alt

Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου με το οποίο δούλεψαν πρόσφατα και μοιράζονται μαζί μας τα μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενος, ο μεταφραστής Βασίλης Τσαλής για τις μεταφράσεις του Thomas Bernhard «Πρόζα» και «Πλατεία Ηρώων», που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κριτική.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Οφείλω την πρώτη μου γνωριμία –μάλλον μια τυπική χειραψία ήταν τότε και τίποτε περισσότερο– με το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ σε μια άγουρη επιθυμία, εκεί γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, να κατανοήσω σε βάθος έναν ξένο λαό, τον πολιτισμό του και τη γλώσσα του, αλλά και σε μια σύμπτωση. Ο ξένος πολιτισμός ήταν ο γερμανικός και η σύμπτωση ήταν ένα συνοικιακό βιβλιοπωλείο στο Friedenau, σε μια όμορφη μεσοαστική περιοχή, κοντά στο κέντρο του πάλαι ποτέ Δυτικού Βερολίνου, με προσεγμένη αρχιτεκτονική και πολύ πράσινο, όπου νοίκιαζα τότε ένα μικρό διαμέρισμα. Ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου, ένας πολύ συμπαθής και υπομονετικός άνθρωπος, στον οποίο χρωστούσα τις περισσότερες από τις ελάχιστες γνώσεις που είχα αποκτήσει ως τότε για τη λογοτεχνία της χώρας η οποία με είχε φιλοξενήσει για έξι ολόκληρα χρόνια, λίγες μέρες πριν εγκαταλείψω οριστικά την Γερμανία μου έδωσε ένα μικρό τομίδιο με διηγήματα και μου είπε «αν ποτέ το διαβάσεις, πες μου τη γνώμη σου». Το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο ήταν η Prosa (Πρόζα, μετ. επίμετρο Βασίλης Τσαλής, εκδόσεις Κριτική, 2015), μια συλλογή επτά διηγημάτων, ένα από τα πρώιμα έργα του Τόμας Μπέρνχαρντ. Δεν του είπα ποτέ τη γνώμη μου και δυστυχώς δεν τον ξαναείδα ποτέ, έκτοτε. Το βιβλίο με απασχολούσε περιστασιακά και αποσπασματικά: διάβαζα μια πρόταση, έκανα μια απόπειρα μετάφρασης στο περιθώριο των σελίδων, συναντούσα δυσκολίες, τις οποίες τότε θεωρούσα ανυπέρβλητες και το παρατούσα. Το 1989, στη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας, δανείστηκα από τον Γ.Ι. Μπαμπασάκη, με τον οποίο υπηρετούσαμε στην ίδια μονάδα, και ρούφηξα στην κυριολεξία, την πρώτη μετάφραση έργου του Μπέρνχαρντ στα Ελληνικά. Ήταν το Μπετόν (μετ. Αλέξανδρος Ίσαρης, εκδ. ΑΞΙΟΣ/ΒΑΣΤΕΡ, 1987). Τα επόμενα χρόνια ο τρόπος της ζωής μου άλλαξε θεμελιωδώς. Διάβαζα άναρχα, και μόνο όταν μου έμενε λίγος ελεύθερος χρόνος, ανάμεσα στις επαγγελματικές μου υποχρεώσεις. Όμως οι μεταφράσεις των έργων του Μπέρνχαρντ στα Ελληνικά αυξάνονταν και μαζί με αυτές ο σεβασμός μου προς το πρόσωπο του συγγραφέα, αλλά και η συνειδητοποίηση της τεράστιας αξίας του έργου του και της πρωτότυπης συμβολής του στην εξέλιξη του σύγχρονου μυθιστορήματος.

Το καλοκαίρι του 2010, μετέφρασα ολόκληρο, το πρώτο από τα διηγήματα της συλλογής Πρόζα, το «Δύο παιδαγωγοί», και θεώρησα ότι το αποτέλεσμα ήταν ικανοποιητικό, είχα δηλαδή αποφασίσει να έρθω αντιμέτωπος με τους φόβους μου και τα είχα καταφέρει.

