
Για το μυθιστόρημα της Κατερίνας Ι. Παπαντωνίου «Συνθετική ορμόνη» (εκδ. Καστανιώτη).
Γράφει η Νατάσσα Ρεμούνδου-Χάουλι
Η Συνθετική ορμόνη, μυθιστόρημα σε 22 επεισόδια, της Κ. Ι. Παπαντωνίου, μας δίνει μια ευκαιρία να αναστοχαστούμε τον ρόλο και τη δύναμη της λογοτεχνίας και της ελληνικής λογοτεχνίας ειδικότερα, της γυναικείας λογοτεχνίας. Μιας λογοτεχνίας που δεν αποστρέφει το βλέμμα αλλά αφουγκράζεται την πραγματικότητα, την κοινωνία, το περιβάλλον, το δίκαιο και τελικά τον άνθρωπο στην μετα-ανθρώπινη εποχή και πέρα από τον άνθρωπο, όπως αποδεικνύει, ένας πρωταγωνιστής παντεπόπτης, το πανταχού παρόν καναρίνι που γραπώνει το πλαστικό κλαδάκι του σε κάθε επεισόδιο του βιβλίου.
«Ζούμε με την ελπίδα πως η φωνή που λέει ιστορίες έχει τη δύναμη να φέρει παιδιά στον κόσμο, ενώ απ’ την άλλη αληθεύει κι ότι ένα παιδί έχει τη δύναμη να ζωντανέψει ιστορίες» (σελ. 166). Η φράση από το επεισόδιο «Χρυσομαλλούσα» αποτελεί κομβικό σημείο εκκίνησης για να προσεγγίσουμε τη στιβαρή αφηγηματική δυναμική του βιβλίου· γιατί είναι ακριβώς αυτή η αμφίδρομη δύναμη, του λόγου που γεννά και της ζωής που αφηγείται, που διατρέχει το μυθιστόρημα το οποίο συγκροτείται από 22 επεισόδια που θυμίζουν άλλοτε ημερολόγιο εγκλεισμού, βιογραφία, ή όπως η ίδια γράφει, μια «καθημερινή καταγραφή ονείρων» (σελ. 94). Το βιβλίο ξεκινά με δυο επιγραμματικές αναφορές που μνημονεύουν «ολόκληρη τη γραμμή του αίματος»: το πρώτο επίγραμμα προέρχεται από την Άχνα (2014) του Στρατή Χαβιαρά, στη μνήμη του οποίου η Παπαντωνίου αφιερώνει το μυθιστόρημά της, και το άλλο από την Μαντώ Αραβαντινού και την Γραφή Α’ (1962) που ανακοινώνει πως «το γεγονός υπάρχει στην αίσθηση» και «η αίσθηση είναι γεγονός».
Το βιβλίο επαναδιαπραγματεύεται την πολιτική της ενσώματης εμπειρίας, της βιωμένης έμφυλης βίας και του τραύματος, και κατ’ επέκταση, της γυναικείας επιθυμίας και μνήμης, της έκφρασης και της γραφής της ίδιας, συνθέτοντας έτσι διαθεματικούς εαυτούς που εκτείνονται πέρα από τον χώρο και τον χρόνο της λογοτεχνίας. Η ηρωίδα δεν είναι μία, ούτε είναι στατική· είναι μια ταυτότητα σε διαρκή μετάβαση, ένα σώμα που επιθυμεί, επιβιώνει, καταγράφει, διαγράφει, θυμάται κι άλλοτε προσπαθεί να ξεχάσει. Όπως χαρακτηριστικά γράφει η Παπαντωνίου: η «πρώτη βεβαιότητα του σώματος» γεννά στην ανήλικη πρωταγωνίστριά της την πρωτόγνωρη εμπειρία της ύπαρξης: «Ήμουν εκεί, ωστόσο το σώμα μου χανόταν» (σελ. 134). Η Παπαντωνίου αναπτύσσει μια βαθιά διακειμενική γραφή που συγχωνεύει νομικά κείμενα όπως το Ενοχικό Δίκαιο με γυναικείες λογοτεχνικές φωνές, όπως η Μέλπω Αξιώτη, η Μαρία Μήτσορα & η Μάγκι Νέλσον. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δανείζεται τη φράση που η Νέλσον επικαλείται στους Αργοναύτες της, παραφράζοντας τον Ρολάν Μπαρτ, στην Απόλαυση του κειμένου: «Ο/η συγγραφέας είναι κάποιος/α που παίζει με το σώμα της μητέρας του/της» (σελ. 85).
