
Για το μυθιστόρημα του Βίκτωρα Ψευτάκη «Ό,τι σε κάνει να ξεχνάς» (εκδ. Στερέωμα). Εικόνα: Από την ταινία Solaris του Αντρέι Ταρκόφσκι (1972).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Πόσες φορές έχουμε φανταστεί πως σε μια αόρατη χοάνη καταλήγουν οι ελπίδες μας; Πόσες άλλες έχουμε σκεφτεί πως όλους θα μας καταπιεί μια μαύρη τρύπα; Το μυθιστόρημα του Βίκτωρα Ψευτάκη Ό,τι σε κάνει να ξεχνάς «πατάει» πάνω σε αυτόν τον υπαρξιακό φόβο, το μεταθέτει σε ένα προωθημένο μέλλον, το ντύνει με μια δυστοπική συνθήκη και συναιρώντας τον ρεαλισμό με την αλληγορία, αφήνει τους ήρωές τους έρμαια μιας Τρύπας που καταπίνει τους πάντες.
Σκληρή πραγματικότητα
Με φόντο μια σκληρή, σχεδόν απογυμνωμένη από ελπίδα κοινωνική πραγματικότητα, το έργο εξερευνά τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη για διαφυγή, τη λειτουργία της μνήμης και το τίμημα της επιθυμίας. Παράλληλα, συνθέτει μια δυστοπική ατμόσφαιρα που δεν επιβάλλεται από κάποιο ολοκληρωτικό καθεστώς, αλλά αναδύεται οργανικά μέσα από τις επιλογές των ίδιων των ανθρώπων. Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται η λεγόμενη «Πόλη του Ορυχείου», ένας τόπος που μοιάζει να συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας σε κρίση.
Η οικονομική δυσπραγία, η κοινωνική ανισότητα και η αίσθηση στασιμότητας δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου οι άνθρωποι δεν ζουν πραγματικά, αλλά επιβιώνουν. Η πόλη δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό· αποκτά σχεδόν συμβολική υπόσταση, αντιπροσωπεύοντας έναν κόσμο όπου οι ευκαιρίες είναι περιορισμένες και τα όνειρα μοιάζουν εξαρχής καταδικασμένα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι κάτοικοι δεν αναζητούν απαραίτητα την ευτυχία, αλλά κυρίως έναν τρόπο να ξεφύγουν από τη δυσφορία της καθημερινότητας.
Οι ήρωες και η Τρύπα
Η Μάρτα, μία από τις βασικές μορφές του έργου, ενσαρκώνει αυτή την ανάγκη για διαφυγή. Ως μετανάστρια, βρίσκεται ήδη σε μια κατάσταση μετατόπισης και αβεβαιότητας. Το όνειρό της να ζήσει από τη μουσική δεν είναι απλώς μια καλλιτεχνική φιλοδοξία, αλλά μια προσπάθεια να αποκτήσει ταυτότητα και νόημα σε έναν κόσμο που την περιθωριοποιεί. Ωστόσο, η Μάρτα δεν είναι η μόνη ηρωίδα. Η αφήγηση εκτείνεται σε πολλούς χαρακτήρες, όπως η Αλίκη και ο Σέρχιο, οι οποίοι, αν και διαφορετικοί, μοιράζονται ένα κοινό στοιχείο: την αίσθηση ότι η ζωή τους δεν τους ανήκει πλήρως.
Η εμφάνιση της «Τρύπας» σε έναν λόφο έξω από την πόλη λειτουργεί ως το καθοριστικό σημείο καμπής της ιστορίας. Η Τρύπα είναι ένα παράδοξο φαινόμενο: δεν εξηγείται επιστημονικά, δεν εντάσσεται σε κάποιο σαφές πλαίσιο, και ωστόσο γίνεται γρήγορα αποδεκτή ως μέρος της πραγματικότητας. Υπόσχεται την εκπλήρωση επιθυμιών, προσελκύοντας ανθρώπους που είναι έτοιμοι να πιστέψουν σε μια εύκολη λύση. Η λειτουργία της θυμίζει αρχαίους μύθους ή λαϊκές αφηγήσεις, όπου η εκπλήρωση μιας ευχής συνοδεύεται πάντα από ένα κρυφό τίμημα. Αυτό το τίμημα είναι που καθιστά την Τρύπα τόσο σημαντική σε επίπεδο συμβολισμού. Δεν προσφέρει τίποτα δωρεάν· αντίθετα, αφαιρεί κάτι από αυτούς που την χρησιμοποιούν.
Η πόλη μετασχηματίζεται σταδιακά σε έναν δυστοπικό χώρο, όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας θολώνουν. Οι αλλαγές δεν είναι πάντα θεαματικές· συχνά είναι ανεπαίσθητες, σχεδόν υπόγειες, αλλά αθροιστικά οδηγούν σε μια ριζική αλλοίωση της καθημερινότητας.
