
Για τη συλλογή διηγημάτων της Άβρας Αυδή «Μονοπάτια» (εκδ. Γράφημα).
Γράφει ο Γιάννης Στούπας
Τα Μονοπάτια, πρώτο βιβλίο μυθοπλασίας της πολύπειρης εκπαιδευτικού και συγγραφέως Άβρας Αυδή, είναι μια δέσμη σύντομων αφηγήσεων – ζεστών, ανθρώπινων και νοσταλγικών. Ο τίτλος του βιβλίου είναι αμφίσημος: αφενός υπαινίσσεται διαδρομές εξωτερικές (μονοπάτια του βουνού και μονοπάτια της θάλασσας) και αφετέρου διαδρομές εσωτερικές (πορείες ζωής, καταβυθίσεις στη μνήμη και προ πάντων, διαύλους επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων: ψυχικές διαδρομές που τους ενώνουν ή τους απομακρύνουν). Τα μονοπάτια αυτά, που διαβαίνουν όλοι οι (ας πούμε) μυθοπλαστικοί χαρακτήρες της Αυδή, έχουν κατά κανόνα κοινή απαρχή, κοινό όχημα και κοινή απόληξη: απαρχή είναι οι αισθήσεις, όχημα η μνήμη και απόληξη το φως.
Από τις αισθήσεις ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη γεύση· στη μαγειρική και στα εδέσματα, στα δείπνα και στα γεύματα: τις κρεατόπιτες, τις φανουρόπιτες, τα γεμιστά, τα πορτοκάλια, τους καφέδες, τα βουτήματα, τα φαγοπότια δίπλα στη θάλασσα, το κρασί και το τσίπουρο. Τα Μονοπάτια της Άβρας Αυδή περνούν συχνά μέσα από την κουζίνα ή την τραπεζαρία. Η μαγειρική άλλοτε γίνεται πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα στην πεθερά και στη νύφη («Η πίτα»)· άλλοτε χρησιμοποιείται ως πρόφαση, για να έρθει σε επαφή μια μάνα με την κόρη της («Συνδέσεις»)· άλλοτε αποτελεί το μέσο για να ανακτήσει μια ξενιτεμένη και έγκλειστη -λόγω κορωνοϊού- κοπέλα τις χαμένες της ελπίδες («Η φανουρόπιτα»).
Πίσω απ’ όλα αυτά βρίσκεται σίγουρα κάτι γαστριμαργικό. Αλλά όχι μόνο: βρίσκεται και κάτι ευρύτερα αισθησιοκεντρικό. Γιατί η συγγραφέας δεν εμμένει μόνο στη γεύση αλλά και στις υπόλοιπες αισθήσεις, οι οποίες συνδέονται πάντα με νοητικές λειτουργίες. Έτσι, στο διήγημα «Αποχωρισμοί» η μυρωδιά του πορτοκαλιού φέρνει στο νου της θείας Κούλας τον εκλιπόντα σύζυγό της. Στο διήγημα «Η πίτα» η αφηγήτρια πιθανολογεί ότι κάποτε θα τη θυμούνται για την κοτόπιτα που φτιάχνει. Στο διήγημα «Μονοπάτια του βουνού» οι «συμπαγείς και ακίνητοι» βράχοι που είναι «ριζωμένοι βαθιά στη γη» βοηθούν την αφηγήτρια να συνειδητοποιήσει το εφήμερο του ανθρώπου μέσα στο ακλόνητο και αιώνιο φυσικό τοπίο.
Οι αισθήσεις, λοιπόν (όσφρηση, γεύση, όραση), κινητοποιούν τη μνήμη και τη συνείδηση. Nihil est in intellectu, quod non prius in sensu, έγραψε ο Τζον Λοκ, πατέρας του φιλοσοφικού σενσουαλισμού. Που πάει να πει: «Τίποτα δεν υπάρχει στο πνεύμα μας, αν προηγουμένως δεν έχει περάσει από το πεδίο των αισθήσεων». Και στα διηγήματα της Αυδή οι χαρακτήρες συχνά εκκινούν από τις αισθήσεις, για να φτάσουν στο αίσθημα και στη νόηση. Και αυτή η έμφαση στις αισθήσεις δίνει τελικά έναν γήινο αλλά και γειωμένο τόνο στα διηγήματά της· διηγήματα που ακουμπούν πάνω στα πράγματα και στον άνθρωπο, ως υποστάσεις φυσικές.
