
Για το μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου «Η αγέλη» (εκδ. Πατάκη).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Στην Ελλάδα από το 2010 ως το 2023 καταγράφηκαν 174 γυναικοκτονίες, ενώ μέσα στη διετία 2021–2022 σημειώθηκε σημαντική αύξηση του κατ’ έτους αριθμού τους σε αντίθεση με το 2023, όπου παρατηρήθηκε πτώση. Σε αυτές τις δολοφονικές πράξεις πρέπει να προσθέσουμε τις απόπειρες γυναικοκτονιών, τα κρούσματα ενδοοικογενειακής βίας με ελαφριές ή βαριές σωματικές κακώσεις, αλλά και τους βιασμούς, όπως και κάθε μορφή έμφυλης επιθετικότητας. Προφανώς σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε ο εγκλεισμός λόγω καραντίνας, που υποδαύλισε τις ενδοοικογενειακές τριβές και δη τα ψυχολογικά προβλήματα, αλλά δεν πρέπει να αγνοούμε και τη βαθιά ριζωμένη πατριαρχική νοοτροπία ιδιοκτησίας και επιβολής, η οποία συντείνει σε όλα αυτά.
Μια ισορροπημένη αναγνωστική πρόταση
Ανάμεσα στα λίγα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας που πραγματεύονται τη γυναικοκτονία αυτή καθαυτή και τα πολλά που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στις έμφυλες ανισότητες και δη στην κακοποίηση της γυναίκας, Η αγέλη (2025) της Βίκυς Τσελεπίδου αποτελεί μια ισορροπημένη αναγνωστική πρόταση. Ο φόνος της Λυδίας από τον σύντροφό της, που ξεκίνησε από τον σφοδρό τους έρωτα και κατέληξε στη δολοφονική πράξη, καλύπτει όλο το φάσμα της πορείας από τη λατρεία ως την έκρηξη. Κι αυτό η πεζογράφος το πετυχαίνει υπό το πρίσμα έξι αφηγητών που πλαγιοκοπούν τον θύτη αλλά και το θύμα στη μεταξύ τους σχέση. Οι πέντε βρίσκονται κοντύτερα στον δράστη: ο εργοδότης του, ένας συνάδελφος, ένας εξάδελφός του, η πρώην του ονόματι Φαίη και η καλή του φίλη Στέλλα, ενώ από τη σκοπιά της δολοφονηθείσας στέκεται η κολλητή της Όλγα.
Με αυτή την πολυεστιακή αφήγηση τοποθετούνται το ένα μετά το άλλο τα κομμάτια του παζλ, όχι βέβαια με την ακραία γραμμική σειρά αλλά με τον τρόπο της λογοτεχνίας, η οποία ξέρει να θέτει ερωτήματα, μερικά από αυτά να τα απαντά και άλλα να τα αφήνει εκκρεμή προς διερεύνηση. Πόσο πολύ ο ανώνυμος θύτης αγάπησε τη Λυδία; Και πώς αυτός ο σφοδρός έρωτάς του ήταν βαθύς και ανιδιοτελής ή τελικά ήταν πάθος χωρίς ουσιαστική αγάπη; Κι αν όλα ξεκίνησαν ομαλά, πώς εντέλει κατέληξαν στην αποτρόπαιη δολοφονία; Πιο συγκεκριμένα, η πολύ καλή εικόνα που έδειχνε σε όλους ο δράστης ήταν ψεύτικη ή σε κάθε ήρεμη θάλασσα μπορεί (χωρίς προηγούμενο) να ξεσπάσει μια απρόσμενη θαλασσοταραχή;
Η πολύπλευρη διερεύνηση των δύο πρωταγωνιστών –τόσο η προσκόλληση της Λυδίας στον αγαπημένο της, που τελικά θα εξελιχθεί σε δολοφόνο της, όσο και (κυρίως) η στάση του θύτη– επιχειρεί να δώσει απαντήσεις για το ποιος ήταν, πώς έφτασε ως εκεί, είχε σχεδιάσει ή όχι την πράξη, υπήρχαν δείγματα πριν κορυφωθεί η συμπεριφορά του κ.λπ. Ανάμεσα στον εργοδότη του που είναι απόλυτα θετικός απέναντί του, γιατί εκτιμούσε την επαγγελματική του ευσυνειδησία και την άψογη συμπεριφορά του, και τη Φαίη, που ήταν φίλη της Λυδίας και κατακεραυνώνει τον σύντροφο της τελευταίας με πολλά ράμματα για τη γούνα του, οι υπόλοιποι κινούνται στη γκρίζα ζώνη των αμφιβολιών, γιατί, είτε μισούσαν είτε αγαπούσαν τον δράστη, έβλεπαν τις ποικίλες πτυχές του χαρακτήρα του και εκ των υστέρων χρωματίζουν πιο έντονα τη μία ή την άλλη.