Το «κάτι» αυτό δεν είναι πάντα υλικό ή άμεσα αντιληπτό. Μπορεί να αφορά τη μνήμη, την ταυτότητα ή την ικανότητα του ατόμου να σχετίζεται με τον κόσμο. Με αυτόν τον τρόπο, η Τρύπα μετατρέπεται σε έναν μηχανισμό ανταλλαγής, όπου η επιθυμία ικανοποιείται, αλλά με κόστος που συχνά αποκαλύπτεται αργότερα.
Καθώς όλο και περισσότεροι κάτοικοι καταφεύγουν στην Τρύπα, οι συνέπειες αρχίζουν να γίνονται εμφανείς. Η πόλη μετασχηματίζεται σταδιακά σε έναν δυστοπικό χώρο, όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας θολώνουν. Οι αλλαγές δεν είναι πάντα θεαματικές· συχνά είναι ανεπαίσθητες, σχεδόν υπόγειες, αλλά αθροιστικά οδηγούν σε μια ριζική αλλοίωση της καθημερινότητας. Οι σχέσεις διαλύονται, οι άνθρωποι αποξενώνονται, και η ίδια η έννοια της συνέχειας του εαυτού τίθεται υπό αμφισβήτηση.
Πολυφωνία
Η δομή του μυθιστορήματος, που εκτείνεται σε βάθος περίπου δύο δεκαετιών, επιτρέπει στον συγγραφέα να εξετάσει αυτές τις αλλαγές με χρονική προοπτική. Η αφήγηση δεν επικεντρώνεται σε ένα μόνο γεγονός ή χαρακτήρα, αλλά παρακολουθεί την εξέλιξη πολλών ιστοριών που διασταυρώνονται. Αυτή η πολυφωνία προσπαθεί να δημιουργήσει μια αίσθηση συλλογικής εμπειρίας: η δυστοπία δεν είναι αποτέλεσμα μιας μεμονωμένης απόφασης, αλλά το προϊόν πολλών μικρών επιλογών που, μαζί, διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα.
Η μνήμη, λοιπόν, δεν παρουσιάζεται μόνο ως βάρος, αλλά και ως θεμέλιο της ταυτότητας. Χωρίς αυτήν, το άτομο γίνεται εύπλαστο, ευάλωτο σε εξωτερικές επιρροές και ανίκανο να διατηρήσει μια συνεκτική αίσθηση του ποιος είναι.
Ένα από τα κεντρικά θέματα του έργου είναι η σχέση μεταξύ μνήμης και ταυτότητας. Ο τίτλος «Ό,τι σε κάνει να ξεχνάς» υποδηλώνει ήδη ότι η λήθη παίζει καθοριστικό ρόλο. Στο πλαίσιο του μυθιστορήματος, το να ξεχνά κανείς δεν είναι απλώς μια παθητική διαδικασία, αλλά μια ενεργή επιλογή ή, τουλάχιστον, μια συνέπεια επιλογών. Οι χαρακτήρες που στρέφονται στην Τρύπα συχνά επιδιώκουν να απαλλαγούν από επώδυνες εμπειρίες, αποτυχίες ή τραύματα. Ωστόσο, η απώλεια της μνήμης συνεπάγεται και την απώλεια ενός μέρους του εαυτού τους.
Η μνήμη
Η μνήμη, λοιπόν, δεν παρουσιάζεται μόνο ως βάρος, αλλά και ως θεμέλιο της ταυτότητας. Χωρίς αυτήν, το άτομο γίνεται εύπλαστο, ευάλωτο σε εξωτερικές επιρροές και ανίκανο να διατηρήσει μια συνεκτική αίσθηση του ποιος είναι. Με αυτή την έννοια, η Τρύπα δεν αφαιρεί απλώς αναμνήσεις· διαβρώνει την ίδια την έννοια της προσωπικής συνέχειας.
Αυτό που αρχικά φαίνεται παράξενο ή ανησυχητικό, σταδιακά γίνεται αποδεκτό. Οι κάτοικοι προσαρμόζονται στις αλλαγές, ακόμη κι όταν αυτές υπονομεύουν την ίδια τους την ύπαρξη.
Παράλληλα, το μυθιστόρημα θέτει το ερώτημα της επιθυμίας και του τρόπου με τον οποίο αυτή διαμορφώνει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Οι χαρακτήρες δεν επιθυμούν πάντα κάτι εξαιρετικό· συχνά πρόκειται για απλά, καθημερινά πράγματα: σταθερότητα, αγάπη, αναγνώριση. Ωστόσο, η επιθυμία τους αποκτά μια επικίνδυνη διάσταση όταν συνδυάζεται με την προθυμία να επιτευχθεί με κάθε κόστος. Η Τρύπα λειτουργεί ως καταλύτης αυτής της διαδικασίας, προσφέροντας μια συντόμευση που παρακάμπτει την προσπάθεια, τον χρόνο και την αποδοχή της αποτυχίας.
