
Για το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Πρίμο Λέβι (Primo Levi) «Η ανακωχή» (μτφρ. Άννα Παπασταύρου, εκδ. Πατάκη).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Μέσα στην αχανή τρύπα της ανθρώπινης κόλασης που οι ναζί ολετήρες οραματίστηκαν και δημιούργησαν με κυνική λογική και ευπείθεια, όπως θα ταίριαζε μόνο σε γραφειοκράτες του θανάτου, ο Πρίμο Λέβι προσπαθεί να δει προς τη μεριά του φωτός και να διατηρήσει ένα ψήγμα ελπίδας, κόντρα σε όλα τα εις βάρος του δεδομένα. Το Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, ένα μνημειώδες βιβλίο για την ανθρώπινη αντοχή κόντρα στον εξανδραποδισμό, αποτέλεσε το σημείο αιχμής όχι μόνο για την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, αλλά και την ίδια την ιστορική μνήμη.
Η επόμενη ημέρα
Η συνέχεια αυτής της βασανιστικής πορείας από τη θέση του «Häftling», του κρατούμενου, όπως την καταγράφει ο Λέβι με τη γερμανική λέξη που άκουγε καθημερινά στο Άουσβιτς, είναι το βιβλίο Η ανακωχή. Όπως δηλώνει και ο τίτλος, είναι η επόμενη ημέρα της απελευθέρωσης από τον ζυγό, το ξύπνημα των ανθρώπινων αισθήσεων που ως εκείνη τη στιγμή είχαν καταπνιγεί από την αποφορά των πτωμάτων και από την καταβύθιση στην στρατοπεδική τρέλα. Ο επιζήσας 174517 (ο αριθμός που έφερε στο σώμα του ο Λέβι) εξέρχεται από τη στενωπό του στρατοπέδου, μυρίζει τον καθάριο αέρα της ελευθερίας, δεν φοβάται ότι η επόμενη στιγμή μπορεί να είναι η τελευταία του. Λησμονεί όμως; Συναισθάνεται αμέσως τη δυνατότητα επιστροφής στις τάξεις των ζωντανών που συνεχίζουν μακάρια τη ζωή τους;
Αφού κατάφερε να διατηρήσει αναμμένη τη φλόγα της ανθρωπιάς ως κρατούμενος, δεν γινόταν να την αφήσει να σβήσει τώρα που είναι ελεύθερος. Μέσα του όμως κουβαλάει και τη φρίκη, την έχει ενδυθεί ως δεύτερο δέρμα. Η πείνα, σε συνδυασμό με την κόπωση, λειτουργούν επιβαρυντικά, ενώ η ψυχική αδυναμία, απότοκη των ηθικών συμβιβασμών που κλήθηκε να κάνει για να επιβιώσει, δημιουργούν μέσα του ένα αδιάσπαστο πλέγμα που δεν του επιτρέπει να χαρεί την επόμενη φάση της ζωής του.
Ανάβαση στο φως
Στην Ανακωχή ο Λέβι μας αφηγείται πώς ξαναχτίζει την ανθρώπινη υπόστασή του μετά την κατεδάφισή της στο Άουσβιτς. Είναι μια μακρά ανάβαση στο φως. Ως εκ τούτου, δεν λείπουν οι όμορφες στιγμές – έως και οι αστείες. Το βιβλίο αφηγείται τις τελευταίες μέρες του Λέβι στο στρατόπεδο στη νότια Πολωνία πριν από την τελική επιστροφή του στο Τορίνο, μέσω πολυάριθμων και εκτεταμένων παρακάμψεων και περιπλανήσεων στη Σοβιετική Ρωσία, τη Ρουμανία, την Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία και την Αυστρία.
Είναι ένα μακρύ ταξίδι από το οποίο δεν λείπουν οι χαλαρές στιγμές, οι αμιγώς συγκινητικές, οι πνευματώδεις, αλλά και οι σκοτεινές. Πάνω από όλα, αυτό το ταξίδι είναι ένας ακόμη ύμνος στην ανθρώπινη αντοχή. Υπάρχουν στιγμές αμήχανης χαράς για τον διαβάτη που σώθηκε από την κόλαση. Σαν εκείνη που ένας τηλεγραφητής στη σιδηροδρομική γραμμή θα βρει τον Λέβι να κοιμάται στην καλύβα του και θα του αφήσει μια τεράστια φέτα ψωμιού μαζί με λίγο τυρί. Η αντίδραση του Λέβι όταν θα ξυπνήσει θα είναι τρόμος (ένα παβλοφικό σύνδρομο που απέκτησε στο στρατόπεδο), αλλά και ευγνωμοσύνη για τον άγνωστο άνθρωπο που δεν πρόλαβε να του πει ένα ευχαριστώ.
Η νίκη του ανθρώπου
Κάθε τέτοια πράξη, μικρή αλλά τόσο ευγενική, είναι μια νίκη του ανθρώπου ενάντια στη βαρβαρότητα που έζησε. Ο Λέβι, μέρα με τη μέρα, εντάσσεται ξανά στην κοινωνία. Συναντάει διαφορετικούς ανθρώπους, τους οποίους περιγράφει στο βιβλίο του με ενάργεια, αλλά κάποιες φορές και με αστείες νύξεις. Σε αντίθεση με το σκοτεινό Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, η Ανακωχή διαθέτει περισσότερες φωτεινές περιοχές. Λογικό και επόμενο, καθώς έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο που μιλάει για τη μεγάλη έξοδο. Ο Λέβι ανακτά μια παλιά περιέργεια για τα αθέατα πράγματα της ζωής και της καθημερινότητας. Μια ολότελα αποξεχασμένη αίσθηση, καθώς στο στρατόπεδο είχε συνηθίσει να συμβιώνει μόνο με την τραγικότητα και την αποκτήνωση.