Ο ίδιος ο φονιάς προτιμά τη σιωπή, ακόμα και προς τον δικηγόρο που τον έχει αναλάβει, δικηγόρο που, όπως αποκαλύπτεται στο τέλος, συγκέντρωσε όλες αυτές τις μαρτυρίες. Επομένως, δεν έχουμε την εκτίμηση του δράστη, ο οποίος θα μπορούσε να δώσει μια άλλη εκδοχή της αλήθειας, πλην των διάσπαρτων αποσπασμάτων της σκέψης του, δοσμένων μέσα στις αφηγήσεις των άλλων σε πλαγιογράμματη γραφή, αποσπασμάτων που δεν προσφέρουν τελικά τίποτα και θα μπορούσαν να παραλειφθούν από το πλάνο της συγγραφέως. Οι ίδιες οι μαρτυρίες αποτελούν ένα πολύπλευρο πλέγμα απόψεων γύρω από το χαμένο κέντρο, πολυφωνικό πεδίο, καθώς ο καθένας εκφράζει τις πολλαπλές αποχρώσεις της αλήθειας του αλλά όχι πολυγλωσσικό, αφού δεν επιτεύχθηκε μια διαφορετική φωνή, ένα διαφορετικό ύφος για τον καθένα.
Οι ίδιες οι μαρτυρίες αποτελούν ένα πολύπλευρο πλέγμα απόψεων γύρω από το χαμένο κέντρο, πολυφωνικό πεδίο, καθώς ο καθένας εκφράζει τις πολλαπλές αποχρώσεις της αλήθειας του αλλά όχι πολυγλωσσικό, αφού δεν επιτεύχθηκε μια διαφορετική φωνή, ένα διαφορετικό ύφος για τον καθένα.
Παρά τα αφηγηματικά φάουλ, ο Βίκυ Τσελεπίδου καταφέρνει να δείξει από ποικίλες πηγές φωτός τη γυναικοκτονία, να διερευνήσει όχι την απόλυτη αλήθεια, στην οποία η εποχή μας δεν ορκίζεται πια, αλλά τις εκδοχές τις οποίες οι εμπλεκόμενοι εικάζουν, ερμηνεύουν, αποκωδικοποιούν, φαντάζονται. Έτσι, η μυθιστορηματική στρατηγική της Αγέλης ομνύει στην πολυφωνία, στον σχετικισμό και στη διατύπωση ερωτημάτων και σκέψεων παρά βεβαιοτήτων για το τι συμβαίνει σε μυαλό ενός γυναικοκτόνου. Η λογοτεχνία δεν δίνει νομικές ή ψυχολογικές απαντήσεις, αλλά πολιορκεί παντοιοτρόπως τα φαινόμενα, εξάγοντας από μέσα τους μικρές και μεγάλες μορφές κατανόησης.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
Ακούστηκε στην αρχή ότι την κατακρεούργησε. Ότι την αποσυναρμολόγησε, έθαψε τα μέλη της και ότι την επόμενη μέρα τα ξέθαψε κι άρχισε να τα συναρμολογεί μπερδεύοντάς τα μεταξύ τους, τοποθετώντας τα σε λάθος θέσεις, ότι έβαλε, για παράδειγμα, το δεξί της χέρι στην θέση του αριστερού της χεριού, ότι της κόλλησε ανάποδα τ’ αυτιά, ανάκατα τα δάχτυλα, ότι στόλισε τα μαλλιά της με κοχύλια, ότι την στόλισε, τέλος πάντων, σαν βασίλισσα με κάτι σαν στέμμα στην κορυφή και κάτι σαν δόρυ στο χέρι, η θεά της σιωπής, της θάλασσας, φρίξαμε, λέγαμε «αδύνατον, δεν μπορεί, ποιος κάθεται και διαδίδει αυτές τις μπαρούφες;» Μετά αυτό διαψεύστηκε και έκανε η αστυνομία επίσημες δηλώσεις.
























