
Για τη συλλογή διηγημάτων της Ζέτας Κουντούρη «Πρέπει να βιαστώ» (εκδ. Κέδρος). Εικόνα: πλάνο από την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Σπασμένη φλέβα».
Γράφει ο Κώστας Λογαράς
Δεκατρία διηγήματα, δεκατρία άρτια κείμενα (στην τεχνική τους, στην πλοκή, στη γλώσσα, στη συνέπεια των χαρακτήρων), κι άλλα τόσα ερωτηματικά και παραπλήσια ακόμα ερωτήματα. Τόσο πολύπλοκη που έχει γίνει η ζωή, σε κάθε διήγημα της συλλογής Πρέπει να βιαστώ -ήδη από το πρώτο, με τίτλο « Το σόι μου»- ορθώνονται μπροστά στον αναγνώστη δύσκολα διλήμματα: ποιος είναι τελικά ο θύτης και ποιος το θύμα;
Οι ήρωες των ιστοριών της Ζέτας Κουντούρη είναι άνθρωποι της μεσοαστικής κοινωνίας, πρόσωπα της διπλανής πόρτας που τα γεγονότα της ζωής τους συνθέτουν την τοιχογραφία της μεσαίας τάξης – μα όχι μόνον. Ένας καθρέφτης όπου ο αναγνώστης αναγνωρίζει ήρωες του κοντινού του περιβάλλοντος. Στο παρακάτω απόσπασμα δίνεται το σχέδιο της δαιμονιώδους συζύγου που φαντασιώνεται τη δολοφονία του άπιστου άντρα της:
«…Θα προσπαθήσω το τέλος του να είναι σύντομο και όσο γίνεται πιο ανώδυνο. Εξ επαφής. Το πιστόλι που θα χρησιμοποιήσω έχει σιγαστήρα, δεν πρόκειται να μας ακούσει κανείς. Μην με ρωτήσετε πού το βρήκα, πάει αρκετός καιρός και, ευτυχώς για εμένα, ο παλιάνθρωπος που μου το πούλησε σαν να ήταν χρυσάφι, είναι πια νεκρός. Θα βρουν το κορμί του αγαπημένου μου συζύγου στη θάλασσα οι λουόμενοι -αν υπάρχουν- το επόμενο πρωί, ανάλογα με το πού θα το έχει μεταφέρει το κύμα. Συνήθως φυσάει πολύ έντονα στην περιοχή μας. Θα χαρώ πολύ με τα πικρά δάκρυα που θα χύνει η νεαρή ερωμένη του, όταν εγώ, ντυμένη στα μαύρα, θα δέχομαι τα συλλυπητήρια συγγενών και φίλων στην εξόδιο ακολουθία...» ( διήγημα «Πρέπει να βιαστώ»)

Ανατρεπτικό χιούμορ και δηκτική ειρωνεία
Οι δεκατρείς ιστορίες της συλλογής εμπεριέχουν ανατρεπτικό χιούμορ και δηκτική ειρωνεία. Η συγγραφέας μιλάει για τις σχέσεις των ανθρώπων, ασκεί κριτική στη συμπεριφορά τους, αναφέρεται στους συζυγικούς καβγάδες αλλά με τον πιο σαρκαστικό και διασκεδαστικό τρόπο. Μιλά για την παλιανθρωπιά τού παρτάκια (στο διήγημα «Καμία φορά θαρρείς κι ο διάβολος συνωμοτεί με τον θεό»)· για τη ζωή του συζύγου που απατάει τη γυναίκα του (στο διήγημα «Ασχήμια»)· για την υστερική σύζυγο και το απροσδόκητο τέλος της (στην «Πολυπόθητη ελευθερία»)· για την καλοζωισμένη νεάζουσα μητέρα («Δεύτερος γάμος»).
Ευφυής είναι ο τρόπος με τον οποίο κάνει λόγο η συγγραφέας για την αποπλάνηση ατόμων νεαρής ηλικίας και τους κινδύνους που ελλοχεύουν γύρω τους (στο διήγημα «Ταγκό»). Η επιλογή της Κουντούρη να διαπραγματευτεί το συγκεκριμένο θέμα βάζοντας ως αφηγήτρια τη μικρή ηρωίδα της τής δίνει τη δυνατότητα να είναι η φωνή της ανεπίγνωστα αθώα και να εξαντλεί το θέμα της με καταγγελτικό τρόπο, αποφεύγοντας ωστόσο τον διδακτισμό.