Μια ισχυρή κατάφαση προς τη ζωή
Πριν αφήσουμε όμως στην άκρη το πεδίο των αισθήσεων, αξίζει να σημειωθεί και κάτι ακόμα. Οι αισθήσεις είναι το κύριο συστατικό της ζωικής μας φύσης και ως εκ τούτου, η βεβαιότερη απόδειξη ότι είμαστε ζωντανοί. Στο διήγημα «Εκδρομή στον Αχέροντα» η αφηγήτρια συναντά το φάσμα του νεκρού πατέρα της αλλά δεν καταφέρνει να το αγγίξει. Το ίδιο βράδυ τον ονειρεύεται. «Ξύπνησα γαληνεμένη», γράφει. «Ένιωθα στην παλάμη μου μια έντονη αίσθηση αφής». Η αίσθηση γίνεται εδώ απόδειξη ζωής και ως τέτοια λειτουργεί ανακουφιστικά. Οι χαρακτήρες των Μονοπατιών, όταν προσπαθούν να συνδεθούν με τη ζωή, αναζητούν την πλήρωση των αισθήσεων. Άλλωστε, οι λεπτομερείς, ζωηρές -και συχνά λυρικές- περιγραφές του παρόντος βιβλίου δεν μπορούν να ιδωθούν ξεκομμένες από το δίπτυχο αίσθηση-ζωή. Πίσω από τον περιγραφικό οίστρο των «Μονοπατιών» ανιχνεύεται, τελικά, μια επιθυμία πλήρωσης των αισθήσεων και εντέλει μια ισχυρή κατάφαση προς τη ζωή.
Η μνήμη
Αν όμως εκκίνηση και κινητήρια δύναμη της περιπλάνησης είναι οι αισθήσεις, δίαυλος και κύριο όχημα είναι η μνήμη: αίσθηση και μνήμη άλλωστε αποτελούν δίδυμο αδιάσπαστο, αφού τα αισθητηριακά ερεθίσματα είναι συνήθως εκείνα που μας οδηγούν σε μνημονικές ανασκαφές και ανασύρσεις. Αρκεί να θυμηθούμε τη μαντλέν, το μυθικό -πλέον- μπισκότο, από του οποίου τη γεύση ανασύρθηκε το 7τομο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Μαρσέλ Προυστ. Η μνήμη διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο και στα διηγήματα της Αυδή. Οι αφηγήτριες των Μονοπατιών (κατά κανόνα γυναίκες στην ώριμη φάση της μέσης ηλικίας) ανατρέχουν στη μνήμη για να ανασύρουν την ευτυχισμένη ζωτικότητα της νιότης τους, για να ερμηνεύσουν το παρελθόν τους, για να κατανοήσουν το παρόν τους, για να αποφύγουν μελλοντικά σφάλματα, για να αποτίσουν φόρο τιμής σε αγαπημένα πρόσωπα που έχουν πεθάνει, ή εντέλει απλώς για να παίξουν πειστικά το ρόλο τους σε ένα θεατρικό παιχνίδι ή για να σκαρώσουν μια ευχάριστη αφήγηση.
Στο διήγημα «Δον Ζουάν τρόπον τινά» ένας 70χρονος δανδής αφηγείται την πολυτάραχη ερωτική ζωή του, προσπαθώντας να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν στη μοναξιά και την εγκατάλειψη.
Αυτές οι μνημονικές ανακλήσεις δίνουν στο βιβλίο της Αυδή μια χροιά απολογισμού και αναστοχασμού: στο διήγημα «Το καρναβάλι» η αφηγήτρια συνοψίζει τη νιότη της ανατρέχοντας σε διάφορους σταθμούς της παιδικής και της εφηβικής της ηλικίας. Στο διήγημα «Δον Ζουάν τρόπον τινά» ένας 70χρονος δανδής αφηγείται την πολυτάραχη ερωτική ζωή του, προσπαθώντας να εξηγήσει τους λόγους που τον οδήγησαν στη μοναξιά και την εγκατάλειψη. Αυτή η εμμονή στη μνήμη πρέπει να συσχετιστεί με ένα ακόμα κεντρικό χαρακτηριστικό των Μονοπατιών: την ώριμη ματιά απέναντι στη ζωή. Γιατί η μνήμη κυριαρχεί, όταν υπάρχει μεγάλο απόθεμα βιωμένου χρόνου. Όταν ο βιωμένος χρόνος είναι λίγος, το μνημονικό απόθεμα είναι ισχνό. Γι’ αυτό η μνήμη παίζει ρόλο καθοριστικότερο στη ζωή ενός μεσήλικα ή ενός ηλικιωμένου απ’ ό,τι στη ζωή ενός νέου. Τα πλούσια μνημονικά κοιτάσματα, λοιπόν, είναι τεκμήριο ηλικιακής ωριμότητας. Και αυτή ακριβώς η ηλικιακή ωριμότητα είναι και ο κύριος λόγος που η συλλογή της Άβρας Αυδή, αν και είναι η πρώτη της, δεν είναι πρωτόλεια. Αντιθέτως, αποπνέει μια βαθιά αίσθηση εμπειρίας, γνώσης και αυτοσυνειδησίας.