Το μυθιστόρημα, έτσι, δεν καταδικάζει την επιθυμία καθαυτή, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται με αυτήν. Όταν η επιθυμία γίνεται απόλυτη και αποσυνδέεται από την πραγματικότητα, μετατρέπεται σε δύναμη καταστροφής. Η εκπλήρωσή της δεν οδηγεί απαραίτητα στην ευτυχία, αλλά συχνά σε μια ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση κενού.
Η πραγματικότητα
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η ρευστότητα της πραγματικότητας. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να διακρίνει κανείς τι είναι «αληθινό» και τι όχι. Αυτή η ασάφεια δείχνει να μην είναι απλώς αφηγηματικό τέχνασμα, αλλά αντανακλά την εσωτερική κατάσταση των χαρακτήρων. Όταν η μνήμη διαβρώνεται και η ταυτότητα αποσταθεροποιείται, η πραγματικότητα παύει να είναι κάτι σταθερό και αντικειμενικό.
Η πόλη, σε αυτό το πλαίσιο, μετατρέπεται σε έναν χώρο όπου η κανονικότητα επαναπροσδιορίζεται συνεχώς. Αυτό που αρχικά φαίνεται παράξενο ή ανησυχητικό, σταδιακά γίνεται αποδεκτό. Οι κάτοικοι προσαρμόζονται στις αλλαγές, ακόμη κι όταν αυτές υπονομεύουν την ίδια τους την ύπαρξη. Αυτή η διαδικασία θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι, σε πραγματικές κοινωνίες, συνηθίζουν καταστάσεις που κάποτε θα θεωρούσαν απαράδεκτες.
Η πρόθεση
Η πρόθεση του Ψευτάκη φαντάζει, ωστόσο, πολύ μεγαλύτερη από το αποτέλεσμα. Οι «ενδιάμεσες» ιστορίες, αυτές που αναπτύσσονται μέσα στην κεντρική, αδυνατίζουν εντέλει το αποτέλεσμα, ενώ μιλώντας με όρους δυστοπίας, κάποια πραγματολογικά στοιχεία που θυμίζουν αναπόδραστα το σήμερα, περισσότερο αφαιρούν παρά προσθέτουν στην ένταση της συνθήκης. Ο δε συμβολισμός της Τρύπας θα μπορούσε να υπονοείται, παρά να δηλώνεται εξαρχής, χάνοντας έτσι τη δύναμη της αλληγορίας. Ακόμη κι έτσι, όμως το μυθιστόρημα θέτει καίρια ερωτήματα: Τι είμαστε διατεθειμένοι να θυσιάσουμε για να ξεφύγουμε από τον πόνο; Πόσο απαραίτητη είναι η μνήμη για να παραμείνουμε οι ίδιοι; Και, κυρίως, μήπως η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι οι εξωτερικές δυνάμεις, αλλά η ίδια μας η επιθυμία να αποφύγουμε την πραγματικότητα;
Ο Ψευτάκης στο μυθιστόρημά του αποτυπώνει μια βαθιά ανθρώπινη αλήθεια: ότι η φυγή μπορεί να είναι δελεαστική, αλλά συχνά οδηγεί σε μια απώλεια πιο ουσιαστική από εκείνη που προσπαθούμε να αποφύγουμε. Και ίσως, τελικά, αυτό που μας κάνει να ξεχνάμε να είναι και αυτό που μας απομακρύνει περισσότερο από τον ίδιο μας τον εαυτό.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Βίκτωρ Ψευτάκης γεννήθηκε το 1984 στην Καβάλα και ζει στη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ και έχει μεταπτυχιακό στη δημιουργική γραφή από το Kingston University του Λονδίνου. Έχει δημιουργήσει το εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής του Φανταστικού, Tales of the Wyrd.

Το πρώτο του μυθιστόρημα, Ενυδρία (2011), κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ars Nocturna. Διηγήματά του έχουν δημοσιευθεί σε πέντε γλώσσες, σε διάφορα περιοδικά (Φρέαρ, The Magazine of Fantasy & Science Fiction, Cossmass Infinities, Metaphorosis) και ανθολογίες (Ίσως, Αντίθετο ημισφαίριο, Love is stronger than time). Installation Art του έχει παρουσιαστεί στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο του Queer Arts Festival (2018).






















