to mavro gala tis ittas 2

Για το μυθιστόρημα του Πάνου Νιαβή «Το μαύρο γάλα της ήττας» (εκδ. Αρμός). Εικόνα: Ο πίνακας του Γιώργου Κόρδη που κοσμεί το εξώφυλλο.

Γράφει ο Ανδρέας Κωσταγεώργος

Συχνότατα, ο ουσιώδης καλλιτέχνης δεν μπορεί, σμιλεύοντας με τα χρόνια -κατεργάρης μεγάλος μιας μοίρας επιβεβλημένης και αναπόδραστης, της εκφραστικής ανάγκης- τη μορφή του συνολικού του έργου με το στημόνι της επίμονης (και αποκτημένης με αίμα και αστέρευτο ηθικό βάρος) αυτοσυνειδησίας, παρά να διερωτηθεί (όσο πιο βαρύ το ηθικό μαρτύριο, τόσο πιο κομβικός ανατείνεται ο ενδεχόμενος απόηχος μιας τέτοιας ερωτηματοθεσίας) πάνω στο ύστατο οντολογικό διακύβευμα (τα τιθέμενα ερωτηματικά όσο πιο αμυδρά διαγράφονται στο ασύνειδο του δέκτη του εκάστοτε καλλιτεχνικού έργου, τόσο πιο οχληρά θέτουν και το υποκείμενο ερώτημα, όχι σαν διδακτισμό, μα σαν προτιθέμενη ουσία, αναγκαιότητα), αυτό που εννοιολογικά συρρικνώνεται στην ερώτηση «σε τι συνίσταται η θεϊκή σιωπή».

Ο Θεός σιωπά και μάλλον εκεί που λύνεται η σιωπή του φανερώνεται για πρώτη φορά η Ιστορία. Γιατί ο θεός δεν μας απαντά, ενώ γνωρίζουμε, άπιστοι ή μη, μηδενιστές ή ένθεοι, αγνωστικιστές ή γνωστικιστές, μαθηματικοί ή ποιητές, ότι το βλέμμα του είναι διαρκώς ριγμένο πάνω μας, σαν φλογώδες πέπλο απαρέγκλιτης πύρης, και εκεί που λέμε στον εαυτό μας: «Είναι η σιγή του θεληματική ή αθελούσια, και αν υφίσταται θεϊκός λόγος, ποια τα όρια του;», εκεί ακριβώς συχνά παραλύουμε από αγωνία, και είτε δημιουργούμε είτε τον μιμούμαστε και σιωπούμε και εμείς.

Στο Μαύρο γάλα της ήττας, ο Πάνος Νιαβής θέτει το ερώτημα χωρίς να ορρωδεί μπροστά στην αγωνία, και χωρίς να δίδει ουδεμία απάντηση, οικοδομεί σταδιακά έναν επικυκλούμενο εννοιολογικά και στοχαστικά ναό όπου το ίδιο το πένθος τίθεται προς προσκύνηση, και όπου η ταραχή του ανθρώπου για το απροσδιόριστο μάλλον, που ίσως ουσιώνει τον ίδιο τον ιστορικό χρόνο ως μια διαρκή συνθήκη αλλεπάλληλων δυνατοτήτων, χωρίς ξεκάθαρο όμως κέντρο στόχευσης, εγκλείει εντός της και τις μεγάλες υπαρξιακές ασφαλιστικές δικλείδες – το ζοφερό κουράγιο και την αέναη (βλακώδη, κατ’ ουσίαν) προσμονή.

armos niavis to mavro gala tis ittas

Γιατί αυτό το ερώτημα είναι ύστατο; Μα, στα όρια που αχνοφαίνεται η τελική απόκριση, αδύνατη σαφώς, μάλλον αρχίζει να διαγράφεται αμυδρά αλλά τελεσίδικα και η απίθανη λύση στο μεγάλο ιστορικό πρόβλημα. Εδώ, αν ο βιαστικός αναγνώστης σπεύσει να μου ψέξει φιλολογία ή θεματική υπερανάλυση, παραπέμπω στα ίδια τα αυτούσια λόγια του συγγραφέα, στην τρίτη πράξη του βιβλίου, όπου αναγράφεται ρητά, σε μια εσωτερική συνομιλία του πρωταγωνιστή με τους άλλους δύο εαυτούς του (για αυτό το εύρημα, παρακάτω), «[…] πολύ φοβάμαι πως η κόλαση είναι πιο άπειρη από τη σιωπή του Θεού που τον αγνοείς για ιδεολογικούς λόγους (σελ. 379)», αλλά μάλιστα και λίγο παρακάτω, «Η Ντούσκα μόρφασε με απροσδόκητο τρόπο, κι η απεραντοσύνη της απόκτησε μια ιερή διάσταση, λες και κατοικούσε εντός της η Θεϊκή σιωπή!».

bookpress deite to big 300 new

Μικρές (όψιμες) νύξεις της πραγματικής θεματικής διακύβευσης του μυθιστορήματος, όπου μέσα από μια σχεδόν διαρκώς ομολογημένη μελαγχολία, στα όρια του σκανδάλου, ή της απόλυτης ιστορικής ηττοπάθειας, σμιλεύεται σιγά σιγά, από τα πιο ταπεινά υλικά, η μεγάλη λευτεριά που συνιστά η συμφιλίωση με την Ήττα, την προσωπική, την υπαρξιακή και την ιστορική.

