
Για το μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη «Η άλωση των Αθηνών από τις αδερφές Γαργάρα» (εκδ. Διόπτρα).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Η περίπτωση του Γιάννη Ξανθούλη χρίζει (πάντα) ιδιαίτερης μνείας, καθώς είναι ξεχωριστή, ίσως και μοναδική στην ελληνική λογοτεχνία. Κόντρα στο βαρύ κλίμα που συνήθως περιβάλλει τα περισσότερα βιβλία της εγχώριας μυθοπλασίας, ο Ξανθούλης προέκρινε τις περισσότερες φορές ένα λαγαρό και ευφραντικό χιούμορ, το οποίο όμως ουδέποτε περιέπεσε στην περιβόητη «πλάκα».
Αντιθέτως, όσο κι αν ψάξει κανείς στην μακρά εργογραφία του δεν θα βρει μυθιστόρημα που γράφτηκε για λόγους διασκέδασης του κοινού (πολυπληθές πάντα αυτό που τον ακολουθεί). Πίσω από τη φαινομενική χαλαρότητα υπήρχε πάντα οξεία κριτική, αλλά μια εδραία απομυθοποιητική διάθεση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η κωμωδία είναι η άλλη πλευρά της τραγωδίας. Αμφότερες (και ισόποσα, σχεδόν) συγκροτούν την ανθρώπινη συνθήκη, αλλά και την δραματουργία από τον Αριστοτέλη έως τις μέρες μας.
Η Ροδόσταμη
Όλα αυτά, λοιπόν, είναι στοιχεία που συναντάει κανείς και στο πρόσφατο μυθιστόρημά του, στο οποίο βάζει στο μικροσκόπιο την οικογένεια Γαργάρα που κατάγεται από την Ροδόσταμη, μια επινοημένη κωμόπολη της Ανατολικής Μακεδονίας. Ο συγγραφέας επιλέγει το τέλος της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές του ’60 ως χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ιστορία (είναι μια από τις αγαπημένες του περιόδους).
Από τα σκληρά εμφυλιακά χρόνια, η Ελλάδα με το σχέδιο Μάρσαλ άρχισε να ελπίζει σε ένα καλύτερο και πιο ανθηρό μέλλον. Η δεκαετία του ’60 ήταν γεμάτη εθνική ανάταση, φαντασιώσεις και ελπίδες. Η οικογένεια Γαργάρα ζει αυτό το κλίμα περιφερειακά, μακριά από το κέντρο των εξελίξεων. Δεν είναι μόνο η φτωχική καταγωγή της, αλλά και η έλλειψη μέσων να ανταπεξέλθει σε αυτή τη νέα συνθήκη. Πόσες οικογένειες Γαργάρα υπήρξαν εκείνη την περίοδο; Πάρα πολλές, αν σκεφτεί κανείς πως ήταν αυτές που διαμόρφωσαν μια κοινωνία που στερούνταν ηθικών αρχών, μόρφωσης και συναισθηματικής σκευής.
Οι αδελφές
Εντός της οικογένειας, αυτές που τραβούν αμέσως τα βλέμματά μας είναι τα δύο αδελφές, η Φιλοθέη και η Μαγιοπούλα. Νέα κορίτσια, που, σύμφωνα με τις αξίες της εποχής, είναι υποχρεωμένες να ακολουθούν τις εντολές του πατριάρχη της οικογένειας, εν προκειμένω του παλαιστή-πατέρα Ηρακλή Γαργάρα.
Μέσα σε αυτό το αποστειρωμένο περιβάλλον αναζητούν μια διέξοδο, κι αυτή είναι η Αθήνα. Ποια Αθήνα, όμως; Η πραγματική ή η επινοημένη στο μυαλό τους; Η Φιλοθέη, ειδικά, είναι αυτή που δημιουργεί μέσα της μια μυθική πρωτεύουσα. Μια πόλη που κουβαλάει όλα τα σωτήρια στοιχεία για τη δική της ζωή. Είναι ο μόνος δρόμος που θα την απελευθερώσει από τη σκληρή οικογενειακή συνθήκη που βιώνει. Κάπως έτσι, η Αθήνα γίνεται ένα σύμβολο επανάκτησης του πραγματικού εαυτού, της αυταξίας και της ελπίδας που στερείται στη Ροδόσταμη. Σαν να λέμε: αυτή η περιβόητη «άλωση» είναι μια φανταστική εκστρατεία στον τόπο του ονείρου. Μια διεκδίκηση που φαίνεται πως ποτέ δεν θα ευοδωθεί, αλλά τούτο διόλου απασχολεί την ονειροφαντασία που αναπτύσσεται πάντα κόντρα στις πραγματικές συνθήκες.