Ο θάνατος υπάρχει αλλά εισάγεται ως κάτι φυσικό. Η επικοινωνία με τους νεκρούς είναι εφικτή με κάποιον τρόπο. Τα τραυματικά βιώματα συνήθως ξεπερνιούνται.
Παρά τις συχνές καταβυθίσεις στα μεταλλεία της μνήμης, πάντως, τα αφηγήματα της Άβρας Αυδή δεν εκπίπτουν στη ρομαντική παγίδα του σκότους, της μελαγχολίας, της μεμψιμοιρίας και της παραίτησης. Αντιθέτως, εκπέμπουν μια ισχυρή βούληση για ζωή. Κύριο γνώρισμα όλων ανεξαιρέτως των ιστοριών είναι το αίσιο τέλος. Λείπει, δηλαδή, από αυτά η ίδια η ουσία του τραγικού. Ακόμη και όταν η τραγωδία πλησιάζει απειλητικά, στο τέλος κάποιο αόρατο χέρι την απομακρύνει. «Το κακό είναι αλλού», τιτλοφορείται ένα από τα διηγήματα της συλλογής. Εκεί ο γιος της αφηγήτριας τραυματίζεται σε αυτοκινητιστικό αλλά τελικά γλιτώνει με μερικά κατάγματα. Στο διήγημα «Το Συλλογισμένο Στήθος» (όπου το ρόλο του αφηγητή αναλαμβάνει ένα γυναικείο στήθος) ο φόβος κακοήθειας εντέλει δεν επαληθεύεται. Στις περιπτώσεις αυτές, λοιπόν, πράγματι το κακό είναι άλλου. Ακόμη και στην περίπτωση όμως που το κακό είναι εδώ, στα διηγήματα της Αυδή μοιάζει διαχειρίσιμο. Ο θάνατος υπάρχει αλλά εισάγεται ως κάτι φυσικό. Η επικοινωνία με τους νεκρούς είναι εφικτή με κάποιον τρόπο. Τα τραυματικά βιώματα συνήθως ξεπερνιούνται. Και όταν δεν ξεπερνιούνται, γίνονται θετική ενέργεια που δωρίζεται στους άλλους. Στο διήγημα «Η Ιστορία που δε γράφτηκε», λ.χ. η Αντιγόνη που ήρθε αντιμέτωπη με τη ναζιστική θηριωδία και, δια βίου, κουβαλούσε σωματοποιημένη τη φρίκη που είχε ζήσει, γίνεται εντέλει καλός άγγελος για μια άλλη γυναίκα. Στην πεζογραφία της Αυδή όλα εκβάλλουν στο φως, όπως και αν ορίσουμε αυτό το φως: άλλοτε είναι ένα λυτρωτικό συναίσθημα· άλλοτε μια αίσθηση ανθρώπινης επαφής· άλλοτε μια απόφαση εξόδου από το τέλμα και άλλοτε μια αποκαλυπτική συνειδητοποίηση, μια «επιφάνεια» (για να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα του Τζόις).
Αυτή η φωτεινότητα που εκπέμπουν τα διηγήματα των Μονοπατιών δεν είναι επιφανειακότητα, ούτε ανόητη αισιοδοξία. Οι χαρακτήρες των διηγημάτων ξεκινούν από τις αισθήσεις, επιβαίνουν στο όχημα της μνήμης αλλά διατηρούν απέναντι στον κόσμο μία στάση βαθιά στοχαστική, προϊόν των βιωμάτων, της εμπειρίας και της πολύχρονης αυτοπαρατήρησης. Το αίσιο τέλος των αφηγήσεων, λοιπόν, δεν έχει να κάνει τόσο με την έκβαση των γεγονότων όσο με την επίγευση που αφήνει η έκβαση αυτή. Και η γλυκιά αυτή επίγευση είναι προϊόν πείρας, απότοκος αυτογνωσίας και απόσταγμα σοφίας.