Μια ακατάπαυστη ιστορική διάψευση

Το Μαύρο γάλα της ήττας είναι το βιβλίο που θρηνωδεί συνεχώς μια ακατάπαυστη ιστορική διάψευση∙ είναι ένα βιβλίο για τον οίκτο του γερασμένου ανθρώπου για το γερασμένο είδος του∙ ένας αλλιώτικος Επιτάφιος, γραμμένος όχι απ’ τον Θουκυδίδη, αλλά μάλλον απ’ τον Φόκνερ ή τον Μάρκες, ή κάποιον Χιλιανό αδικημένο ποιητή, εκτοπισμένος στην επίμονη λογοτεχνική (και ιστορική) αφάνεια, όπου σε μακροπερίοδη, καθαρά συμβολιστικής χροιάς και υπερφορτισμένη από βέβηλα ρεβιζιονιστικές εικαστικές νύξεις, αλλά και ρητά αντιδογματικές διαδηλώσεις πρόζα, η ιστορία αντιμετωπίζεται σαν μια γεροντοκόρη που αργοπέθανε μέσα σε ένα άνυδρο μαράζι, και εμείς μένουμε με τη θλιβερή ανάκληση του απορημένου βλέμματός της, ενεοί μπροστά από μια ανάμνηση επίμονη μέσα στη μελαγχολική της υπερφόρτωση∙ το μυθιστόρημα ετούτο είναι, θα μπορούσα ίσως να πω, ο παραληρηματικός επικήδειος, γιομάτος εξπρεσσιονιστή μάνητα και μελιχρή μελαγχολία, πάνω απ’ το καθαρό από δάκρυα μνήμα της αποτυχημένης ιστορίας, της κατασφαγμένης αν όχι απ’ το ανθρώπινο χέρι, που θα ήτανε η προφανής ερμηνεία για έναν ορθολογιστή, όχι όμως για έναν στοχαστή, τότε σίγουρα απ’ το δικό της, και όθεν νεκρώθηκαν τα ύψιστα ιστορικά ιδεώδη, σε αυτήν τη χρονική καμπή όπου παίχτηκαν όλα για όλα, εκεί που ο ρεαλισμός του χρόνου επισυνέβη σαν ριζική αντένδειξη στην όποια λυσιτέλεια, τόσο του πρώιμου μαρξισμού όσο και της ΕΣΣΔ, εκεί που ο θεός πάλι σίγησε και ήτανε τόσο εκκωφαντική, εκείνο το μοιροβαμμένο 1989, η σιγή του, που άπαντες νόμισαν ότι η Ιστορία η ίδια έπαψε – κλεψύδρα που παραδόξως στέρεψε νομοτελειακά.

Ο προκείμενος συγγραφέας, με το ογκώδες πενθηματικό μυθιστόρημά του, έρχεται να ραψωδήσει με γλυκόπικρη ποιητική πρόζα πάνω στους σεισμένους απ’ τα χασμουρητά των χαμένων (ή δολοφονημένων) επαναστατικών δευτερολέπτων, ερειπιώνες των ψόφιων ιδεωδών και διαμειβόμενος με τον ίδιον τον ζόφο των σκιών αυτών των ρημαγμένων κολώνων και κουτσών κτισμάτων, μέσα στην ταραχώδη ιαχή των φαντασμάτων των ανταρτών και του Στάλιν, και στη μεγάλη του σκληρότητα, όπου θάνατος, έρωτας, και σύμβολα συνυπάρχουν σε μια εκτονωτικής ομορφιάς ωμότητα, αναδύεται το ανθρώπινο κουράγιο, και η σημαντικότητα της καρτερίας, ακόμη και αν αυτή μέλλεται εντελώς άχρηστη.

(...) δεν μπορεί ο αναγνώστης παρά να αισθανθεί παρά εγκλωβισμένος σε έναν ανεξύπνητο εφιάλτη, που μάλλον εμείς -σαν πολίτες, και όχι σαν όντα σκεπτόμενα- δυστυχώς νομίσαμε για όνειρο.

Διαβάζοντας την περιπετειώδη ιστορία του Γία (ή Σέτου ή Λιόσκα -καθώς, στο πνεύμα του μαγικού ρεαλισμού ή του ύστερου μοντερνισμού, όπου η ταυτότητα εκτροχιάζεται σαν λογικώς επόμενο μιας απόλυτης ιστορικής υστερίας, ο πρωταγωνιστής διέπεται από τρισυποστασία, στο πνεύμα μιας λογοτεχνικής παράδοσης όπου το είναι εξεγείρεται για να βρει την ρίζα του- και που, με την πικρία μιας στωικής και μόνον αμυδρά παρηγορητικής συμφιλίωσης με το αμετάκλητο, τη βρίσκει, αλλά σαφώς δεν θα πω ποια ταυτότητα υπερισχύει) με όλο το ατυχηματικό μπλέξιμο με τα έκτροπα της επανάστασης, όπου αναγκάστηκε να υιοθετήσει μιαν αναλγησία σαν είδος χειροπιαστής θυσίας μπροστά στο μεγάλο «Όταν θα…» μιας υποσχεμένης απ’ την κομματική γραμμή αλλά και απ’ τη συνειδησιακή παραζάλη ενός εμφυλιακού περιβάλλοντος αταξικής κοινωνίας, διαβάζοντας αυτήν ακριβώς την ονειρώδη ιστορία, όπου μνήμη, αλήθεια και ψέμα συγχρωτίζονται σε ένα αδιάσπαστο παραμιλητό της σκέψης που υφίσταται πικρή μεταμέλεια, δεν μπορεί ο αναγνώστης παρά να αισθανθεί παρά εγκλωβισμένος σε έναν ανεξύπνητο εφιάλτη, που μάλλον εμείς -σαν πολίτες, και όχι σαν όντα σκεπτόμενα- δυστυχώς νομίσαμε για όνειρο.

