκδ. Κύφαντα). Εικόνα: Από την ταινία «Πεσμένα φύλλα» (2023).
Γράφει ο Δημήτρης Χριστόπουλος
Η σύγχρονη ελληνική διηγηματογραφία τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη στροφή προς τη μικρή φόρμα. Σε αυτή την τάση εντάσσεται και η συλλογή Ζωγράφισέ μου ένα δέντρο της Μαρίας Τζαρδή, ένα βιβλίο σαράντα τριών σύντομων αφηγημάτων που επιβεβαιώνει ότι η λογοτεχνική πυκνότητα δεν εξαρτάται από την έκταση αλλά από την ικανότητα της γραφής να συμπυκνώνει εμπειρία, συναίσθημα και νόημα.
Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση γίνεται φανερό ότι η συγγραφέας συνομιλεί με μια μεγάλη παράδοση της μικρής αφηγηματικής φόρμας. Η οικονομία των μέσων, η αποφυγή κάθε περιττής επεξήγησης και η προσήλωση στην αποκαλυπτική λεπτομέρεια παραπέμπουν πρωτίστως στον Τσέχοφ. Όπως στα καλύτερα διηγήματα του Ρώσου συγγραφέα, έτσι και εδώ το ενδιαφέρον δεν επικεντρώνεται στην πλοκή αλλά στη στιγμή κατά την οποία ένας άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με μια αλήθεια για τον εαυτό του ή για τον κόσμο. Οι ήρωες της Τζαρδή δεν γνωρίζουν πάντοτε ότι βρίσκονται σε μια τέτοια στιγμή. Συχνά η αποκάλυψη αφορά περισσότερο τον αναγνώστη παρά τους ίδιους.
Ωστόσο, η συγγένεια με τον Τσέχοφ δεν περιορίζεται στην τεχνική. Επεκτείνεται και στην ηθική της αφήγησης. Η συγγραφέας αποφεύγει συστηματικά την καταδίκη και τη δικαίωση των προσώπων της. Αντιμετωπίζει ακόμη και τις πιο ακραίες συμπεριφορές με μια βαθιά ανθρωπιστική κατανόηση. Οι χαρακτήρες της είναι αδύναμοι, φοβισμένοι, εμμονικοί, μοναχικοί ή πληγωμένοι, χωρίς ποτέ να μετατρέπονται σε καρικατούρες ή σε παραδείγματα κάποιας ηθικής θέσης.
Παράλληλα, η συλλογή παρουσιάζει ενδιαφέρουσες συγγένειες με τον αμερικανικό μινιμαλισμό και ιδιαίτερα με τον Ρέιμοντ Κάρβερ. Η αίσθηση ότι πίσω από μια απλή καθημερινή σκηνή κρύβεται ένα ολόκληρο υπόγειο δράμα είναι διάχυτη σε πολλά διηγήματα. Ένα τηλεφώνημα, μια επίσκεψη στο νοσοκομείο, ένα πρώτο ραντεβού, μια οικογενειακή ανάμνηση ή μια συζήτηση στον δρόμο αρκούν για να αποκαλυφθούν ρήγματα δεκαετιών. Όπως και στον Κάρβερ, η συγκίνηση γεννιέται όχι από όσα λέγονται αλλά από όσα αποσιωπώνται.
Πέρα από τα όρια του ρεαλισμού
Ωστόσο, η Τζαρδή διαφοροποιείται από τον αμερικανικό μινιμαλισμό σε ένα κρίσιμο σημείο. Εκεί όπου ο Κάρβερ συχνά παραμένει εγκλωβισμένος σε έναν κόσμο σκληρού ρεαλισμού, η συγγραφέας επιτρέπει στο παράδοξο, στο ονειρικό και στο ανοίκειο να εισχωρήσουν μέσα στην αφήγηση. Ορισμένα διηγήματα κινούνται στα όρια του μαγικού ρεαλισμού ή της λογοτεχνίας του φανταστικού χωρίς ποτέ να εγκαταλείπουν το έδαφος της καθημερινής εμπειρίας. Οι πνιγμένοι που μοιάζουν να επιστρέφουν, τα επαναλαμβανόμενα όνειρα, οι εμμονές και οι ψευδαισθήσεις λειτουργούν ως μεταφορές ψυχικών καταστάσεων, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα όπου το πραγματικό και το φαντασιακό αλληλοδιεισδύουν.
Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η συγγραφέας φαίνεται να πλησιάζει τη σύγχρονη αμερικανική μικροαφήγηση της Λύντια Ντέιβις. Η χρήση μιας φαινομενικά ασήμαντης λεπτομέρειας ως αφετηρίας για υπαρξιακό στοχασμό, η ακραία συμπύκνωση και η εμπιστοσύνη στην αναγνωστική συμμετοχή αποτελούν χαρακτηριστικά που συναντά κανείς και στις δύο δημιουργούς. Η διαφορά είναι ότι η Τζαρδή παραμένει περισσότερο αφηγηματική και λιγότερο πειραματική, διατηρώντας σταθερά μια συναισθηματική σύνδεση με τους ήρωές της.
Κεντρική θέση στο βιβλίο καταλαμβάνει επίσης η θεματική της απώλειας. Δεν πρόκειται μόνο για τη βιολογική απώλεια που συνεπάγεται ο θάνατος. Είναι η απώλεια της νεότητας, των προσδοκιών, της βεβαιότητας, της ψυχικής ισορροπίας, ακόμη και της ίδιας της μνήμης.
Η σημαντικότερη ίσως αρετή της συλλογής είναι η ικανότητά της να μετατρέπει το καθημερινό σε σύμβολο. Τα αντικείμενα αποκτούν ιδιαίτερο βάρος μέσα στην αφήγηση: ένα κομπολόι, ένα ρολόι, ένα περιοδικό, μια ζωγραφιά, μια φωτογραφία, μια σακούλα γεμάτη μικροπράγματα. Η λειτουργία τους θυμίζει την τεχνική του αντικειμενικού συσχετισμού, καθώς γίνονται φορείς συναισθημάτων που οι ήρωες αδυνατούν να εκφράσουν άμεσα. Τα πράγματα μιλούν εκεί όπου οι άνθρωποι σιωπούν.
Σιωπές και απώλειες
Η σιωπή, άλλωστε, αποτελεί ίσως το κυρίαρχο αφηγηματικό εργαλείο της συλλογής. Σχεδόν όλα τα διηγήματα δομούνται γύρω από ένα κενό, μια απουσία ή κάτι που δεν λέγεται. Η συγγραφέας γνωρίζει ότι η λογοτεχνία δεν κατοικεί μόνο στις λέξεις αλλά και στα διαστήματα ανάμεσά τους. Με αυτή την έννοια η γραφή της παρουσιάζει συγγένεια και με μια παράδοση της νεοελληνικής πεζογραφίας που εκτείνεται από τον Γιώργο Ιωάννου έως τον Μισέλ Φάις και ορισμένους σύγχρονους εκπροσώπους της μικρής φόρμας. Η προσωπική μνήμη μετατρέπεται σε συλλογική εμπειρία και το ιδιωτικό τραύμα αποκτά ευρύτερες ανθρωπολογικές διαστάσεις.
Το «δέντρο» του ομώνυμου διηγήματος δεν αποτελεί απλώς ένα αντικείμενο αναφοράς αλλά ένα ερμηνευτικό κλειδί για ολόκληρη τη συλλογή. Το δέντρο συνδέεται με τη μνήμη, την ταυτότητα, την οικογενειακή συνέχεια και την ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του.