Στις αρχές του 2000 άνοιξε για μένα ένας νέος κύκλος συστηματικής ενασχόλησης με την Ιστορία και την Λογοτεχνία, ο οποίος οδήγησε στην απόκτηση ενός μεταπτυχιακού διπλώματος από το Διατμηματικό Πρόγραμμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στις σπουδές της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Πολιτισμού. Μέχρι το 2010, περίπου, η ενασχόλησή μου με την μετάφραση ήταν καθαρά ερασιτεχνική. Είχα μεταφράσει λίγα κείμενα του Κάφκα, λιγοστά ποιήματα του Τρακλ, μια επιλογή ποιημάτων από το ογκώδες έργο του Έντσενσμπέργκερ και κάποια κείμενα θεωρίας της λογοτεχνίας, κυρίως για προσωπική μου ευχαρίστηση, αλλά και για να ικανοποιήσω τρέχουσες ανάγκες, όταν έκρινα δηλαδή ότι οι ήδη υπάρχουσες μεταφράσεις δεν ήταν επαρκείς. Όμως, το πιο σημαντικό ήταν ότι εκείνη τη χρονιά, το καλοκαίρι του 2010, μετέφρασα ολόκληρο, το πρώτο από τα διηγήματα της συλλογής Πρόζα, το «Δύο παιδαγωγοί», και θεώρησα ότι το αποτέλεσμα ήταν ικανοποιητικό, είχα δηλαδή αποφασίσει να έρθω αντιμέτωπος με τους φόβους μου και τα είχα καταφέρει. Τέλος, το 2011 συνέβη το δυστυχές/ευτυχές γεγονός: το γραφείο στο οποίο εργαζόμουν επί είκοσι τρία συναπτά έτη αναγκάστηκε να αναστείλει τη δραστηριότητά του και βρέθηκα κι εγώ να τσαλαβουτάω, πανικόβλητος στην αρχή, στον «Άγιο αριθμό των ανέργων», όπως λέει ο Ν. Καρούζος. Η ενασχόλησή μου με τη μετάφραση αρχίζει, τότε ακριβώς, να αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα σε σχέση με άλλα πνευματικά και επαγγελματικά ενδιαφέροντα. Όπως αναφέραμε παραπάνω, η Πρόζα μετράει ήδη ένα χρόνο περίπου κυκλοφορίας και απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω έτυχε ευμενούς υποδοχής.

Ο Μπέρνχαρντ ως δραματουργός δεν θα λέγαμε ότι είναι άγνωστος στην Ελλάδα. Τα έργα του: Ρίττερ Ντένε Φος, Ο αναμορφωτής του κόσμου, Πριν την αποχώρηση, μια ελεύθερη διασκευή του Καντ και προσφάτως Ο αδαής και ο παράφρων, καθώς και ο Θεατροποιός, έχουν ανέβει στις εγχώριες θεατρικές σκηνές, άλλοτε με περισσότερη και άλλοτε με λιγότερη επιτυχία. Η Πλατεία Ηρώων (Heldenplatz), το κύκνειο άσμα του συγγραφέα, και το πιο ολοκληρωμένο έργο του, γράφτηκε κατόπιν παραγγελιάς από τον Κλάους Πάιμαν, καλλιτεχνικό διευθυντή του Μπούργκτεατερ και προσωπικό φίλο του Τ. Μπέρνχαρντ. Με το έργο αυτό, το οποίο τελικά και ύστερα από πολλές αναβολές ανέβηκε στη σκηνή στις 4 Νοεμβρίου του 1988, θα γιορτάζονταν τα εκατοντάχρονα του ιστορικού θεάτρου. Η μετάφραση του έργου (Πλατεία Ηρώων, μετ. επίμετρο Βασίλης Τσαλής, εκδόσεις Κριτική, 2016) βρίσκεται στις προθήκες των βιβλιοπωλείων εδώ και λίγες μόνο μέρες.

Η Πλατεία Ηρώων, είναι ένα έργο περίπλοκο μέσα στη φαινομενική του απλότητα και, κατά μία έννοια, πανευρωπαϊκό, καθώς πολλά από τα αρνητικά χαρακτηριστικά και τις παθογένειες της δεύτερης αυστριακής δημοκρατίας, τα οποία ο Μπέρνχαρντ στηλιτεύει με τον δικό του ιδιόρρυθμο και εσκεμμένα υπερβολικό τρόπο, τα μοιράζονται, με τον ιδιαίτερα δικό τους, ολέθριο όμως κάθε φορά τρόπο, όλες σχεδόν οι μεταπολεμικές δημοκρατίες της Δυτικής Ευρώπης.