Η λειτουργία της γραφής
Η επιμονή της Παπαντωνίου να αναμετρηθεί το κείμενο με ερωτήματα γύρω από το απρόσβλητο ή «στριμωγμένο» (σελ. 86) πάσχον, οικείο και ανοίκειο σώμα, το φύλο, την τάξη, την επιθυμία, την ματαίωση, την υπαρξιακή φθορά, τη μνήμη και την επιβίωση, επανανοηματοδοτεί τρόπον τινά αυτό που θα ονομάζαμε φαινομενολογία του συναισθήματος. Δεν προσφέρει απαντήσεις, αλλά δημιουργεί ρωγμές μέσα από τις οποίες ξεπροβάλλει ένας δυναμικός γυναικείος λόγος βαθιά ενσώματος, διαμεσολαβημένος, εύθραυστος και ευάλωτος, αλλά ποτέ αδύναμος.
Η αβαρής αιώρηση των σωμάτων λειτουργεί εδώ μεταφορικά για να υποδηλώσει την απελευθέρωση μέσω της αφήγησης της απόλαυσης της γυναικείας γραφής.
Δεν αφηγείται απλώς την ιστορία μιας ηρωίδας και των alter ego της, αλλά την πολλαπλότητα του βιώματος μέσα από την κατακερματισμένη, σωματοποιημένη και εντέλει μεταμορφωτική συμβιωτική λειτουργία της ίδιας της γραφής. Και σε αυτή τη διαδικασία μεταμόρφωσης, υπάρχουν στιγμές ποιητικής υπέρβασης: «Τα γατζωμένα στους ώμους μας πρασινοβιολετί φτερά, μας ανασήκωναν κάθε λίγο απ’ την καρέκλα, όσο χρειαζόταν για να γίνουμε, έστω για λίγο, αβαρείς, αιωρούμενες, με την πλάτη χαλαρή, τους γοφούς και τα πέλματα στον αέρα» (σελ. 63).
Αυτή η φράση συνοψίζει ακριβώς το πώς η Παπαντωνίου αποδίδει την ενσώματη εμπειρία όχι ως στατική ή παθητική, αλλά ως διαρκώς κινούμενη, μια δονούμενη επιτελεστικότητα έτοιμη να υπερβεί τη βαρύτητα της γλώσσας και του φύλου, της βιολογίας, της ανατομίας του, και της ιστορίας του. Η αβαρής αιώρηση των σωμάτων λειτουργεί εδώ μεταφορικά για να υποδηλώσει την απελευθέρωση μέσω της αφήγησης της απόλαυσης της γυναικείας γραφής.
Και είναι αυτή η ευθύβολη αφηγηματική συμπύκνωση γύρω από αυτόν τον εννοιολογικό κριτικό άξονα του λεγόμενου «affect», της συν-αίσθησης και του συν-αισθήματος, της συν-κίνησης (συγκίνησης) που καθιστά την ατμόσφαιρα του έργου οργανική και καθόλου «συνθετική», με την έννοια του επίπλαστου, του φασματικού ή του τεχνητά κατασκευασμένου. Αντιθέτως, πρόκειται για μια σύνθεση βιωμένων θραυσμάτων, για ένα είδος διαλεκτικής πολιτικής γραφής που μετακινείται αενάως ανάμεσα στο «μέσα» και το «έξω» του γυναικείου/έμφυλου/κουήρ σώματος και το τροφοδοτεί στα ίχνη όσων «συντελούνται σε όλο [το σώμα] και κυρίως έξω απ’ αυτό».
Η γραφή ως πράξη αντίστασης
Τα επεισόδια του βιβλίου στο σύνολό τους λειτουργούν ως δομικά στοιχεία μιας μυθοπλαστικής σύνθεσης που διαρκώς μετατοπίζεται και παλινδρομεί. Μέσα σ’ αυτή την αφηγηματική δομή συνυπάρχουν ετερόκλητα ένστικτα, παρορμήσεις, μνήμες και επιθυμίες, είσοδοι και έξοδοι από το σώμα και τη γλώσσα, από τον ψυχισμό και τη συγκρότηση του εαυτού. Η γραφή μετατρέπεται έτσι σε μια πράξη αντίστασης ενάντια στην αποσιώπηση, την αορατοποίηση, και περιθωριοποίηση σωμάτων και κατ’ επέκταση της γυναικείας λογοτεχνικής υπόστασης. Όπως δηλώνει η φωνή στο επεισόδιο «Παράγωνες γάμπες»: «Ποια γράφει, ποια αραδιάζει στη σειρά λέξεις μιας παλιομοδίτικης ιστορίας […] Ψευτοπρόγονοι και ξεθωριασμένες γυναίκες κοροϊδεύουν τον αέρα που κουνάει τέντες και κεραίες» (σελ. 53).