Δεν θα αναλωθώ στις συνήθεις ενός τάχατις κριτικού λογοτεχνίας λεπτομέρειες για τους χαρακτήρες ή σε ανάλογες ψηλαφήσεις δεδομένων της πλοκής του αφηγήματος, γιατί, επιλέγοντας να μείνω στα στοχαστικώς απαραίτητα να ειπωθούν, κάτι τέτοιο θα παραήταν τεχνικό, ούτε θα επιδοθώ σε εξιχνιάσεις προφανών συμβόλων, αυτό είναι καθήκον του αναγνώστη, γιατί εδώ μιλάμε καθαρά για ένα διήγημα το οποίο αν κατέχει μια μείζονα αρετή αυτή είναι η σχεδόν ακατέργαστα (αλλά πραγματικά βαθέως αναλυμένης και μετρημένης) εξπρεσιονιστική πένα του∙ όπου συχνά γίνονται για τον βιαστικό αναγνώστη ανιαρές ανάσες απ’ την πρωτογενή αφήγηση (η οποία δεν είναι, συνειδητά, γραμμική, μα κυκλική) όπου αυτοβιογραφικές θύμησες (αρτιότατα προσδεμένες στον ιστό της μυθιστορίας) μπλέκονται με μια διάπυρη νοσταλγία, που δεν μπορεί παρά να σείσει τη ψυχή και να συγκινήσει μάτια που έχουνε συνηθίσει τη σήμερον εποχή να διαβάζουν πεζογραφία η οποία δεν ρισκάρει, γιατί έχει αφήσει το στυλ στην άκρη.

Όπως σε κάθε μοντερνιστικό έργο, έτσι και εδώ κεντρικής σημασίας θέση κατέχει το ζήτημα της απορρύθμισης μιας άλλοτε σθεναρά δομημένης ταυτότητας.

Ακούγοντας Bach και Satie αλληλοδιαδόχως, κρατούσα διάφορες σπάνιας ομορφιάς μεταφορές απ’ το βιβλίο, σημεία που η γλώσσα είναι τόσο μουσική ώστε σχεδόν ξεπηδάει απ’ τη σελίδα και κουλουριάζεται γατίσια στα νωθρά στήθη του αναγιγνώσκοντος, και συχνά μάλιστα έπαιρνα στυλιστικές ιδέες για τα δικά μου βιβλία, δοκιμάζοντας αργοσκυμμένος πάνω απ’ τις χιλιάδες λέξεις την πλησμονή που νιώθει εκείνος που βρήκε το μίτο της Αριάδνης μέσα σε ένα μεγάλο μνημονικό λαβύρινθο.

Η απορρύθμιση της ταυτότητας

Τα γεγονότα, καταρχάς, δεν παρατίθενται, ούτε εκτίθενται απλώς με την συνήθη στα νεοελληνικά πεζογραφικά νερά εμμονή της στείρας ειδησιογραφίας ή της τετριμμένα καταγγελτικής κοινωνιολογικής έκθεσης -η γραμμικότητα πολύ σωστά θύεται στην αναγκαιότητα της διαπίστωσης μιας ιστορικής τραγικότητας, που σε καμιά περίπτωση δεν υπόκειται σε μια διαδικασία μετακίνησης απ’ το Α στο Β και μετά στο Γ, αλλά σε ένα ατέλειωτο κλωθογύρισμα από το ένα ιστορικό ατύχημα στο άλλο, σε κυκλική φρενίτιδα, ακριβώς γιατί έτσι λειτουργεί η συνείδηση και το θυμικό ενός λαβωμένου ανθρώπου, σαν του Γία, με τις άλλες δύο ταυτότητες σε ιδιοφυή αφηγηματικά συνομιλία αναμεταξύ τους, έτσι που τα πρόσωπα εναλλάσσονται με Τζούσιανή ή Φοκνερική πολυφωνικότητα, σε μακρούς ύπνους ξεχειλωμένου παραμιλητού, σαφέστατο λογοτεχνικό εύρημα, και ακατάσχετη δύναμη αφηγηματικού πλουραρισμού- που λειτουργεί εξόχως και σαν σύμβολο ιστοριολογικής ασάφειας και ιστορικής, τελικά, σύγχυσης.