Η δεδομένη εμμονή μου με ορισμένα από τα αμετάφραστα ακόμα έργα του Μπέρνχαρντ, η χρονική συγκυρία της κρίσης και η απονομιμοποίηση των παραδοσιακών κομμάτων του ελληνικού πολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με την άνοδο ακροδεξιών μορφωμάτων, έπαιξε φυσικά τον δικό της ρόλο στην επίσπευση του εγχειρήματος. Το συγκεκριμένο έργο του Μπέρνχαρντ, τριάντα σχεδόν χρόνια μετά την συγγραφή του, όχι μόνο διατηρεί τον επίκαιρο χαρακτήρα του, αλλά η γενικότερη ατμόσφαιρά του παρουσιάζει εκπληκτικές ομοιότητες με κοινούς τόπους της πρόσφατης ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ιστορίας. Η Πλατεία Ηρώων είναι ένα έργο περίπλοκο μέσα στη φαινομενική του απλότητα και, κατά μία έννοια, πανευρωπαϊκό, καθώς πολλά από τα αρνητικά χαρακτηριστικά και τις παθογένειες της δεύτερης αυστριακής δημοκρατίας, τα οποία ο Μπέρνχαρντ στηλιτεύει με τον δικό του ιδιόρρυθμο και εσκεμμένα υπερβολικό τρόπο, τα μοιράζονται, με τον ιδιαίτερα δικό τους, ολέθριο όμως κάθε φορά τρόπο, όλες σχεδόν οι μεταπολεμικές δημοκρατίες της Δυτικής Ευρώπης.

Η δική μου επιλογή κατά τη μετάφραση των κειμένων του Μπέρνχαρντ είναι να αφήνω τον συγγραφέα στην ησυχία του και να μετακινώ τον αναγνώστη προς αυτόν. Με τον τρόπο αυτόν προσπαθώ να αποφύγω την, λανθασμένη κατά την άποψή μου, πρακτική της παράφρασης, η οποία απογυμνώνει, κατά την μεταφορά, το πρωτότυπο κείμενο από γλωσσικά και ανοικειωτικά τεχνάσματα, στον παραδειγματικό όσο και στον συντακτικό άξονα, το αποστερεί από τον ιδιαίτερό του ρυθμό, την μουσικότητα, και γενικότερα από αυτό που ονομάζουμε «ατομικό ύφος».

Το συχνότερο ερώτημα στο οποίο καλείται να δώσει απάντηση ο μεταφραστής ενός έργου είναι αυτό του βαθμού και του είδους/ποιότητας της δυσκολίας που αντιμετώπισε κατά τη διαδικασία της μεταφοράς από την γλώσσα του πρωτοτύπου στην γλώσσα υποδοχής. Κατ’ αρχήν πρέπει να ξεκινήσουμε με τα απολύτως προφανή: δεν μπορεί να γίνει λόγος για τη μετάφραση δίχως εμπλοκή στη μεταφραστική πράξη και επίσης να διευκρινίσουμε ότι είναι αδύνατη η απόλυτη αντιστοιχία ανάμεσα σε δύο γλώσσες. Συνεπώς, εκ των πραγμάτων, ασκώντας την μετάφραση ως πρακτική, έχουμε αποφασίσει ότι η μετάφραση είναι δυνατή και δεν μας απασχολεί η θεωρητική α-πορία μεταφράσιμο/μη μεταφράσιμο, αλλά οι έννοιες της «πιστότητας» και «προδοσίας»[1]. Η μετάφραση ενός λογοτεχνικού, στην προκειμένη περίπτωση, κειμένου αποτελεί για τον μεταφραστή ένα εγχείρημα διαμεσολάβησης ανάμεσα στον συγγραφέα ενός πρωτότυπου έργου και τον αναγνώστη, ο οποίος δεν είναι εξοικειωμένος με το γλωσσικό σύστημα που χρησιμοποιήθηκε στην παραγωγή του πρωτοτύπου, αλλά εμφανίζεται πρόθυμος να δεξιωθεί ένα αντίγραφό του στο οικείο γλωσσικό σύστημα. Όπως αναφέρει ο Σλάιερμαχερ, για το «πάντρεμα» αυτών των δύο προσώπων, «υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι. Είτε ο μεταφραστής θα αφήσει τον συγγραφέα κατά το δυνατόν στην ησυχία του και θα μετακινήσει τον αναγνώστη προς εκείνον είτε θα αφήσει τον αναγνώστη κατά το δυνατόν στην ησυχία του και θα μετακινήσει τον συγγραφέα προς αυτόν»[2]. Η δική μου επιλογή κατά τη μετάφραση των κειμένων του Μπέρνχαρντ είναι να αφήνω τον συγγραφέα στην ησυχία του και να μετακινώ τον αναγνώστη προς αυτόν. Με τον τρόπο αυτόν προσπαθώ να αποφύγω την, λανθασμένη κατά την άποψή μου, πρακτική της παράφρασης, η οποία απογυμνώνει, κατά την μεταφορά, το πρωτότυπο κείμενο από γλωσσικά και ανοικειωτικά τεχνάσματα, στον παραδειγματικό όσο και στον συντακτικό άξονα, το αποστερεί από τον ιδιαίτερό του ρυθμό, τη μουσικότητα, και γενικότερα από αυτό που ονομάζουμε «ατομικό ύφος». Μετατρέπει δηλαδή ένα κείμενο, το οποίο έχει την αξίωση να επιτύχει αισθητικό αποτέλεσμα, σε παράθεση δημοσιογραφικού τύπου, με σκοπό να επιδιώξει, απλώς, τον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό κατανόησης.