Με το ποιητικό και στοχαστικό της ύφος, διακηρύσσει ήδη από το Introitus έναν εισαγωγικό νόμο περί αισθήσεων, μια αναγκαία και αναπόφευκτη ενσώματη είσοδο, μια πύλη στη γλώσσα μέσω του σώματος, και μια επιστροφή στο «μητρικό σώμα-κείμενο». Σε αυτή την αρχή επιστρέφει και η φωνή της πρωταγωνίστριας: «Ποια καταλαβαίνει όσα γράφω, όπως τα γράφω, κλάμα βρέφους που μόνο η μάνα του καταλαβαίνει τι θέλει, κλάμα βρέφους που ούτε η μάνα του καταλαβαίνει τι θέλει» (σελ. 83). Αυτό το παιχνίδι με το μητρικό σώμα-κείμενο επανέρχεται ήδη από το πρώτο επεισόδιο του βιβλίου, που ξεκινά με μια αναφορά στην Αυτοβιογραφία της Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου: «Έως τούτο τον καιρό, δηλαδή έως τον όγδοον χρόνον της ζωής μου δεν γνώριζα τη διαφορά ανάμεσα στο κορίτσι και το αγόρι» (σελ. 17), συμπληρώνει η Παπαντωνίου. Από αυτό το σημείο αρχίζει και η καλειδοσκοπική αφήγηση, όπου η κεντρική φωνή είναι «απόμακρη, θολή, ασώματη» (σελ. 85), αλλά ταυτόχρονα ενσωματώνεται και πολλαπλασιάζεται σε «δάνειες» και «γυάλινες, εκτεθειμένες γυναίκες» (σελ. 124-125). Η γραφή δεν καταγράφει απλώς την εμπειρία, την παράγει αισθητικά, σωματικά, συναισθηματικά, πολιτικά.
Σε αυτή τη βάση, δημιουργεί ένα «αρχείο συναισθημάτων», έτσι όπως το ορίζει η φεμινίστρια θεωρητικός Ann Cvetkovich στην ομώνυμη κριτική μελέτη της Ένα αρχείο συναισθημάτων (An archive of feelings, 2003), όπου το τραύμα, η έμφυλη εμπειρία και η σεξουαλικότητα εγγράφονται όχι μόνο στη μνήμη αλλά κυρίως στο σώμα και τη γλώσσα. Η Cvetkovich σημειώνει πως το τραύμα στις γυναίκες δεν είναι πάντοτε ένα απλό θέαμα, ένα γεγονός: είναι ένα αρχείο καθημερινής ζωής. Μέσα σε αυτά τα αισθητικά και κριτικά πλαίσια, ο γλωσσικός κώδικας της Παπαντωνίου παραμένει υπαινικτικός, απογυμνωμένος από επεξηγήσεις, επιμένοντας στην ποιητική συμπύκνωση, τη ροή, και την σιωπηλή δύναμη του συν-αισθήματος. Όπως και στις προηγούμενες νουβέλες της Σκοτεινό ασανσέρ και Δεν θα είσαι εκεί, έτσι και στη Συνθετική ορμόνη, η σιωπή δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Είναι μια affective χειρονομία αντίστασης, μια γλώσσα που εκτοξεύεται από το σώμα όταν τα λόγια χάνουν την ισχύ τους ή όταν το σώμα αποτυγχάνει να επιτελέσει τον αναμενόμενο ρόλο.
Η γραφή ως τόπος όπου συναισθήματα «κολλάνε»
Η φεμινίστρια στοχάστρια Sara Ahmed μας υπενθυμίζει πως «τα συναισθήματα δεν είναι απλώς ατομικά, αλλά κυκλοφορούν, κολλάνε πάνω σε σώματα, παράγοντας την διαφορετικότητα και την κανονικότητα» (The cultural politics of emotion, 2004). Μέσα από αυτό το πρίσμα, η Παπαντωνίου δεν αφηγείται μόνο την εσωτερική εμπειρία της ηρωίδας, αλλά παράγει κυριολεκτικά πολλαπλές αισθητηριακές πολιτικές. Η γραφή της μετατρέπεται έτσι σ’ έναν τόπο όπου τα συναισθήματα «κολλάνε», δημιουργώντας έναν χώρο συναισθη(μα)τικής/affective συγγένειας και ετεροτοπίας για όλα εκείνα τα σώματα που καθημερινά επιβιώνουν χωρίς να αναγνωρίζονται ως αυτόνομα, όπου ακόμα και το αίσθημα της ντροπής φωτίζει το όριο ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό εαυτό.
