
Για το μυθιστόρημα του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά» (εκδ. Εστία). Εκδοχή του κειμένου διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο Μουσείο Μαρίκα Κοτοπούλη στου Ζωγράφου.
Γράφει η Καλλιρρόη Παρούση
Κάθε φορά που οι άνθρωποι μαζεύονται σε έναν χώρο για να συζητήσουν για ένα βιβλίο κάνω την ίδια σκέψη, ότι δηλαδή ένα καλό βιβλίο συνομιλεί με άλλα καλά βιβλία. Φαντάζομαι, δηλαδή, πως έχω ενώπιόν μου έναν βιβλιοφιλικό χάρτη και ως αναγνώστης-ταξιδιώτης επισκέπτομαι μία πόλη-βιβλίο και από το ταξίδι αυτό προκύπτει ένα επόμενο ταξίδι και μετά άλλο ένα και πάει λέγοντας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται τελικά ένα αόρατο -ταξιδιάρικο- νήμα μιας γόνιμης συστοιχίας των καλών βιβλίων μεταξύ τους. Για παράδειγμα, λίγους μήνες πριν καταπιαστώ με την ανάγνωση του μυθιστορήματος Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά του Γιάννη Καρκανέβατου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία, διάβασα την ενδιαφέρουσα μελέτη του Δημήτρη Τζιόβα Ιστορία, έθνος και μυθιστόρημα στη Μεταπολίτευση, η οποία κυκλοφορεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Η μελέτη του Τζιόβα φέρει έναν υπότιτλο που αν τον αποσπάσουμε, μπορούμε με άνεση να τον επικολλήσουμε κάτω από τον τίτλο του μυθιστορήματος Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά. Ο υπότιτλος αυτός είναι: τραύμα, μνήμη, μεταφορά. Στο βιβλίο του Τζιόβα επιχειρείται η προσέγγιση της ελληνικής πεζογραφίας γύρω από τους τρεις αυτούς άξονες (τραύμα, μνήμα, μεταφορά) και, κατά αντιστοιχία, ο Γιάννης Καρκανέβατος με το πρώτο μυθιστόρημά του καταπιάνεται με τη διαγενεακή μεταφορά του τραύματος μέσω της μνήμης: το νεότερο μέλος μιας οικογένειας στήνει μια κάμερα μπροστά από δύο επιζώντες του εμφυλίου πολέμου και αφού μελετήσει και το υπόλοιπο οικογενειακό υλικό/αρχείο, καταγράφει την εμπειρία του, μια εμπειρία που προκύπτει άλλοτε ως έμμεση μαρτυρία, ενώ άλλοτε παρατίθεται ως άμεσο βίωμα (πρωτοπρόσωπη αφήγηση, κατευθείαν από την πηγή).
Η επιλογή αυτού του θεματικού πυρήνα εντάσσει τον συγγραφέα στην ίδια αφηγηματική αρένα με προπάτορες-ιερά λογοτεχνικά τέρατα της γραφής, όπως οι Τσίρκας, Φραγκιάς, Αλεξάνδρου, Βαλτινός, Κοτζιάς κ.λπ., γεγονός που με οδηγεί σε δύο λίγο πολύ αυτονόητες σκέψεις: αφενός ότι ο ελληνικός εμφύλιος αποτελεί προσφιλές θέμα για τα βιβλία των Ελλήνων πεζογράφων μας (σε αντίθεση, ας πούμε, με τη μικρασιατική καταστροφή που, αν και αξιοποιείται ως θέμα, δεν γνωρίζει το ίδιο μέγεθος δημοφιλίας) και αφετέρου ότι ανεξάρτητα με το πόσοι και ποιοι έχουν προηγηθεί από το δικό σου βιβλίο, σημασία τελικά δεν έχει τι λες, αλλά, πώς το λες. Σημασία έχει η αφηγηματική επεξεργασία του υλικού.
Συνομιλώντας με σύγχρονους συγγραφείς
Εκτός από τα μεγάλα ονόματα που έχουν προηγηθεί, ο Γιάννης Καρκανέβατος συνομιλεί και με σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς με τους οποίους από διαφορετική σκοπιά μοιράζεται την ίδια θεματολογική συγγένεια. Εν προκειμένω σκέφτηκα τη Νικήτρια σκόνη του Κώστα Καλτσά που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση Γ. Μαραγκού. Τα δύο αυτά βιβλία πιστεύω ότι θα μπορούσαν να συνεξεταστούν, να συνδιαβαστούν και να συμπαρουσιαστούν, καθότι, μέσα από τις ομοιότητες και τις ειδοποιούς διαφορές τους, αναφέρονται -με έναν πολύ ενδιαφέροντα για τη λογοτεχνία τρόπο- στη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.