Όπως σε κάθε μοντερνιστικό έργο, έτσι και εδώ κεντρικής σημασίας θέση κατέχει το ζήτημα της απορρύθμισης μιας άλλοτε σθεναρά δομημένης ταυτότητας. Οι χρονικές ακροβασίες στην αφήγηση ή οι συνειδητές παραλείψεις (και αποκρύψεις ή θολώσεις) εξυπηρετούν ακριβώς αυτήν τη σταδιακή αποδόμηση του εξεγερμένου ανθρώπου, όταν ήρθε αντιμέτωπος με τις φριχτές ανταπαντήσεις του ίδιου του ρεαλισμού (η ενδοκοσμική οργάνωση) στο μεγάλο του μουτουαλιστικό Όραμα.

Άλλωστε, τον πιο ηχηρό ρόλο στο βιβλίο διαδραματίζει η εκκωφαντική απουσία της μόλις για έξι μήνες γυναίκας του πρωταγωνιστή, της επονομαζόμενης Δασιάς, που τους χώρισε το κόμμα, αν όχι η ίδια η ιστορία, και τα μυστικά αυτής της σχέσεως

Τα γεγονότα πετάγονται δώθε κείθε σαν μνημονικά θραύσματα μέσα απ’ την βαθιά μετανιωμένη αλλά ταυτοχρόνως συνειδητά ανένοχη συνείδηση του πρωταγωνιστή, διότι, έχοντας πια αντιγυρίσει στην σοφιστεία της αυτολύπησης την σθεναρή αδαμάντινη ενδοσκόπηση, σε μια μεγάλη αναζήτηση προσωπικών αποτυχιών προς όφελος μιας ύστερης αν και καθαρά ετεροχρονισμένης σωτηρίας, όπου στη σιγή του Θεού ο άνθρωπος απαντάει με σιγή ανθρώπινη, και το περιστασιακό κουράγιο ενυπάρχει σε ερωτικές αναπολήσεις τελικά σκοτωμένων απ’ την ίδια την κομματική μονομανία ερώτων.

Άλλωστε, τον πιο ηχηρό ρόλο στο βιβλίο διαδραματίζει η εκκωφαντική απουσία της μόλις για έξι μήνες γυναίκας του πρωταγωνιστή, της επονομαζόμενης Δασιάς, που τους χώρισε το κόμμα, αν όχι η ίδια η ιστορία, και τα μυστικά αυτής της σχέσεως, επισυμβαίνοντας σαν θρυαλλίδα για αέναη μεταμέλεια από μέρους του κεντρικού ήρωα, για μια γυναίκα που δεν αγάπησε, αλλά σίγουρα, χώρια το επαρχιώτικο προξενιό, μπορούσε να έχει αγαπήσει, συμβιβαζόμενος με την μελαγχολική ραστώνη μιας βουνίσιας κατανύξεως και οικογενειακής συμβιώσεως, αν ο πόλεμος δεν ήτανε πόλεμος και η ιστορία δεν ήτανε Ιστορία.

Ο αυτοευνουχισμός του ήρωα

Ο αυτοευνουχισμός του ήρωα, φανερωμένος σχετικά ενωρίς στο βιβλίο, προς όφελος της επαναστατικής ευταξίας και διασφάλισης της ευρυθμίας της γραμμής, όπου το άτομο κόβει τα αρχίδια του για να αυνανίζεται με μεγαλύτερη ευκολία το κόμμα, η ιδέα, η ιστορία η ίδια, με τα τεμαχισμένα όσχεα να τον στοιχειώνουν σαν η λεπιδωτή σκιά το μικρό παιδί λίγο προτού το πάρει ο ύπνος, παραπέμπει σε Σοφόκλειας χροιάς μυθολογικής αντιστροφής, με τον τρόπο που ο ίδιος ο Χέμινγουεϊ επιστρατεύει την βλάβη του Jake στα γεννητικά όργανα στο μνημειώδες Κι ο ήλιος ανατέλλει σαν συμβολικό όχημα και παιγνιώδες ορμητήριο για διαπιστώσεις πάνω στην απανθρωποίηση ενός κόσμου καταρρακωμένου απ’ τον πόλεμο και τις ιδεολογίες (που τον γεννοβολούν και τον πλαισιώνουν, κατά το Χαιντεγκεριανό Gestell).

Αν ακούστηκαν διχογνωμίες για το σεξουαλικό περιεχόμενο του βιβλίου, γίνηκαν από δογματικούς, εδώ η γενετήσια ορμή (καταπνιγμένη από τον ίδιο τον ιστορικό εαυτό) χαρίζει το άρωμα μιας νοσταλγίας για κάτι άλλοτε υπαρκτό (η έννοια της ισότητας, η ιστορική αθωότητα – ψευδαίσθηση ή εκφυλισμένη αλήθεια;) που πια δεν υπάρχει, αλλά το μεγάλο εύρημα του βιβλίου, εδώ υπάρχουν κάμποσες ομοιότητες με την Λατινοαμερικανική ή εν γένει ισπανόφωνη λογοτεχνία, που ο ίδιος ο συγγραφέας φανερά αποθαυμάζει, χωρίς όμως απλώς να μιμείται, είναι πως το αδειανό κενό όλης αυτής της καταπνιγμένης (και θυσιασμένης ομού) ζωτικότητας πληρώνει αποκλειστικά η τακτική ονειροπόληση και του ήρωα αλλά και του ιστορικού υποκείμενου – σαν ενιαία οντότητα, κεκλεισμένη στη φυλακή της άφευκτης χρονικής συνέχειας.

