
Για τη συλλογή διηγημάτων της Έλενας Μαρούτσου «Ντόμινο – Η τέχνη των αλυσιδωτών πτώσεων» (εκδ. Κίχλη). Κεντρική εικόνα: Σχέδιο της Χριστίνας Κάμπαρη, κάρβουνο σε χαρτί, 42 x 30 cm, 2018.
Γράφει ο Γιάννης Καρκανέβατος
Βλέποντας το εξώφυλλο, ακουαρέλα της Χριστίνας Κάλμπαρη, ενώ αρχικά δημιουργείται η ευχάριστη αίσθηση ενός νεαρού κοριτσιού να παίζει, στη συνέχεια διαπιστώνουμε ότι αποτελεί την απεγνωσμένη προσπάθεια να κρατηθεί στον αέρα, πριν καταλήξει σ’ έναν σωρό πανομοιότυπων κοριτσιών. Ντόμινο. Η τέχνη των αλυσιδωτών πτώσεων. Στεκόμαστε στη λέξη «τέχνη»… Υπάρχει άραγε κάποια τέχνη στην πτώση; Να υπονοεί η συγγραφέας το μπεκετικό: «Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα»; Είναι αυτό το «Fail better» που κρύβεται εδώ;
Προχωράμε στα περιεχόμενα: τα τρία πρώτα είναι ονόματα (Μίλτος, Κριστιάνε, Βασιλική), παρεμβάλλεται ένα τέταρτο, «Το στρώμα» και συνεχίζει με άλλα τρία (Άλκης, Τζουλιάνο, Φοίβη). Ανακούφιση. Η έκπληξη και το χιούμορ θα βρίσκεται και σ’ αυτό, το ένατό της βιβλίο. Ακολουθεί η αφιέρωση «στη μνήμη της μητέρας μου», αναπόφευκτη η σκέψη για το συγκινησιακό βάρος που φέρει, και στη συνέχεια το μότο: «Δεν είναι η Πτώση Πράξη μιας στιγμής» της Έμιλυ Ντίκινσον, θέλοντας να μετατοπίσει το βάρος από την πράξη στις συνθήκες που προηγήθηκαν ή στις μελλοντικές πτώσεις που θα ακολουθήσουν. Στο μυαλό έρχεται σαν δεύτερο μότο ένα χαϊκού τού Kobayashi Issa, γραμμένο δυο αιώνες πριν: «Ζούμε σκαρφαλωμένοι / στη σκεπή της κόλασης / για να δούμε τα λουλούδια» και νομίζουμε πως για αυτά τα λουλούδια αξίζει κανείς να διαβάσει το συγκεκριμένο βιβλίο.
Διηγήματα με χαλαρή σύνδεση
Πρόκειται για επτά διηγήματα με χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους: ένας δευτεραγωνιστής σε μια ιστορία γίνεται πρωταγωνιστής σε κάποια άλλη, ή ένα ξεχασμένο αντικείμενο δίνει ζωή σε μια επόμενη αφήγηση. Η συγγραφέας με μια έμφυτη επιθυμία για τις αντιστροφές και παράλληλα με μια στρεβλή όσο και γοητευτική ματιά, ξεκινάει από τον θάνατο για να καταλήξει στη ζωή. «Η τρέλα, όμως, είναι πουλί. Δεν αφήνει ίχνη. Πετάγεται όπως μετά από τουφεκιά και πηδάει από καλωδιωμένο κλαδί σε καλωδιωμένο κλαδί βγάζοντας κραυγές» γράφει, και αυτήν την τρέλα που είναι πείσμα, είναι αρρώστια, είναι πάθος, είναι υγεία, είναι εν τέλει ζωή, προσπαθεί η Μαρούτσου να ιχνηλατήσει στις ιστορίες της.