(...) μια γραφή που δεν κραυγάζει, αλλά πάλλεται.
Αυτού του είδους ο φωτισμός συναντάται συχνά στα αφηγηματικά θραύσματα, όπου η γυναικεία φωνή συστέλλεται, αλλά δεν εξαλείφεται: «Αμαρτία να απέχεις από την επιθυμία, τον ίμερο, τη λαχτάρα, τον πόνο. Πάντα αιωρείται μια αδύνατη σύμπτωση ανάμεσα σε μισάνοιχτα σώματα» (σελ. 135) . H φράση αυτή αποκτά έναν ιδιαίτερο τόνο μέσα στο μυθιστόρημα. Δεν είναι όμως αυτό μόνο μια παραδοχή του affective πόθου, αλλά και μια πολιτική υπενθύμιση: πως το «μισάνοιγμα» των σωμάτων, η διστακτική επαφή, η αβεβαιότητα και η λαχτάρα δεν είναι αδυναμίες αλλά η ίδια η ύλη της ύπαρξης, το σημείο τομής ανάμεσα στην επιθυμία και την αντίσταση. Αυτή η «αδύνατη σύμπτωση» γίνεται το θεμέλιο της affective γραφής της Παπαντωνίου: μια γραφή που δεν κραυγάζει, αλλά πάλλεται. Η affective ένταση του παραπάνω αποσπάσματος δεν είναι μονάχα ερωτική ή υπαρξιακή. Αποτελεί και μια πολιτική πράξη εγγύτητας, συνάντησης και ανοίγματος της εαυτής προς το «άλλο σώμα» (ή τα άλλα σώματα/εαυτές).
Το σώμα ως πεδίο μάχης και εγγραφής
Από την οπτική του Τζούντιθ Μπάτλερ, θα μπορούσαμε να δούμε τη μορφή αυτή ως μια εκδοχή του λεγόμενου «ανεπιτέλεστου φύλου», ενός φύλου που δεν επιτελείται με κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους και έτσι περιθωριοποιείται, σιωπάται, ή ακόμη και «ακυρώνεται» βιοπολιτικά. Αυτό το είδος υποκειμένου το οποίο έχει «καεί» φαρμακολογικά, που έχει διαγραφεί από το σύστημα των αναγνωρίσιμων/αναγνωρισμένων σωμάτων, γίνεται για την Παπαντωνίου το κέντρο της αφήγησης. Το μυθιστόρημα δεν διαβάζεται στο μεταίχμιο της επιστημονικής φαντασίας ή της μεταφοράς ή αλληγορίας. Αντίθετα, μπορεί να ερμηνευθεί ως μια affective πολιτική δήλωση για το τι σημαίνει να κατοικεί κανείς ένα σώμα που έχει ιατρικοποιηθεί, ένα φύλο που έχει συν-τεθεί, μια φωνή που επιμένει να διατυπωθεί μέσα σε καθεστώς βιο-σιωπής. Η Παπαντωνίου, μέσω της γραφής της, ανατέμνει το affect του σώματος: όχι ως βιολογικής ή φυσικής μονάδας, αλλά ως πεδίου μάχης, ενοχής, επιτήρησης, επιθυμίας, ανάμνησης, και εξέγερσης, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα όπου το συναίσθημα διαχέεται υπόγεια σαν ατμόσφαιρα. Η Συνθετική ορμόνη μέσα από το κριτικό πρίσμα που συνιστά, σύμφωνα με τη Lauren Berlant, μια μορφή «σκληρής αισιοδοξίας» (cruel optimism), είναι μια affective στρατηγική επιμονής μέσα στην αποτυχία, μια προσδοκία που δεν ακυρώνεται, ακόμα κι αν δεν εκπληρώνεται πλήρως.
Δεν μιλά απλά για το φύλο ως σταθερή ταυτότητα, αλλά ως μια διαρκώς υπό αίρεση εμπειρία.