Και οι δύο συγγραφείς χρησιμοποιούν, ωστόσο, την ίδια εκκίνηση· μελετούν την επίδραση που άσκησε το βίωμα του εμφυλίου στα μέλη μιας οικογένειας.
Ο Κώστας Καλτσάς, μέσα από μια large scale narration (το μυθιστόρημα έχει έκταση 560 σελίδες), πραγματοποιεί μια ευφυή αναλογία ανάμεσα στην ιστορική περίοδο εμφυλίου και τη σύγχρονη -διχαστικής λογικής και εμφυλιακών διαστάσεων- εποχή του δημοψηφίσματος στη χώρα μας το 2015. Από την άλλη πλευρά, ο Γιάννης Καρκανέβατος, μέσα σε μόλις 150 σελίδες (εδώ δεν έχουμε αφήγηση μεγάλης κλίμακας, αλλά αφηγηματική πύκνωση), εξετάζει την εμφυλιακή περίοδο μέσα από την σκοπιά του τραύματος και της διαγενεακής του μεταφοράς. Και οι δύο συγγραφείς χρησιμοποιούν, ωστόσο, την ίδια εκκίνηση· μελετούν την επίδραση που άσκησε το βίωμα του εμφυλίου στα μέλη μιας οικογένειας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η οικογένεια αποτελεί το αφηγηματικό εργαλείο με τη βοήθεια του οποίου επεξεργάζονται το θέμα τους.
Η έννοια του τραύματος
Στο μυθιστόρημα Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά ο συγγραφέας κατορθώνει να προσεγγίσει με τρεις διαφορετικούς τρόπους -και μέσα από τρεις διακριτούς χαρακτήρες- την έννοια του τραύματος.
Ο πρώτος τρόπος προσέγγισης του τραύματος σχετίζεται με το άμεσο βίωμα και προκύπτει κυρίως δια της σαρκικότητας και του χωνεμένου πόνου, δηλαδή, από τον αντίκτυπο που αφήνει η τραυματική εμπειρία στο σώμα του ίδιου του πάσχοντος υποκειμένου: ο Ανδρέας υπηρέτησε δύο χρόνια στο ΕΑΜ, τρία χρόνια στον Δημοκρατικό Στρατό και στη συνέχεια αναγκάστηκε να φύγει ως πολιτικός πρόσφυγας στο Βουκουρέστι, έτσι βίωσε αφενός όλα τα δεινά της ένοπλης δράσης (ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, πείνα) και αφετέρου την εξορία με το αντίστοιχο ψυχολογικό επακόλουθο της βίαιης απομάκρυνσης από αγαπημένα πρόσωπα.
Ο Σωκράτης προσπαθεί με ολοένα και ενεργητικότερους τρόπους να αποτινάξει από πάνω του τη ρετσινιά του εμφυλίου, να αποβάλλει το κοινωνικό στίγμα: εδώ το τραύμα λειτουργεί ως αποσιώπηση
Ο δεύτερος τρόπος προσέγγισης του τραύματος σχετίζεται με τον χαρακτήρα του αδερφού του Ανδρέα, του κατά δέκα χρόνια νεότερου Σωκράτη, ο οποίος ζει υπό τη σκιά του εμφυλίου. Ο Σωκράτης προσπαθεί με ολοένα και ενεργητικότερους τρόπους να αποτινάξει από πάνω του τη ρετσινιά του εμφυλίου, να αποβάλλει το κοινωνικό στίγμα: εδώ το τραύμα λειτουργεί ως αποσιώπηση, μπαίνει κάτω από το χαλί, είναι ο ελέφαντας μέσα στο δωμάτιο για τον οποίο κανείς δεν μιλάει.