Ενώ ο πρωταγωνιστής της πρώτης ιστορίας, ο Μίλτος, παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά της μαθημένης αβοηθησίας (Learned Helplessness) όπως είχαν διατυπωθεί από τον Martin Seligman τη δεκαετία του ’60, δηλαδή:
- Εσωτερικότητα («Φταίω εγώ» και όχι οι εξωτερικοί παράγοντες)
- Σταθερότητα («Θα αποτυχαίνω πάντα» και δεν πρόκειται για μια προσωρινή κατάσταση)
- Καθολικότητα («Αποτυγχάνω σε όλα» αντί σε κάτι συγκεκριμένο)
Στην πορεία των διηγημάτων θα δούμε ότι ο άνθρωπος σε μια δίνη πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθήκων, σίγουρα φέρει μέρος αλλά όχι ακέραια την ευθύνη. Και μπορεί με τις πράξεις του, αν όχι να αλλάξει την μοίρα του, τουλάχιστον να το προσπαθήσει και να κατακτήσει μια καλύτερη συνθήκη.
Ο σαρκασμός είναι διάχυτος σαν η ζωή να είναι ανυπόφορη χωρίς την υιοθέτηση μιας παιγνιώδους ματιάς. Ο καθένας ταλανίζεται από τους δικούς του πόνους, και είναι «πόνοι που δεν μπορεί να μας τους πάρει κανείς», όπως εύστοχα παρατηρεί η συγγραφέας.
Ο σαρκασμός είναι διάχυτος σαν η ζωή να είναι ανυπόφορη χωρίς την υιοθέτηση μιας παιγνιώδους ματιάς. Ο καθένας ταλανίζεται από τους δικούς του πόνους, και είναι «πόνοι που δεν μπορεί να μας τους πάρει κανείς», όπως εύστοχα παρατηρεί η συγγραφέας.
Το πρώτο διήγημα ξεκινάει σ’ ένα βαγόνι ηλεκτρικού. Ενώ υπάρχουν αρκετές κενές θέσεις, ο πρωταγωνιστής προσπαθεί να ισορροπήσει στο κέντρο σαν τον σέρφερ που παλεύει να δαμάσει τα κύματα. Η ισχύς της φαντασίας πάνω στην πραγματικότητα. Αλλά και μια έμμεση νύξη για το σερφάρισμα της Μαρούτσου ανάμεσα σε διαφορετικές ιστορίες και πρόσωπα, με μικρές ή μεγάλες ανατροπές και αποκαλύψεις, μέχρι να μας οδηγήσει στο φως, την τελευταία λέξη του κειμένου. Στην πορεία εξερευνά τις διασυνδέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, οι πράξεις και οι επιλογές τού ενός επηρεάζουν τον άλλον, δημιουργώντας ένα ντόμινο γεγονότων.
Προς την υπέρβαση
Το βιβλίο διαπραγματεύεται διάφορα θέματα: της ταυτότητας, του αλκοολισμού, της υιοθεσίας, της απιστίας, του έρωτα στην τρίτη ηλικία, του πρώτου έρωτα, της αγάπης, της ελευθερίας, της δέσμευσης, της πολιτικής ορθότητας, του ρατσισμού, της οικολογίας... Χωρίς να δίνει απαντήσεις, θέτει τους προβληματισμούς της σχετικά με τον τρόπο που μας καθορίζει το παρελθόν ή οι γεννήτορές μας, και το τι απαιτείται για να κάνουμε την υπέρβαση. Για το… «πώς φτάσαμε έως εδώ» (απορία σε ατομικό αλλά και συλλογικό επίπεδο). Για την επιθυμία στις δύσκολες στιγμές να πιαστούμε από το παρελθόν, σαν να υπάρχει τρόπος να ξανα-αφηγηθούμε (και κατά συνέπεια να ξαναζήσουμε) την ιστορία μας, αλλά επιλέγοντας διαφορετική εξέλιξη και σίγουρα άλλο τέλος. Μοιάζει σαν κάποιος να μας έχει προσφέρει αυτήν την «Πρόγευση Παραδείσου» (φράση από το κείμενο) αλλά να μας αρνείται το κυρίως γεύμα. Ταυτόχρονα όμως μιλάει και για την γοητεία της ενσυναίσθησης, της αμοιβαίας υποχώρησης, της κατανόησης της θέσης του άλλου.