Και αυτό είναι, μάλλον, το μεγαλύτερο δώρο που κάνει το βιβλίο αυτό στον αναγνώστη του: αυτή η λυτρωτική -και ταυτόχρονα πειστική- προοπτική της comedia.
Στα χρόνια του Δάντη Αλιγκέρι, του ποιητή της Θείας Κωμωδίας, κάθε έργο που είχε αίσιο τέλος αποκαλούνταν comedia (δηλ. κωμωδία). Υπό αυτήν την έννοια ένα ταξίδι που ξεκινά από την Κόλαση και καταλήγει στον Παράδεισο δεν μπορούσε παρά να θεωρηθεί comedia. Ακόμη και η Κόλαση του Δάντη, αν τη δούμε ως μεμονωμένο έργο, είναι comedia, αφού παρά τα αποτρόπαια μαρτύρια που περιγράφονται εκεί, ο αφηγητής και πρωταγωνιστής κατορθώνει στο τέλος να εξέλθει σώος και να αντικρύσει ξανά τον έναστρο ουρανό. Κάτι τέτοιο συμβαίνει ακόμη και στα σκοτεινότερα διηγήματα των Μονοπατιών. Και αυτό είναι, μάλλον, το μεγαλύτερο δώρο που κάνει το βιβλίο αυτό στον αναγνώστη του: αυτή η λυτρωτική -και ταυτόχρονα πειστική- προοπτική της comedia. Ήρωες, ηρωίδες και αφηγήτριες πορεύονται μέσα από δρόμους λιγότερο ή περισσότερο δύσβατους, ενίοτε κουβαλούν μια κόλαση μέσα τους, αλλά στο τέλος έχουν κατακτήσει τη γνώση, τη νηφαλιότητα και τη δύναμη που τους επιτρέπει να βλέπουν έστω και «μέσα από έναν στρογγυλό φεγγίτη […] τα ωραία φώτα τ’ ουρανού».1
* Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΟΥΠΑΣ είναι φιλόλογος και ποιητής. Η ποιητική του συλλογή «Τα καρφιά μένουν» (2019) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θράκα.
1 Οι στ.137-8 από το 34ο και τελευταίο Κάντο της Κόλασης του Δάντη Αλιγκέρι, ελεύθερα μεταφρασμένοι.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Άβρα Αυδή είναι φιλόλογος και θεατροπαιδαγωγός. Υπηρέτησε στη Δευτεροβάθµια Εκπαίδευση ως καθηγήτρια και ως Υπεύθυνη Πολιτιστικών (1982-2011). Παράλληλα, δίδαξε, επί 15 έτη (2001-2016), στο Τµήµα Θεάτρου του ΑΠΘ τα µαθήµατα «Δραµατοποίηση» και «Το Θέατρο στο σχολείο». Ασχολήθηκε συστηµατικά µε το Εκπαιδευτικό Δράµα (Drama in Education) και µε το σχολικό θέατρο, αξιοποιώντας τις γνώσεις που αποκόµισε από µεταπτυχιακές σπουδές και σχετική έρευνα.

Έχει διδάξει σε πολλά επιµορφωτικά σεµινάρια και έχει δηµοσιεύσει ποικίλα άρθρα σχετικά µε τη θεατρική παιδεία. Συνέγραψε µε τη Μελίνα Χατζηγεωργίου τα βιβλία Όταν ο δάσκαλος μπαίνει σε ρόλο. 50 προτάσεις για θεατρικά εργαστήρια με Δάσκαλο σε Ρόλο (Μεταίχμιο, 2018) και Η τέχνη του Δράµατος στην εκπαίδευση. 48 προτάσεις για εργαστήρια θεατρικής αγωγής (Μεταίχµιο, 2007). Στον τοµέα της γλωσσικής διδασκαλίας έχει επίσης διδακτικό, επιµορφωτικό και συγγραφικό έργο. Συµµετείχε στη συγγραφή των παρακάτω οµαδικών έργων: Εγχειρίδια «Έκφραση - Έκθεση» για το λύκειο και συνοδευτικά βιβλία καθηγητή (1985-89), Πρόγραµµα Σπουδών για τη Νεοελληνική Γλώσσα (1998), ψηφιακό έργο ΠΟΛΥΤΡΟΠΗ ΓΛΩΣΣΑ (Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2017).