Η μετάφραση των κειμένων του Μπέρνχαρντ αποτελεί, ούτως ή άλλως, ένα ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Ο μακροπερίοδος λόγος, η διακλαδούμενη δομή της φράσης, σε βάζει στον πειρασμό, από την στιγμή που θεωρείς ότι έχεις αντιληφθεί το νόημα να υποπέσεις στο αμάρτημα της παράφρασης και να αφεθείς –εν μέρει και από νωθρότητα– σε «δημιουργική αναπαραγωγή του πρωτοτύπου», ας την πούμε έτσι, η οποία όμως ενέχει τον σοβαρό κίνδυνο να αποβεί εις βάρος του ύφους του συγγραφέα, αλλά και εις βάρος λεπτών αποχρώσεων της σκέψης του. Αυτό που προσπαθήσαμε εμείς να κάνουμε, κατά τη μετάφραση των έργων του Μπέρνχαρντ, είναι να αποδώσουμε το νόημα αλλά και το γράμμα, και αυτό όσο το δυνατόν πλησιέστερα προς τη γλώσσα του πρωτοτύπου, με τίμημα, ενίοτε, την δοκιμασία των ορίων αντοχής της ελληνικής γλώσσας. Εδώ θα ήθελα να προσθέσω ότι, όπου υπάρχει η δυνατότητα, δεν διστάζω να χρησιμοποιήσω μεταφράσεις του πρωτότυπου κειμένου σε άλλες γλώσσες. Θεωρώ ότι με αυτόν τον τρόπο, την διαρκή αντιπαραβολή δηλαδή, μειώνεται σημαντικά η πιθανότητα του λάθους, τουλάχιστον στην απόδοση του ορθού νοήματος. Για την μετάφραση της Πλατείας Ηρώων, συγκεκριμένα, χρησιμοποιήθηκε η Αγγλική μετάφραση των Meredith Oakes & Andrea Tierney (Oberon Books, London, 2011).

O μεταφραστής είναι ένας τεχνίτης, ο οποίος καλείται να κάνει χρήση των κανόνων (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) του επαγγέλματός του, για να αναπαράγει μηχανικά ένα αντίγραφο, ή καλείται να «ασκήσει προαίρεσιν», να πάρει αποφάσεις, τις οποίες πριν από αυτόν έχει κληθεί να πάρει ο συγγραφέας του πρωτοτύπου, έτσι ώστε το αντίγραφο να μπορεί να διεκδικήσει με τη σειρά του την αξία του ως αισθητικό γεγονός;