Ένας τρισυπόστατος πρωταγωνιστής

Η τελική κατάληξη του τρισυπόστατου πρωταγωνιστή ως αρχιεκδότου, με σπίτι στο Κολωνάκι, μέχρι και τον άτυπο εγκλεισμό του σε οίκο ευγηρίας, μάλλον εννοιολογικά εξισορροπεί (εκτός απ’ το παραλήρημα μιας ονειρώδους καρτερίας του μνημονικού) μια ζωή καταξοδεμένη σε ιερές αγελάδες που -τελικώς- σφαγιάστηκαν – αλλά αυτό δεν επαρκεί, ούτε θα μπορούσε ποτές να αρκέσει.

Στην ιδιάζουσα πλέξη ενός τριαδικού περιεαυτού, αφού όλες οι διηρημένες (ψευτο)υποστάσεις κλωθογυρίζουν γύρω απ’ το ίδιο κοινό πλην φευγαλέο ταυτοτικό κέντρο, όπως ο εμπρόθετος του περί συν αιτιατική, που μαθαίναμε στο σχολείο, σιμώνοντας πλην ουδέποτε εισδύοντας, αναλύοντας, συνομιλώντας πλην ουδέποτε αποκρυσταλλώνοντας (ή θεμελιώνοντας) μια κεντρικότερη πεμπτουσία, ο τριττός (ή σωστότερα τρισσός) πρωταγωνιστής από ενωρίς ίσως μας προειδοποιεί, δια των ενδοστοχαστικών του παραμιλητών, πως η σύγχυση είναι τέτοια, έχοντας καταλάβει -καλύτερα- τόσο μπόι, όχι αποκλειστικά ιστορικής αιτιολόγησης ή ευθύνης αλλά σίγουρα υπαρκτικοειδούς, ώστε ουδείς εαυτός προεδρεύει, γιατί, κατά το Βουδδικό anattā (αφού μέσα στην ερμητικώς δαιδαλώδη πρόζα υπερπάλλεται, θα έλεγα, μια ωραία υπόνοια αποκρυφιστικής βιωματικής ανάσας) – παρόλα αυτά, το εγώ παραμένει κεντρικό, και αυτό εδράζεται στην αναπόληση, το νοσταλγικό μουρμουρητό της σκέψης ενώπιον της ορμητικής χρονοφθοράς, ή της ιστορικής ανεστιότητας (ιδού η ήττα, η κακή ειμαρμένη του επαναστάτη – η απαγόρευση, είτε απ’ τον ίδιον, που ευνουχίζεται, είτε απ’ το σύστημα, του αν-οίκειν, και όχι, απλώς, του ανήκειν).

Προφανέστατα, η αγιότητα (συμβολικά) του τριαδικού τεμαχισμού [ή, αν θέλουμε να είμαστε πιο επιεικείς, εννοείται ηθελημένως η λέξη ετούτη, εκ του εικώς («μοιάζοντας») – έστω τριαδικές συναλληλίες μορφικές που δεν απολήγουν σε κεντρική συνουσίωση] είναι μάλλον το μαρξικό όραμα που τελεύτησε φτύνοντας χαμερπώς τα δόντια του. Θα δυνόταν όλο τούτο το σημείο να παραπέμπει αλληγορικά σε μια πεπτωκυΐα Εγελιανή τριοτόμηση της αναλυτικής σκέψεως, που, μεταστοιχειωμένη σε οικονομολογική λογικιστική, εκφράζει το θνησιγενές της ιδιοφυούς κοινωνιολογικής καταδεικτικής μεθοδολογίας του Καρόλου Μαρξ.

Ο Λιόσκα είναι σοβιετικός πράκτωρ και βασανιστής, ο Γίας αντάρτης ηττηθείς και ο Σέτος (ο Γίας βαφτισμένος τανάπαλιν απ’ την αντιστασιακή γραμμή ως τέτοιος) απλώς ένα απρόσωπο (ανθρωποειδές) φάντασμα

Ων ο ίδιος συχνότατα παρανοειδής, ανασαίνοντας εκείνη την ώρια, λεβέντικη παρανοϊκή ετοιμότητα που καχύποπτα μαντεύει επικινδυνότητα σε ουδετέρως φορτισμένα ερεθίσματα, καταπώς έτσι το μετατραυματικό άγχος (κι λέγοντας άγχος παραπέμπω κατηγορηματικά στο Κλαϊνικό ή Φροϋδικό φάσμα – της ενδοψυχικής συγκρούσεως) του πρωταγωνιστή (ή και του συγγραφέα) ξεδιπλώνεται σταδιακά μέσα από καρτερικώς εκτυλιγμένα φλάσμπακ, σαν κλωνάρι βρεγμένο από όμβρια ύδατα που τελικά ξεχειλώνεται σε υγρή ξυλεία (συγχωρέστε μου την αδεία).