Με ποια τεχνική η συγγραφέας πετυχαίνει αυτό το άρτιο αποτέλεσμα στα διηγήματά της;
1) Με το παιγνιώδες ύφος, τον ταχύ ρυθμό της αφήγησης, την αμεσότητα του πρωτοπρόσωπου πάντα αφηγητή, που είναι εξαρχής ξεκάθαρο ότι πρόκειται για έναν ενδοκειμενικό ήρωα. Και όντως, η συγγραφέας βρίσκει έναν εύσχημο (και διαφορετικό κάθε φορά) τρόπο να δηλώσει τα στοιχεία ταυτότητας του αφηγητή της.
2) Όσο η εξέλιξη των γεγονότων ρέει αβίαστα και με ταχύτητα, ο αναγνώστης είναι σίγουρος ότι κάτι απροσδόκητο θα γίνει. Και γίνεται. Ας δούμε πώς κλιμακώνει αριστοτεχνικά την αγωνία των προσκεκλημένων για την εξαφανισμένη Βάλια την ημέρα των γενεθλίων της (στο διήγημα «Το πάρτι»). Δεν περιμένει κανείς ότι η ληστεία η οποία πραγματοποιείται στο σπίτι της ηρωίδας το βράδυ των γενεθλίων της είναι σκηνοθεσία δική της -σκηνοθεσία ενός σαλεμένου μυαλού- που ωστόσο κατατρομοκρατεί τους καλεσμένους της. Ούτε περιμένει κανείς να διαβάσει αμέσως παρακάτω ότι η Βάλια είναι εξώγαμη κόρη που η μητέρα της την έκανε με κάποιον ψυχασθενή εξάδελφο – όμως το διαβάζεις κι αυτό. Ε, είναι εύλογο τελικά ότι η αλλοπρόσαλλη Βάλια θα καταλήξει σε ψυχιατρική κλινική.
3) Η λιτότητα της γλώσσας είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα στη γραφή τής Ζέτας Κουντούρη. Τίποτε περιττό. Οι πληροφορίες που δίνονται είναι βραχύτατες πλην εντελώς αναγκαίες για την εξέλιξη της ιστορίας πχ.: «[...] Και πέρσι λήστεψαν κάποιον στην περιοχή μας, είναι εντελώς ερημική, και η αστυνομία ακόμα ψάχνει […]».
4) Επίσης, φευγαλέα σχόλια σαν γλωσσικές βελονιές εδώ κι εκεί ερμηνεύουν τους ήρωες, τις ηρωίδες και τις πράξεις τους. Μπορεί να διαβάσει κανείς το πιο εντυπωσιακό, το πιο παράδοξο γεγονός γραμμένο με τον πιο λιτό τρόπο π.χ.: «[..] ο πατέρας του Άστριτ έκανε χρόνια στη φυλακή γιατί πάνω σ' έναν καβγά μαχαίρωσε τον καλύτερο του φίλο. Παρ' όλα αυτά, όλοι λένε ότι είναι ένας πολύ καλός άνθρωπος [..]»
Τα διηγήματα της συλλογής Πρέπει να βιαστώ είναι γραμμένα με πολύ έξυπνο τρόπο, με μπόλικο κέφι και πνευματώδη λόγο. Ο αναγνώστης θα τα απολαύσει από την αρχή ως το τέλος.
* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΛΟΓΑΡΑΣ είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο το μυθιστόρημα «Διπλή ζωή» (εκδ. Καστανιώτη).
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ζέτα Κουντούρη γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος. Στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου υπήρξε μέλος του Επιστημονικού Διδακτικού Προσωπικού, δίδαξε από το 2007 έως το 2009 Δημιουργική Γραφή στο Εργαστήρι της Φοιτητικής Λέσχης.

Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. Διηγήματά της έχουν ανθολογηθεί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Ισπανία και Ιταλία) κι έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.






