Έχει ειπωθεί ότι το κείμενο είναι μια γέφυρα στο μέσον της οποίας, ο συγγραφέας συναντά τον αναγνώστη, υπονοώντας την προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί εκατέρωθεν για την αναγνωστική απόλαυση. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου δεν συμβαίνει μόνο αυτό, αλλά η Μαρούτσου με έξυπνο τρόπο (όχι μέσω της παραπλάνησης, το οποίο θα ήταν συγγραφικό ατόπημα) οδηγεί τον αναγνώστη σε λάθος ερμηνείες και μονοπάτια, με ευθύνη όχι του κειμένου αλλά των στερεότυπων και των προκάτ δικών του σκέψεων, αυτής της επίκτητης ανάγκης όλων μας για μια συνεκτική αφήγηση της πραγματικότητας.
Στοιχειωμένοι χώροι και παρατημένα ξενοδοχεία
Όμως η πραγματικότητα μπορεί να γίνεται και ονειρική, όχι με υπερφυσικά στοιχεία αλλά με τα απολύτως καθημερινά ή με αναπάντεχα γεγονότα. Μια προτροπή να ανοίξουμε τα μάτια μας και να δούμε πίσω από τις εικόνες. Να μάθουμε τον τρόπο με τον οποίο μέσα στην απόγνωση μπορεί να κρύβεται τρυφερότητα. Οι στοιχειωμένοι χώροι και τα παρατημένα ξενοδοχεία (της Πάρνηθας ή το Σάρλιτζα Παλάς στην Μυτιλήνη) έχουν τις δικές τους ιστορίες να αφηγηθούν. Χώροι άδειοι, άνθρωποι εγκαταλελειμμένοι. Ο κάθε τόπος φέρει τη μνήμη των όσων έχουν διαδραματιστεί εκεί μέσα.
Λογοτεχνία είναι η γλώσσα, και εδώ πρόκειται για μια γλώσσα απλή, χωρίς πολλά επίθετα, λυρισμούς ή εξάρσεις αλλά απολύτως αποτελεσματική αφού εκμεταλλεύεται κάθε διπλή ερμηνεία και τα υπόρρητα νοήματά της. Προσέξτε την ακόλουθη παράγραφο (αναφερόμενη στην Πάρνηθα):
«Τότε τα δέντρα δεν ήταν ακόμα καμένα, όμως φαίνεται η πυρκαγιά καραδοκούσε στα φύλλα της μοίρας που τα κατέβαζε ένα ένα σαν έμπειρος και αδιάφορος κρουπιέρης… κι εσύ καίγεσαι γιατί πάντα νικάει το καζίνο, το ’ξερες αυτό, να μην κατέβαζες άλλο, μπορούσες να πεις πάσο, όμως περίμενες το φύλλο το καλό, άδειασε τώρα τις τσέπες σου, χάσε κι άλλο… κοίτα τον καημένο τον Βασίλη πώς έχει χάσει το χρώμα του, είναι πελιδνός, τρέμει σαν το φύλλο κι αυτός…».
Η έμπειρη συγγραφέας μεταμορφώνει μπροστά μας τα φύλλα των δέντρων σε φύλλα της μοίρας, στη συνέχεια σε φύλλα της τράπουλας για να ξαναγίνουν φύλλα των δέντρων, μεταφορικά αυτή τη φορά. Το κάψιμο των δέντρων και το κάψιμο του ανθρώπου. Η λέξη «χάσε» στο καζίνο γίνεται «χάσε» το χρώμα σου. Και η αίσθηση ότι μιλάει για κάτι μεγαλύτερο, βαθύτερο και ουσιαστικότερο από αυτό που λέει.