Μια μικρογραφία της Ελλάδας με χιούμορ
Ο Ξανθούλης, ακόμη και στα σημεία που αφήνει το χιούμορ να εισβάλει από όλες τις μεριές, σε καμία περίπτωση δεν περιπαίζει τους ήρωές του. Στέκεται στο πλάι τους συμπονώντας την προσπάθειά τους (άγονη, κατά τα φαινόμενα) να ξεφύγουν από τα προδιαγεγραμμένα όριά τους. Ο εξουσιαστικός πατέρας, η μητέρα που ζει στη σκιά του, φοβισμένη και άβουλη, ο αποσυνάγωγος μικρός γιος που τον φωνάζουν «Σους», επειδή δεν τον αφήνουν ποτέ να μιλήσει, η γάτα Ελεεινή, ο δήμαρχος Τούβλος, η μοδίστρα Πασιφάη και οι ξαδέρφες που επιστρέφουν από τα μνήματά τους, όλοι οι ήρωες που μετέχουν σε αυτό το μυθιστόρημα μοιάζουν τόσο απτοί όσο και εξωπραγματικοί. Τόσο δικοί μας, αλλά και συνάμα φτιαγμένοι με εκείνο το υπερβατικό υλικό που κάνει τη μυθοπλασία πλουσιότερη από τη ζωή.
Είναι δυσδιάκριτο στο τέλος τι από όλα αυτά είναι πραγματικό και τι αναπόσπαστο μέρος της φαντασίας.
Στην πραγματικότητα έχουμε μια μικρογραφία της Ελλάδας εκείνης της εποχής. Με τις παθογένειες, τα ευτράπελα, τις αλλαγές της, αλλά και το γκροτέσκο στοιχείο, στο οποίο ο Ξανθούλης ομνύει, καθώς ξέρει να το χειρίζεται με θαυμαστό τρόπο. Είναι δυσδιάκριτο στο τέλος τι από όλα αυτά είναι πραγματικό και τι αναπόσπαστο μέρος της φαντασίας. Υπάρχει ή δεν υπάρχει η Αθήνα της Φιλοθέης; Μιλάει ή δεν μιλάει με νεκρούς ο μικρός γιος της οικογένειας; Τι σημασία έχει; Αυτό που κομίζει ο Ξανθούλης στον αναγνώστη είναι η δύναμη της φαντασίας κόντρα σε κάθε δεσμευτική συνθήκη. Κι εδώ αυτές οι συνθήκες είναι πολλές και επιβαρυντικές στην καθημερινότητα των ηρώων.
Εμείς, η οικογένεια Γαργάρα
Οι αδελφές Γαργάρα και η οικογένειά τους γίνονται το αναγκαίο υπόδειγμα μιας χώρας που προσπαθούσε να ξεχάσει τα μολυβένια χρόνια του Εμφυλίου και να αρχίσει να σκέφτεται ευρωπαϊκά και φιλελεύθερα, δίχως όμως να γνωρίζει τον τρόπο να το κάνει. Να πώς προκύπτει το αστείο της υπόθεσης που αν το δει κανείς από τη… φόδρα του, είναι και η τραγωδία της χώρας. Όπως θα φανεί τα κατοπινά χρόνια με τις πολιτικές ταραχές που θα οδηγήσουν (σχεδόν) αναπόδραστα στην επτάχρονη δικτατορία. Στην ουσία, η οικογένεια Γαργάρα δεν μας θυμίζει απλώς κάτι: είμαστε όλοι εμείς.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιάννης Ξανθούλης γεννήθηκε το 1947 στην Αλεξανδρούπολη, από γονείς πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης. Εκτός από μυθιστορήματα, έγραψε βιβλία και θεατρικά έργα για παιδιά, καθώς και θέατρο. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος (είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ) σε εφημερίδες και στο ραδιόφωνο.

Ανάμεσα στα πιο γνωστά του μυθιστορήματα είναι: Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα, Το πεθαμένο λικέρ, Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας, Το ροζ που δεν ξέχασα, Η εποχή των καφέδων, Οικογένεια Μπες-Βγες, Το τρένο με τις φράουλες, ...ύστερα, ήρθαν οι μέλισσες, Ο Τούρκος στον κήπο, Το τανγκό των Χριστουγέννων, Ο θείος Τάκης, Του φιδιού το γάλα, Κωνσταντινούπολη - Των ασεβών μου φόβων, Η εκδίκηση της Σιλάνας, Δεσποινίς Πελαγία, Ο γιος του δάσκαλου, Την Κυριακή έχουμε γάμο, Εγώ, ο Σίμος Σιμεών, Ζωή μέχρι χθες και Ονειρεύτηκα τη Σανγκάη. Βιβλία του έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη και τη μικρή οθόνη και έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Ζει στην Αθήνα.
