Ο Λιόσκα είναι σοβιετικός πράκτωρ και βασανιστής, ο Γίας αντάρτης ηττηθείς και ο Σέτος (ο Γίας βαφτισμένος τανάπαλιν απ’ την αντιστασιακή γραμμή ως τέτοιος) απλώς ένα απρόσωπο (ανθρωποειδές) φάντασμα που βρίσκει εστιότητα σε παιδικές (αμυδρά μνημονευμένες μα μειλίχια αναπολημένες) θύμησες∙ εκεί επαληθεύεται μάλλον η ανθρωπινότητά του, από χρόνια απολεσθείσα – στην αναπόληση της επαρχιακής (θεόπικρης) ραστώνης.

Ο Στάλιν, ο Ζαχαριάδης ή οι φασίστες στην επταετή δικτατορία, ομόρροπες δυνάμεις, καμιά φορά έτερης αφετηρίας, αλλά κοινά μοιρασμένων πρακτικών, λειτουργούν σαν εξωγενείς τυραννίδες

Γενικά, θα λέγαμε κεντρικό διακύβευμα του βιβλίου είναι η απώλεια όχι μόνον της ταυτότητας ή του εαυτού (αφού, ιδού η τραγικότης, ο εαυτός συνεχίζει να κρύβεται μέσα στον τρισυπόστατο πρωταγωνιστή – έστω και αμυδρώς) αλλά η απώλεια του εγώ – το εγώ καταστρατηγείται από εξουσιαστικές δυνάμεις, είτε Σοβιετικές είτε ενδο-φασιστικές, στην Επταετία, έτσι που η όποια πρότερη εξατομικευμένη υπόσταση, πρωταρχική ένδειξη υπαρκτικής ελευθερίας, μετεωρίζεται στο βαθμό που τελικά αποψιλώνεται εντελώς, και δεν μένει παρά ένα απομαγειωμένο σαρκίο γεμάτο ενδόμυχη ντροπή που απέτυχε στον εξανθρωπισμό του, καθόσον πάσα η εξουσιαστική γραμμή, ανεξαρτήτως ιδεολογικού στρατοπέδου, αποστέρησε από μέσα του εκείνη την υποστασιακή μέριμνα που εν τέλει απελευθερώνει τον άνθρωπο απ’ τα δεσμά πάσης ανελευθερίας – την δυνατότητα. Όπως θα λέγαμε αυτοβουλία, αλλά κάτι ακόμα περισσότερο – την εσωτερική ικανότητα του ανθρώπου να επιλέξει αυτό, και όχι εκείνο.

Ο Στάλιν, ο Ζαχαριάδης ή οι φασίστες στην επταετή δικτατορία, ομόρροπες δυνάμεις, καμιά φορά έτερης αφετηρίας, αλλά κοινά μοιρασμένων πρακτικών, λειτουργούν σαν εξωγενείς τυραννίδες, κυρίως ψυχολογικού χαρακτήρα, όπου μέσα ενός υποκινούμενου μαζισμού, με τον «-ισμό» εδώ να δηλώνει μια ροπή, σαφώς, στη μαζοποίηση, υποδουλώνουν την προσωπική συνείδηση – έτσι που μάλλον δοξασία του συγγραφέα είναι ότι η αταξική επανάσταση πραγματικά επιτυγχάνεται με συνειδησιακή εξέγερση και όχι με μεθοδικούς αυταρχισμούς, και απ’ την στιγμή που καθυποτάσσεται (άλλοτε υποβολιμαία και άλλοτε ευθαρσώς και ξεδιάντροπα) η προσωπική συνείδηση μάλλον ευνουχίζεται και άπασα επαναστατική (ή εξεγερσιακή) δυναμική.

Σαν να ισχυριζόμασταν ότι με το δρεπάνι πάνω απ’ το λαιμό, το νερό όχι μόνον δεν «μπαίνει στο αυλάκι», αλλά δεν υπάρχει ούτε αυλάκι, ούτε νερό ∙ άρα μιλάμε για ένα βιβλίο συνειδησιακής εξέγερσης, αλά Καμί ή Φόκνερ.