Κεντρική θέση στο βιβλίο καταλαμβάνει επίσης η θεματική της απώλειας. Δεν πρόκειται μόνο για τη βιολογική απώλεια που συνεπάγεται ο θάνατος. Είναι η απώλεια της νεότητας, των προσδοκιών, της βεβαιότητας, της ψυχικής ισορροπίας, ακόμη και της ίδιας της μνήμης. Πολλοί ήρωες μοιάζουν να κατοικούν σε έναν ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα σε αυτό που υπήρξαν και σε αυτό που αδυνατούν πλέον να γίνουν. Η αίσθηση αυτή προσδίδει στη συλλογή μια υπόγεια μελαγχολία, η οποία όμως δεν καταλήγει ποτέ σε συναισθηματικό εκβιασμό.
Μνήμη, ταυτότητα, συνέχεια
Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι και η λειτουργία του τίτλου. Το «δέντρο» του ομώνυμου διηγήματος δεν αποτελεί απλώς ένα αντικείμενο αναφοράς αλλά ένα ερμηνευτικό κλειδί για ολόκληρη τη συλλογή. Το δέντρο συνδέεται με τη μνήμη, την ταυτότητα, την οικογενειακή συνέχεια και την ανάγκη του ανθρώπου να κατανοήσει τον εαυτό του. Ταυτόχρονα υπονομεύει κάθε εύκολη κατηγοριοποίηση. Οι άνθρωποι, όπως και τα δέντρα, δεν εξαντλούνται σε μία εικόνα ή σε μία ερμηνεία. Οι ρίζες τους βρίσκονται βαθύτερα απ’ όσο μπορεί να συλλάβει οποιοδήποτε ψυχολογικό τεστ, οποιαδήποτε κοινωνική ταυτότητα ή οποιαδήποτε εξωτερική περιγραφή.
Από υφολογική άποψη, η γραφή της Τζαρδή διακρίνεται για την εξαιρετική της ισορροπία. Η γλώσσα παραμένει απλή, σχεδόν προφορική, χωρίς όμως να χάνει ποτέ τη λογοτεχνική της ακρίβεια. Οι προτάσεις είναι καθαρές, οι διάλογοι φυσικοί και οι περιγραφές απολύτως ελεγχόμενες. Η συγγραφέας γνωρίζει πότε να σταματήσει. Αυτή η αίσθηση μέτρου είναι ίσως το πιο δύσκολο επίτευγμα στη μικρή φόρμα και ταυτόχρονα το στοιχείο που διακρίνει τους ώριμους διηγηματογράφους από τους απλώς επιδέξιους αφηγητές.
Το Ζωγράφισέ μου ένα δέντρο αποτελεί τελικά μια σημαντική συμβολή στη σύγχρονη ελληνική διηγηματογραφία. Χωρίς αφηγηματικούς ακροβατισμούς και χωρίς θεωρητικές επιδείξεις, κατορθώνει να επαναφέρει στο προσκήνιο μια βασική λειτουργία της λογοτεχνίας: να φωτίζει τις αθέατες περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης. Η Μαρία Τζαρδή αποδεικνύει ότι ακόμη και οι πιο μικρές ιστορίες μπορούν να περιέχουν ολόκληρες ζωές. Και ίσως αυτή να είναι η ουσία κάθε μεγάλης λογοτεχνίας: να μας κάνει να βλέπουμε μέσα σε ένα δέντρο ολόκληρο το δάσος της ανθρώπινης εμπειρίας.
* Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Μαρία Τζαρδή γεννήθηκε και ζει στον Πειραιά. Σπούδασε στην Φιλοσοφική Αθηνών και συνέχισε με σπουδές στην Παιδαγωγική Ψυχολογία και στη Δημόσια Ιστορία. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στην Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Από τις εκδόσεις Εύμαρος έχουν εκδοθεί τα βιβλία της: Εξορία είναι η επιστροφή (2016), Η τελευταία πτήση (2019) και Οι ξένοι (2023). Έχει συμμετάσχει σε πολλές συλλογές με διηγήματά της.
