Φυσικά, αυτή η πορεία προς το φως δεν είναι εύκολη.
Φτάνεις στο σημείο να αποδέχεσαι με χαρά το εν μέρει πικαρέσκο στιλ που αποκτάει η γραφή του όταν περιγράφει μια πλούσια πανίδα χαρακτήρων που συναντάει στο δρόμο του. Φυσικά, αυτή η πορεία προς το φως δεν είναι εύκολη. Υπάρχουν στιγμές που ο παλαιός ζόφος, ή, μάλλον τα επίχειρά του, επιστρέφουν.
Ο παλιός κόσμος
Είναι στιγμές που συναντάει ακινητοποιημένα σιδηροδρομικά βαγόνια, ανθρώπους να λεηλατούν ετοιμόρροπα στρατόπεδα προσφύγων, πολυάριθμες αβεβαιότητες και κινδύνους που ορθώνονται μπροστά του θέλοντας να του ανακόψουν το δρόμο. Μπορεί ο παλιός κόσμος, αυτός που τράφηκε με ανθρώπινο αίμα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, να πνέει τα λοίσθια, εντούτοις ακόμη και στο ψυχορράγημά του δεν ξεχνάει να θυμίζει στους ανθρώπους την ύπαρξή του. Μια σφραγίδα που θα την κουβαλούν πάνω τους και μέσα τους για πάντα.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι αυτή τη φορά, το τρένο τον παίρνει μακριά και τον απομακρύνει από τον κίνδυνο.
Η σκιά του Άουσβιτς ακολουθεί κατά πόδας τον Λέβι. Δεν γίνεται να λησμονήσει πως είναι ανάμεσα στους τρεις τυχερούς που κατάφεραν να γυρίσουν ζωντανοί από το κολαστήριο, ενώ όταν όδευε προς τα εκεί ήταν ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλους.
Ο συγγραφέας καταγράφει μια αδυσώπητη πραγματικότητα στο διάβα του: μεθυσμένους στρατιώτες, συρματοπλέγματα γεμάτα τρύπες και παντού τη γραφειοκρατική λογική που έχει υποκαταστήσει στην άτεγκτη λογική των SS και των κάπο των στρατοπέδων. Πλέον, για να ξαναγίνεις άνθρωπος, οφείλεις να χωρέσεις το όνομά σου σε κατάστιχα. Να, όμως, πάλι μια νίκη: από αριθμός, ο Λέβι γίνεται ξανά άνθρωπος με όνομα και επώνυμο. προσωπικότητα. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι αυτή τη φορά, το τρένο τον παίρνει μακριά και τον απομακρύνει από τον κίνδυνο. Ο Λέβι δεν είναι πλέον ένας άστεγος. Έχει ρούχα, παπούτσια, ένα όνομα. Πάνω από όλα: μια λιγοστή ελπίδα για το μέλλον που με τον καιρό είναι ικανή να θεριέψει.
Το διαρκές σκοτάδι
Ακόμη κι έτσι, το βαθύ σκοτάδι κρέμεται πάνω από το βιβλίο. Στις τελευταίες σελίδες αφηγείται έναν τρομακτικό επαναλαμβανόμενο εφιάλτη, στον οποίο η νέα, γεμάτη φως ζωή του είναι ένα όνειρο που βλέπει στο στρατόπεδο. Η τελευταία λέξη στο βιβλίο είναι ανατριχιαστική. Είναι η εντολή που άκουγε κάθε πρωί στο στρατόπεδο και η οποία απαιτούσε να σηκωθεί αυτομάτως: «Wstawàch».
Ναι, το μέλλον ορθώνεται μπροστά του. Είναι φανερό πως ένας νέος κόσμος ανατέλλει, εντούτοις θα χρειαστούν πολλά χρόνια για την ανθρωπότητα, πολύ περισσότερο για τους πρώην κρατούμενος, να αφήσουν πίσω το Άουσβιτς. Αν το άφησαν ποτέ. Πολύ καλή η μετάφραση της Άννας Παπασταύρου.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Πρίμο Λέβι, ιταλοεβραικής καταγωγής, γεννήθηκε το 1919 και σπούδασε χημικός. Συνελήφθη το 1943 ως μέλος της αντιφασιστικής αντίστασης κατά τη διάρκεια του πολέμου και στάλθηκε στο Άουσβιτς. Η εμπειρία του αυτή καταγράφεται στο αυτοβιογραφικό του κείμενο Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, που θεωρείται παγκοσμίως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα για το Ολοκαύτωμα – γραμμένο με την ψυχραιμία και την αναλυτικότητα ενός χημικού που παρατηρεί και καταγράφει τις συμπεριφορές των ανθρώπων σε συνθήκες απόλυτης ταπείνωσης και εκμηδένισης.

Μετά τον πόλεμο και την επιστροφή του στο Άουσβιτς εργάστηκε μέχρι τη σύνταξή του ως χημικός σε εργοστάσιο χρωμάτων κοντά στο Τορίνο. Έγραψε επίσης σπουδαία μυθιστορήματα και δοκίμια όπως Η ανακωχή, Αν όχι τώρα, πότε;, Λίλιθ, Το περιοδικό σύστημα, Φυσικές ιστορίες, Το κλειδί σε σχήμα αστεριού, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν, Το επάγγελμα των άλλων, πολλά από τα οποία έχουν εκδοθεί και στην Ελλάδα. Η αγωνιώδης προσπάθεια να κατανοήσει τη «λογική» πίσω από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης τερματίστηκε με τον τραγικό του θάνατο στο Τορίνο το 1987.
