Ο τρίτος τρόπος προσέγγισης του τραύματος σχετίζεται με τον χαρακτήρα του ανώνυμου αφηγητή, ενός σύγχρονου ανθρώπου που αντιλαμβάνεται τον αντίκτυπο του μετεμφυλιακού τραύματος και διεκδικεί την εκ νέου ανάδυση της εμπειρίας με σκοπό την επεξεργασία του τραυματικού της χαρακτήρα: οι επόμενες γενιές διεκδικούν την γνώση, αλλά διεκδικούν και την επούλωση. Ο ανώνυμος αφηγητής γίνεται φορέας της μεταμνήμης (postmemory), αντιλαμβανόμενος ότι τον έχουν κατά κάποιο τρόπο επηρεάσει όσα δεν έχει ο ίδιος ζήσει, αλλά έμμεσα έχει βιώσει. Εδώ ανοίγει και μια μεγάλη συζήτηση που σχετίζεται με το δίπτυχο γραφή και βίωμα.
Στο Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά έχουμε μια εξαιρετικά λεπτοδουλεμένη δομή με επιτυχή συναρμογή των επιμέρους συστατικών μερών-διακριτών αφηγήσεων, γεγονός που με παρέπεμψε στην σκέψη ότι πρόκειται τελικά για ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα
Ο Γιάννης Καρκανέβατος έχει προβεί σε μια τρομακτική αξιοποίηση των ιστορικών πηγών και έχει προσεκτικά επιλέξει μία προς μια τις λέξεις που χρησιμοποιεί, κολυμπώντας σε διαφορετικούς ανά υποκεφάλαιο χωροχρονικούς ωκεανούς. Ενδεικτικά αναφέρω ότι ευφυώς απουσιάζει από το έργο του η ρητή αναφορά στις λέξεις Εμφύλιος Πόλεμος, ιδιαιτέρως εύστοχη κατά τη γνώμη μου επιλογή, αν θυμηθούμε ότι επουδενί τότε δεν θα δεχόταν ο βασιλικός στρατός να έχει απέναντί του αγωνιστές της ελευθερίας, είχε απέναντί του αλήτες, εαμοβούλγαρους, συμμορίτες, και η Εθνική Αντίσταση, όπως γνωρίζουμε, αναγνωρίστηκε ως τέτοια πολύ αργότερα, τη δεκαετία του ογδόντα.
Δύο τελευταίες παρατηρήσεις:
Στο Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά έχουμε μια εξαιρετικά λεπτοδουλεμένη δομή με επιτυχή συναρμογή των επιμέρους συστατικών μερών-διακριτών αφηγήσεων, γεγονός που με παρέπεμψε στην σκέψη ότι πρόκειται τελικά για ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα: όπως κάθε τμήμα της σπονδυλικής μας στήλης στηρίζει τον κορμό μας, έτσι και σε αυτό το βιβλίο η κάθε επιμέρους αφήγηση αποτελεί αναπόσπαστο σύνολο του οργανικού αφηγηματικού συνόλου. Πρόκειται για μια πολυεστιακή προσέγγιση της έννοιας του τραύματος.
Μήλον της έριδος για τους σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους αποτελεί η λέξη: αυτομυθοπλασία (κάποιοι την αποστρέφονται μετά βδελυγμίας και κάποιοι πίνουν νερό στο όνομά της). Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ο Γιάννης Καρκανέβατος με την πολύ συγκινητική αφιέρωση στην αρχή του βιβλίου καθώς και την αναφορά στην προέλευση του επιθέτου Καρκανέβατος στο κυρίως corpus της αφήγησης, ισορροπεί σε αυτή τη ζυγαριά που στο ένα άκρο της φέρει την επινόηση και στο άλλο άκρο φέρει γεγονότα απολύτως πραγματικά.
*Η ΚΑΛΛΙΡΡΟΗ ΠΑΡΟΥΣΗ είναι συγγραφέας. Το πρώτο της μυθιστόρημα, Λίγα λόγια για μένα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΤΟΠΟΣ.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
O Γιάννης Καρκανέβατος γεννήθηκε το 1966 στις Σέρρες. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ΕΜΠ και σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου.

Εργάστηκε για πολλά χρόνια στο εξωτερικό ως μηχανικός και παράλληλα ασχολήθηκε με τον κινηματογράφο. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικές εκδόσεις και σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τα τελευταία χρόνια παραδίδει σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Ζει στην Αθήνα. Το Ο πατέρας δεν μιλούσε γι’ αυτά είναι το πρώτο του βιβλίο.