Ή όταν με τη σοβαρότητα ενός παιδιού,\ παίζει με τις λέξεις. Τις στριβεί, τις διπλώνει, εξαντλεί τις δυνατότητές τους. Το γκράφιτι στον τοίχο ενός ερειπωμένου ξενοδοχείου με κεφαλαία γράμματα δηλώνει «ΜΑΛΑΚΙΑ ΓΗ» και ο πρωταγωνιστής αναρωτιέται «Μαλακιά γη ή μάλλον, Μαλακία Γη», τονίζοντας το αδιέξοδό του και την ανυπαρξία νοήματος. Ή σε άλλο σημείο: «Άπραγοι στην Πράγα»… Το ίδιο όμως συμβαίνει και με τα ονόματα: Ο Στράτος που ως συγγραφέας το άλλαξε σε Στρατής (Μυριβήλης; – όχι Τσίρκας). Ο Αλκιβιάδης που έγινε Άλκης. Η Αρμέλα από την Αλβανία που όταν ήρθε στην Ελλάδα το έκανε Μελίνα αλλά ο άντρας της θέλει να τη βλέπει ως Μελένια (τουλάχιστον κατά την πρώτη φάση της σχέσης τους). Ο Τζουλιάνο, που οι φίλοι του τον φωνάζουν Τζουλς αλλά η κοπέλα του Ιούλιο. Όλα σημαίνουν κάτι και δείχνουν περισσότερα από μια καθαρά ηχητική επιλογή.
Στα διηγήματα παρεισφρέουν γεγονότα από την επικαιρότητα των τελευταίων χρόνων: η φωτιά στη Δαδιά και η πολιτική ευθύνη, το εξοργιστικό σπρώξιμο και ο θάνατος του άνδρα στην μπουκαπόρτα του πλοίου, η πλημμύρα στον Βόλο και στον Θεσσαλικό κάμπο, η εισβολή της Χαμάς στο Ισραήλ και ο βομβαρδισμός της Γάζας, η ανταλλαγή των ομήρων, η τεχνητή νοημοσύνη και το ChatGBT. Όχι όμως ως ξένα σώματα, αλλά πάντα σε σύνδεση με την πλοκή και τους χαρακτήρες.
Στα διηγήματα παρεισφρέουν γεγονότα από την επικαιρότητα των τελευταίων χρόνων: η φωτιά στη Δαδιά και η πολιτική ευθύνη, το εξοργιστικό σπρώξιμο και ο θάνατος του άνδρα στην μπουκαπόρτα του πλοίου, η πλημμύρα στον Βόλο και στον Θεσσαλικό κάμπο, η εισβολή της Χαμάς στο Ισραήλ και ο βομβαρδισμός της Γάζας...
Το διήγημα που λόγω εστίασης μοιάζει να ξεχωρίζει, είναι «Το στρώμα» όπου έχουμε την υποκειμενική αφήγηση ενός στρώματος, αντικείμενο παρατηρητικό, οξυδερκές, με ενσυναίσθηση και ευαισθησίες. Αφορμή για σχόλιο σχετικά με τις κοινωνικές τάξεις των πελατών του ξενοδοχείου και τις προτιμήσεις τους, για τις καμαριέρες, για την Ιστορία από τον Βενιζέλο και την Μικρασιατική καταστροφή μέχρι την Κατοχή και τους πρόσφατα θαλασσοδαρμένους μετανάστες. Για τον πελάτη που εμφανίζεται μόνος και κλείνει σταθερά το ίδιο δωμάτιο – δεν θα αποκαλύψω τον λόγο. Αλλά τελικά, και για την ίδια τη γραφή.
Πυκνότητα γραφής
Κάποιες φορές η γραφή της Μαρούτσου αποκτά τέτοια πυκνότητα που οι προτάσεις της μοιάζουν με αυτοτελή μικροδιηγήματα (όπως το στοίχημα του ολοκληρωμένου διηγήματος με αρχή-μέση-τέλος σε έξι λέξεις, που κέρδισε ο Έρνεστ Χέμινγουει με το: «Προς πώληση: βρεφικά παπούτσια, ποτέ φορεμένα»). Δυο παραδείγματα από το βιβλίο: «Τη ζώνη με την οποία τον έδερνε, μια λεπτή, μαύρη, δερμάτινη, με μεταλλική αγκράφα που τρυπούσε και μάτωνε το δέρμα, την είχε πετάξει για λουλούδια στο φέρετρο όταν το κατέβαζαν στο χώμα». (εστιάστε στο δερμάτινη-δέρμα) Ή «Δεν είμαι καν ελεύθερη, να μην την αγαπώ», φράση που αντηχεί στα αυτιά ώρα μετά την ανάγνωσή της.