Η ιστορία της Ντούσκα

Όταν η Ντούσκα, η φυσικοθεραπεύτρια του πρωταγωνιστή, του περίκλειστου σε γηροκομείο, πληγέντος υπό εγκεφαλικού επεισοδίου, που ξεμένοντα Σύντροφο του αφήνει τη συνειδησιακή ασυναρτησία μιας βαθιά λαβωμένης απ’ την ενοχή και την ψυχική ανέχεια μνήμη, κάπου στις 300 σελίδες, αρχινά την μακροσκελή διήγησή της για τις περιπέτειες της μάνας της στα βάθη της αχανούς Ρωσίας, η αφήγηση αίφνης ποτίζεται από ένα άρωμα Πάστερνακ ή Μπουλγκάκοφ, χωρίς ποτέ να εκλείπει η περιστασιακή σφήνα υπονοιών μαγικού ρεαλισμού ή παραληρηματικού οίστρου∙ αλλά εγώ θα έλεγα πως μέσα στις περιγραφές των φρικαλεοτήτων που υπέστη η μητέρα της ιδίας στα βάθη της Ρωσίας (σημειώστε: οι αφηγήσεις εξυπηρετούν τον μηχανισμό της πολιτικής εκτόνωσης μιας θέσεως ιστορικής πικρίας, και ουδέποτε έχουμε εμπρός μας ένα ιστορικό ντοκουμέντο – ευτυχώς ο Νιαβής ξεφεύγει τεχνηέντως απ’ τη λαίλαπα του φθηνού, κατ’ εμέ, νεοελληνικού «ιστορικού μυθιστορήματος») στο μυαλό μου έρχεται, ίσως παράταιρα, μα εν πάση περιπτώσει έρχεται, το Βαμμένο πουλί του Κοζίνσκι σε ζωντάνια, ομορφιά φρίκης (ακόμα και η φρίκη είναι καλλίμορφη αν ο συγγραφέας είναι μύστης της αισθητικής αρτίωσης παντός φαινομένου) και φυσικά μιας σχεδόν ήσυχα ιστριονικής (μέσα στον διάχυτο εξπρεσσιονισμό της πρόζας, που συμμειγνύει αγέρωχα βερμπαλισμό με προστυχιά, αθυροστομία με καλλιέπεια, φουρτούνα με αιθρία, δανείζομαι εδώ την ορολογία απ’ την ψυχολογία) ιστορικής διαμαρτυρίας, ενός ήρωα (και συγγραφέα) ζώντος τεθνεώτος, αθνήτου θνητού, ιεροδίκη και αγίου και άσωστου αμαρτωλού ∙ ακόμα και στο ιστορικοφανές extravaganza που αρχίζει να σωριάζεται στο χαρτί προς το τέλος του βιβλίου, η πρόζα του συγγραφέα με συναρπάζει στο βαθμό που συναντά ο αναγνώστης σύξυλος περιούσιες μεταφορές λιτά συμπυκνωμένες με ατέλειωτο νόημα όπως «Μια γραμμική αλυσίδα άφατων λέξεων που ανακαλύπτουν τον παλιό κόσμο της διαδρομής ανάποδα, λες κι ένας Ινδιάνος Κολόμβος να αποβιβάστηκε ένα πρωινό στις ακτές της Ευρώπης (σελ. 373)» και όλη αυτή η σωρευμένη ενδοψυχικά μετάνοια τελικά θα εκραγεί σε μια σπάνιας ηχητικής υφής οιμωγή όπου οι χρόνοι συνυπάρχουν βιάζοντας ο ένας τον άλλον.

(...) το τελικό απαύγασμα δεν είναι παρά μια υπερομιλητική, αν θέλετε, αλαλία, όπου όλες οι φωνές έχουνε πεθάνει, παρά την πρόδηλη πολυφωνικότητα, και απομένουν οι αντίλαλοι των ψιθύρων

Το βιβλίο απολήγοντας σταδιακά αναπνέει τον όλβιο αέρα μιας καινούργιας τρυφερότητας∙ η σχέση του Γία με την φυσικοθεραπεύτρια του Ντούκσα αλλά και η ανεύρεση (σχεδόν θαυματοειδής) ενός συγγενικού εναπομείναντος προσώπου, δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, κατά κάποιον απελπισμένο μα εν πάση περιπτώσει λυσιτελή τρόπο αναβιώνουν τη νενεκρωμένη λιβιδική ορμή του πρωταγωνιστή, του ιστορικά και προσωπικά ευνούχου και απονενοημένα αυτοευνουχισμένου, αντιστροφή, ως είπαμε, του Οιδιπόδειου μύθου, ή μάλλον κλείσιμο ματιού εν είδει μιας διάτορης σάτιρας στις κομματικά επιβεβλημένες ανηδονίες απανταχού και διαχρονικά, για να θυμηθούμε τις θέσεις του Reich, και, παρά που η ίδια η γενετήσια πράξη είναι αδύνατον οργανικά να ολοκληρωθεί, η υπαρξιακή λύτρωση καταφθάνει στο ύστερο μειλίχιο αναμάσημα της τρυφερότητας που πραγματικά επιστεγάζει πάσα συνεύρεση -και άλλωστε, αυτή δεν είναι που αναπολεί εκστασιασμένος ο ερωτευμένος, μετά την παρέλευση του τετριμμένου οργασμού;- την αγκαλιά, το φιλί, το χάδι. 