Τέλος, κλείνοντας, αυτήν την σύντομη παρουσίαση, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι από την στιγμή που το ανέφικτο μιας διεθνούς γλώσσας είναι δεδομένο, αλλά εξίσου δεδομένη είναι και η αδυναμία των συμβολικών γλωσσών να πλησιάσουν έστω και στο ελάχιστο τις άπειρες δυνατότητες διατύπωσης που έχουν οι φυσικές γλώσσες, η μετάφραση και η δίψα για μεταφρασμένα κείμενα θα συναγωνίζονται την «ορμή προς το μεταφράζειν», παράγοντας και αναπαράγοντας διαρκώς αντίγραφα των πρωτοτύπων. Το μείζον ερώτημα τελικά είναι: ο μεταφραστής είναι ένας τεχνίτης, ο οποίος καλείται να κάνει χρήση των κανόνων (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) του επαγγέλματός του, για να αναπαράγει μηχανικά ένα αντίγραφο, ή καλείται να «ασκήσει προαίρεσιν», να πάρει αποφάσεις, τις οποίες πριν από αυτόν έχει κληθεί να πάρει ο συγγραφέας του πρωτοτύπου, έτσι ώστε το αντίγραφο να μπορεί να διεκδικήσει με τη σειρά του την αξία του ως αισθητικό γεγονός; Κι αν τα πράγματα δεν συμβαίνουν έτσι κατά κανόνα, μήπως τότε αυτό είναι το δέον; Από την στιγμή που δεν υπάρχει ένα απόλυτο κριτήριο μιας μετάφρασης, δηλαδή ένα τρίτο κείμενο που θα αποτελούσε το νοηματικό ισοδύναμο με το οποίο θα μπορούσαμε να κρίνουμε την πιστότητα ή την προδοσία του αντιγράφου, η επιτυχία ή αποτυχία ενός μεταφραστικού εγχειρήματος εναπόκειται στην κρίση του αναγνωστικού κοινού και της κριτικής.

[1] Ricoeur P.: Για τη μετάφραση, μετ. Αυγουστής Γ., Πατάκης, Αθήνα 2009, σ. 42
[2] Schleiermacher Fr.: Περί των διαφόρων μεθόδων του μεταφράζειν, μετ. Κοτσιαρός Κ., Gutenberg 2014, σ. 79 κ.ε. 

altInfo
Ο Βασίλης Τσαλής γεννήθηκε και τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στον Βόλο. Έζησε και σπούδασε και εργάστηκε στο Δ. Βερολίνο από το 1979-1985. Συνέχισε τις σπουδές του στην Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, απ' όπου μετά τη νόμιμη διαδικασία έλαβε μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών εκπονώντας εργασία με θέμα Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός και η διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει μεταφράσει έργα των Franz Kafka, Georg Trakl, Thomas Bernhard, Ingeborg Bachmann, Hans Magnus Enzensberger. Τα βιβλία του Bernhard Πρόζα και Πλατεία Ηρώων κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κριτική.

alt 

BERNHARD proza

 

alt

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δεν μεταφράζουμε λέξεις!

Δεν μεταφράζουμε λέξεις!

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Έλεγα σε προηγούμενο άρθρο μου ότι συμβαίνει κάμποσες φορές αναγνώστες μιας μετάφρασης να έχουν ενστάσεις για την απόδοση της μιας ή της άλλης λέξης. Όσοι διαμαρτύρονται μάλιστα συνήθως έχουν και μια τριβ...

Τι κάνει ο μεταφραστής

Τι κάνει ο μεταφραστής

Tου Κώστα Κουτσουρέλη

Συμβαίνει συχνά. Ο μεταφραστής που μένει πιστός στη μορφή του πρωτότυπου ποιήματος, που κρατάει λ.χ. το μέτρο ή την ομοιοκαταληξία του, να δέχεται κριτική (καλόπιστη συνήθως) ότι προδίδει το «νόημά» του. ...

Για τη μετάφραση

Για τη μετάφραση

Του Γιώργου Βέη

Ο Ezra Pound, ως γνωστόν, αρεσκόταν να μεταφράζει Κομφούκιο από το σινικό πρωτότυπο χωρίς να ομιλεί ή να γράφει τη γλώσσα των μανδαρίνων. Πρόκειται για δήθεν μετάφραση, παρανόηση, παράφραση ή επινόηση κειμένου;
...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Μεσσίας» (εκδ. Μίνωας).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

...
«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας 

Ο σημαντικός, Άγγλος βιρτουόζος σκηνοθέτης ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

Καταιγιστική δράση αλλά και χαλαρή ατμόσφαιρα, κοινωνικός σχολιασμός και σκοτεινός ρεαλισμός: Είκοσι έξι αστυνομικά, νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ, για ένα καλοκαίρι γεμάτο συγκινήσεις. 

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου

...
Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Πέντε ποιητικά έργα με πυκνή γραφή, φιλοσοφικούς στοχασμούς και πολιτικό περιεχόμενο.

Επιλογή-παρουσίαση Παναγιώτης Γούτας

Πέντε ποιητικά έργα από τον βορρά, καρποί ώριμης γραφής, που εκφράζουν φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς. 

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