Να σημειώσουμε βέβαια ότι και εδώ ο ερωτισμός είναι διάχυτος, καθόλου σεμνότυφος ή χυδαίος, και απόλυτα λογοτεχνικός. Μια υπέροχα αισθησιακή σκηνή, η φαντασίωση στα ιαματικά λουτρά της Θερμής, και μια αντίστοιχα απολαυστική, ο αφυπνισμένος ερωτισμός του Τζουλιάνο, του νεαρότερου των πρωταγωνιστών, δοσμένος με απαράμιλλο χιούμορ, αφού παρακολουθεί πορνό πριν από την παρθενική του συνεύρεση, όχι για την ηδονή αλλά για «εκπαιδευτικό χαρακτήρα». Ή όπως γράφει η συγγραφέας: «Η αλήθεια είναι ότι έβλεπε τσόντες όπως κάποιος ξεφυλλίζει βιαστικά την ύλη μιας ολόκληρης σχολικής χρονιάς για το τελικό διαγώνισμα».
Επίσης, όταν ο σαρκασμός μετατρέπεται σε αυτοσαρκασμό: σε μια ιστορία ο πρωταγωνιστής διαβάζει ένα διήγημα όπου εμφανίζεται να το έχει γράψει μια συγγραφέας με το όνομα Έλενα Μαρούτσου, ενώ σχολιάζει πως δεν θα μπορούσε να το έχει γράψει ο ίδιος, αφού του λείπει εντελώς η φαντασία…
Συνοψίζοντας: είναι ένα βιβλίο ευφάνταστο, απολαυστικό, μιλάει με πειστικούς χαρακτήρες και πρωτότυπη πλοκή για την ανθρώπινη κατάσταση. Χωρίς να σηκώνει καθόλου το δάχτυλο ή να γίνεται διδακτική, η Έλενα Μαρούτσου μας θυμίζει τη σημασία στις δύσκολες στιγμές, τού να παραμένουμε άνθρωποι.
➙ Το παραπάνω κείμενο αποτέλεσε την παρουσίαση του βιβλίου την Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2025 στο βιβλιοπωλείο Ευριπίδης (Ανδρέα Παπανδρέου 11, Χαλάνδρι).
*Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΚΑΝΕΒΑΤΟΣ είναι συγγραφέας. Το πρώτο του μυθιστόρημα «Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εστία.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και τις Εικαστικές Τέχνες στο Ρέντινγκ της Αγγλίας.

Το Ντόμινο. Η τέχνη των αλυσιδωτών πτώσεων είναι το ένατο βιβλίο της. Έχουν προηγηθεί: Του ύψους και του βάθους (Αλεξάνδρεια 1998)· Οι προδοσίες των ονομάτων (Αλεξάνδρεια 2004)· Μεταξύ συρμού και αποβάθρας (Καστανιώτης 2008, Βραβείο Μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του περιοδικού (δέ)κατα 2009)· ΤΟ ΝØΗΜΑ (Κέδρος 2010)· Οι χυδαίες ορχιδέες (Κίχλη 2015)· Δύο (Κίχλη 2018)· Θηριόμορφοι (Πόλις 2020, συμπεριελήφθη στη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία γυναικών συγγραφέων από την επιτροπή του ελληνικού PEN)· Το εξιλαστήριο θαύμα. Μια ιστορία σε πενήντα μία βαλίτσες (Κίχλη 2022, Βραβείο Πεζογραφίας του περιοδικού Κλεψύδρα 2023).
