Τέλος, αν ενίοτε ο διηγηματικός λόγος γειτνιάζει στη ρητορεία, ή στη σωρευμένη αυτοδικαιολόγηση, αυτό περισώζεται απ’ την ερμητικά εξπρεσιονιστική μάνητα ενός ανυπότακτου, υπεραναλυτικού ύφους, που δεν διστάζει να πάρει τον χρόνο του με μεγάλες αφηγηματικές ανάσες, ενατενίσεις και στωικές διαφυλάξεις σιωπών ή μελαγχολιών, έτσι που μέσα στην υπέροχη λαίλαπα μιας συμβολιστικής αυτοαναφορικότητας που εξυπηρετεί αν μη τι άλλο την ευρυθμία ενός άσπαστου εσωτερικού μονολόγου, εύρημα συνειδησιακής ροής που με τέρπει στην διαπίστωση ότι ακόμα ο μοντερνισμός είναι ζωντανός και χρήσιμος στον σύγχρονο συγγραφέα, ώστε το τελικό απαύγασμα δεν είναι παρά μια υπερομιλητική, αν θέλετε, αλαλία, όπου όλες οι φωνές έχουνε πεθάνει, παρά την πρόδηλη πολυφωνικότητα, και απομένουν οι αντίλαλοι των ψιθύρων μιας κατακερματισμένης προσωπικής αλλά και συνάμα συλλογικής συνείδησης, ευνουχισμένης και αυτής, σαν τον ήρωα του βιβλίου, με τον μυστικό κώδικα του μέλλοντος να χαριεντίζεται με την ίδια του την κοσμική αβεβαιότητα, ενώ τα ιστορικά υποκείμενα μελιχρά ζυγίζουν την ίδια τους τη σιωπή, προετοιμασμένοι για το χείριστο, καρτερώντας όμως το ανέλπιστο.

* Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΣΤΑΓΕΩΡΓΟΣ είναι πεζογράφος και φοιτητής Ψυχολογίας.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Πάνος Νιαβής γεννήθηκε το 1956 στον Μάραθο Ευρυτανίας. Το 1977 αποφοίτησε από τη Σχολή Πλοιάρχων Εμπορικού Ναυτικού και ταξίδεψε ως το 1983 στις θάλασσες του κόσμου. Η βιοποριστική ανάγκη της θάλασσας έγινε ταυτόχρονα παράθυρο θέασης σε εβδομήντα πέντε χώρες, σε πολιτισμούς και πολιτικά συστήματα.

panos niavis

Από το 1988 ζει στο Ηράκλειο Αττικής. Εργάζεται στον χώρο της ναυτιλίας. Ποιητής και συγγραφέας, στέκεται ανάμεσα στη μνήμη και τη νοσταλγία, δίνοντας φωνή στους αφανείς.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (κριτική) – Το πορτρέτο ενός γυναικοκτόνου και οι βουβοί άλλοι

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (κριτική) – Το πορτρέτο ενός γυναικοκτόνου και οι βουβοί άλλοι

Για το μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου «Η αγέλη» (εκδ. Πατάκη). Εικόνα: Ο πίνακας του Τζον Έβερετ Μιλέ «Οφηλία». 

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου

Όταν έπιασα στα χέρια μου το καινούριο, έκτο στη σειρά, βιβλίο της ...

«Ουμπίκικους» του Γιώργου Τσακνιά (κριτική)  – Όταν το απρόσμενο εισβάλλει στην καθημερινότητα

«Ουμπίκικους» του Γιώργου Τσακνιά (κριτική)  – Όταν το απρόσμενο εισβάλλει στην καθημερινότητα

Για τη συλλογή αυτομυθοπλαστικών διηγημάτων του Γιώργου Τσακνιά «Ουμπίκικους» (εκδ. Κίχλη).

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος τα κείμενα αυτομυθοπλασίας να εκληφθούν ως στεγνές αντιγραφές της ζωής, π...

«Ντιμινουίτες για αγίους» του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου – Από τη μουσική ως… τον Θεό

«Ντιμινουίτες για αγίους» του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου – Από τη μουσική ως… τον Θεό

Για τη συλλογή διηγημάτων του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου «Ντιμινουίτες για αγίους» (εκδ. Εστία).

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Αν υπάρχει ένας άξονας που να διαπερνά και να συνδέει τα εννέα διηγήματα της συλλογής ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Ο Γιώργης Χαριτάτος μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική του συλλογή «Πρώτη ύλη» (εκδ. Βακχικόν).

Επιμέλεια: Book Press

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν; Ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;

...
«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Ζησιμόπουλου «Καύση τελεία και παύλα» (εκδ. Νίκας). Εικόνα: Ο πίνακας του Χάινριχ Φούγκερ «Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στην ανθρωπότητα».

Γράφει ο Γιώργος Βέης

«Ποια χέρια σφίγγουν το τιμόνι;/ Δεν είναι τ...

«Η αφήγηση της φιλοσοφίας» των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Θεοδωρακέα – Χαρτογραφώντας την περιπέτεια των ιδεών και των εννοιών

«Η αφήγηση της φιλοσοφίας» των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Θεοδωρακέα – Χαρτογραφώντας την περιπέτεια των ιδεών και των εννοιών

Για το βιβλίο ιστορίας της φιλοσοφίας των Φώτη Τερζάκη και Τάκη Ι. Θεοδωρακέα «Η αφήγηση της φιλοσοφίας. Μια κοινωνική ιστορία τής δυτικής σκέψης – τόμος Α΄:  Αρχαία φιλοσοφία» (εκδ. Αλεξάνδρεια). Εικόνα: Ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης στον πίνακα του Ραφαήλ «Η σχολή των Αθηνών».

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη. ...

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β' μέρος με 33 ποιήματα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...
Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Λίγα λόγια για τον Τόμας Μαν (1875-1955) και τις νέες εκδόσεις των έργων του με αφορμή την «απελευθέρωση» των συγγραφικών του δικαιωμάτων, μετά τη συμπλήρωση 70 ετών από τον θάνατό του, το 1955. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