Συνολικά, η Συνθετική ορμόνη κατασκευάζει ένα affective φεμινιστικό μυθιστόρημα, όπου η γραφή δεν αποτυπώνει την εμπειρία με όρους ρεαλιστικής αναπαράστασης, αλλά ως ένα διάχυτο θυμικό φορτίο, ως εσωτερική τοπογραφία/σηματογραφία που χαρτογραφείται στα όρια της μνήμης, της σιωπής και της επιθυμίας. Το σώμα εδώ δεν αποτελεί σύμβολο αλλά πεδίο εγγραφής, καθώς η αφήγηση ξεκινά και τελειώνει με την αίσθηση: «πριν από την αίσθηση δεν μπορείς καν να την συλλάβεις... υπάρχει μόνο όταν ανιχνεύεται» (204). Το affect, ως μορφή ενσώματης συνείδησης, γίνεται το μέσο μέσω του οποίου η Παπαντωνίου συνθέτει μια νέα πολιτική αισθητική της γυναικείας εμπειρίας. Δεν μιλά απλά για το φύλο ως σταθερή ταυτότητα, αλλά ως μια διαρκώς υπό αίρεση εμπειρία. Δεν μιλά για το τραύμα ως κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί, αλλά ως αρχειακή μνήμη που ανασυνθέτει και επαναπροσδιορίζει το σώμα, τη γλώσσα, τη φωνή. Και σ’ αυτήν την ανασύνθεση, η σιωπή αποκτά υπόσταση, η ντροπή μετατρέπεται σε αφήγηση, και η επιθυμία επιστρέφει ως πράξη ανάκτησης της εαυτής/εαυτών. Γιατί, όπως γράφει η Παπαντωνίου, στις «Ιαματικές φυσαλίδες» της, «όσο έχεις φωνή και αφηγείσαι, τίποτα δεν τελειώνει.» (159)
Με τη Συνθετική ορμόνη η λογοτεχνία γίνεται αντίδοτο μαζί και αντίσταση, τοπίο επιθυμίας και αρχείο συν-αισθήσεων και συν-αισθημάτων, καταγράφει το έμφυλο σώμα που έχει τεμαχιστεί, στον κόλπο, στην κοιλιά, στο στήθος, στα χέρια, στο πρόσωπο, αλλά αρνείται να σωπάσει. Ένα φύλο που μπορεί να έχει επανασυντεθεί, αλλά δεν παύει να αισθάνεται. Ένα «βρέφος που ούτε η μάνα του καταλαβαίνει τι θέλει», κι όμως φωνάζει, γράφει, επιμένει. Στο λογοτεχνικό σύμπαν της Παπαντωνίου, δεν υπάρχει χώρος για ευθείες, γραμμικές αφηγήσεις μόνο, αλλά και για ίχνη, θραύσματα, μεταμορφώσεις που επαναλαμβάνονται. Και μέσα από αυτά, η συγγραφέας καταφέρνει όχι μόνο να αφηγηθεί, αλλά και να επανεφεύρει τη σχέση έμφυλου σώματος και γραφής, επιθυμίας και μνήμης, τραύματος και πολιτικής.
Σ’ έναν κόσμο που επιμένει να ελέγχει, να ιατρικοποιεί, να ορίζει, και να «ξεφορτώνεται» κάποια σώματα, η Παπαντωνίου μας προσφέρει ένα έργο που αντιστέκεται τον κανόνα υπνοβατώντας και αναπνέοντας. Που δεν επιτελεί τον κανόνα, αλλά τον απορροφά και τον αφοπλίζει. Ένα βιβλίο που μας κάνει να νιώσουμε και, τελικά, να θυμηθούμε πως η λογοτεχνία μπορεί μέσα από το δικό της δωμάτιο, την δική της αποθήκη, το μπαλκόνι της, το πλαστικό κλαδάκι της ακόμη να μας αγγίξει.
*Η ΝΑΤΑΣΣΑ ΡΕΜΟΥΝΔΟΥ-ΧΑΟΥΛΙ είναι δρ Αγγλικής Φιλολογίας, λέκτορας του Πανεπιστημίου Δουβλίνου UCD και μεταφράστρια.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
H Κατερίνα Ι. Παπαντωνίου γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται ως δικηγόρος. Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δημοσιεύει διηγήματα σε εφημερίδες και περιοδικά από το 2010. Έχει εκδώσει τις νουβέλες Σκοτεινό ασανσέρ (Τόπος, 2016) και Δεν θα είσαι εκεί (Τόπος, 2019) και έχει συμμετάσχει στους συλλογικούς τόμους H φωνή της (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2023), Φόνος (πολωνική ανθολογία ελληνικών αστυνομικών διηγημάτων, 2022), Ξένο σώμα (2021), Η Αθήνα αύριο (2018), Όλα είναι χάος (2014), Ιστορίες Μπονζάι (2011).

Είναι ιδρυτικό μέλος του Δικτύου γυναικών συγγραφέων κατά της έμφυλης βίας και των γυναικοκτονιών «Η φωνή της».
























