Μεταφραστές και επιμελητές αποκαλύπτουν τις διαδρομές μέσα από τις οποίες προσέγγισαν τη γλώσσα, το ύφος ή και την οικονομία ενός βιβλίου με το οποίο δούλεψαν πρόσφατα και μοιράζονται μαζί μας τα μυστικά του εργαστηρίου τους. Φιλοξενούμενος, ο μεταφραστής και επιμελητής Θοδωρής Δρίτσας, με αφορμή του δοκιμίου του Hans Blumenberg Ναυάγιο με θεατή, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Η παρουσίαση ενός κειμένου του Χανς Μπλούμενμπεργκ στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ήταν κυρίως μια εκδοτική επιλογή και λιγότερο μια μεταφραστική πρόκληση. Πρόκειται για έναν από τους πλέον σημαντικούς στοχαστές της μεταπολεμικής Γερμανίας, ο οποίος, παρότι έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες, απουσίαζε από τα ελληνικά. Στα γαλλικά και τα αγγλικά, το ενδιαφέρον για τα έργα του είναι συστηματικό και επίμονο (μεταφράζεται τακτικά από τη δεκαετία του ’80 και στις δύο γλώσσες, ενώ έχει παραχθεί σημαντική δευτερεύουσα βιβλιογραφία) και δεν περιορίζεται στα μικρά του κείμενα αλλά αφορά επίσης τις ιδιαίτερα εκτενείς μονογραφίες του για τη νομιμοποίηση της νεωτερικότητας, τον Κοπέρνικο, τη λειτουργία του μύθου, την ανθρωπολογία κ.λπ. Ο Μπλούμενμπεργκ αναμετράται επί ίσοις όροις με δύο κορυφαίους στοχαστές της προπολεμικής Γερμανίας: τον φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ και τον πολιτειολόγο Καρλ Σμιτ. Τα βιβλία του είναι συμβολές σε μια πολύ γόνιμη συζήτηση γύρω από τη θεώρηση του ανθρώπου και την ερμηνεία της νεωτερικότητας, και εμάς μας ενδιαφέρει ακριβώς να αναδείξουμε, στο μέτρο των δυνάμεών μας, όλους τους πόλους της συζήτησης. Οι αφορισμοί του Σμιτ ακούγονται λιγότερο εντυπωσιακοί μετά τη λογιότητα και την ευρυμάθεια του Μπλούμενμπεργκ, που στο έργο του διατυπώνει μια αντίρρηση εξίσου ριζοσπαστική και εντυπωσιακή.
Ο Μπλούμενμπεργκ αναμετράται επί ίσοις όροις με δύο κορυφαίους στοχαστές της προπολεμικής Γερμανίας: τον φιλόσοφο Μάρτιν Χάιντεγκερ και τον πολιτειολόγο Καρλ Σμιτ. Τα βιβλία του είναι συμβολές σε μια πολύ γόνιμη συζήτηση γύρω από τη θεώρηση του ανθρώπου και την ερμηνεία της νεωτερικότητας, και εμάς μας ενδιαφέρει ακριβώς να αναδείξουμε, στο μέτρο των δυνάμεών μας, όλους τους πόλους της συζήτησης.
Το Ναυάγιο με θεατή συγκεκριμένα προσφέρεται, σε σχέση με άλλα έργα, ως σύσταση για τον συγγραφέα· δεν είναι τυχαίο ότι είναι το πρώτο βιβλίο του που μεταφράστηκε στα γαλλικά και από τα πρώτα που μεταφράστηκαν στα αγγλικά: είναι σύντομο, παρουσιάζει ένα κεντρικό θέμα της σκέψης του (η θάλασσα ως σύμβολο ενός εχθρικού κόσμου) με παραδειγματική εφαρμογή της μεταφορολογικής μεθόδου και, τέλος, συνοδεύεται από ένα πιο τεχνικό κείμενο (το «Ενόψει μιας θεωρίας της μη εννοιακότητας») στο οποίο αποτυπώνεται μια γενικότερη παρουσίαση της ιστορίας της σκέψης και της προβληματική της μεταφοράς. Έτσι, με αυτό το μικρό κείμενο μπορεί κανείς να τοποθετήσει τον Μπλούμενμπεργκ πλάι στον Κουν και τον Φουκώ, να δει συνοπτικά την κριτική του στον Χάιντεγκερ και τη σχέση του με τον Βιττγκενστάιν, ενώ στο κύριο σώμα του βιβλίου θα έχει, ελπίζω, διαβάσει ένα ιδιαίτερα γοητευτικό κείμενο που θα του επιτρέψει να κοιτάξει τον κόσμο με άλλα μάτια: μετά από αυτό το βιβλίο, οι μεταφορές για τη θάλασσα, το ναυάγιο και τον θεατή του ναυαγίου, από την αρχαία λυρική ποίηση μέχρι τον Γκαίτε, αποκτούν άλλη ένταση και βαρύτητα, γιατί συμμετέχουν σε έναν διάλογο που κρατάει από την εποχή της Οδύσσειας.
Mετά από αυτό το βιβλίο, οι μεταφορές για τη θάλασσα, το ναυάγιο και τον θεατή του ναυαγίου, από την αρχαία λυρική ποίηση μέχρι τον Γκαίτε, αποκτούν άλλη ένταση και βαρύτητα, γιατί συμμετέχουν σε έναν διάλογο που κρατάει από την εποχή της Οδύσσειας.
Όλα τα κείμενα του Μπλούμενμπεργκ παρουσιάζουν πολύ μεγάλες μεταφραστικές δυσκολίες. Αφενός, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ένα σύνθετο και σε πολλά σημεία ειρωνικό ύφος. Δημιουργεί πολλές φορές ένα είδος σασπένς, καθώς δεν αποκαλύπτει άμεσα σε τι αναφέρεται, και το στοιχείο αυτό δεν είναι εύκολο να αποτυπωθεί σε μια μετάφραση. Δύο όμως χαρακτηριστικά της γραφής του απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή στη μετάφραση. Το πρώτο είναι η διαρκής αλλαγή συμφραζομένων: η μετάβαση από τον Μονταίν στον Γκαίτε και από τον Επίκουρο στον Νίτσε μπορεί να γίνεται μέσα σε μία φράση. Σταθερό πλαίσιο μπορεί να ελπίζει κανείς να έχει μόνο για μία με δύο παραγράφους το πολύ. Εξάλλου, ο μεταφραστής οφείλει συνεχώς να ανατρέχει στην πηγή για να αξιοποιήσει όλα τα στοιχεία που περιβάλλουν το εκάστοτε παράθεμα και να είναι βέβαιος για τη σημασία του· συν τοις άλλοις γιατί ο Μπλούμενμπεργκ συνηθίζει να δίνει μια παραπομπή, και στη συνέχεια να αξιοποιεί περαιτέρω την πηγή του, παραφράζοντάς την ή παραθέτοντάς την χωρίς αναφορά. Το δεύτερο στοιχείο είναι ο τρόπος με τον οποίον ο συγγραφέας πρακτικά συνυφαίνει μεταξύ τους όλα τα έργα του. Επιμέρους φράσεις του Ναυαγίου αναπτύσσονται σε ολόκληρα κεφάλαια σε άλλα έργα, ενώ σκέψεις που διατυπώνονται βιαστικά και παρεμπιπτόντως αποκτούν μεγάλη βαρύτητα σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Κάθε κείμενο του Μπλούμενμπεργκ είναι σαν μια άλλη ματιά στον ίδιο πυρήνα, μια ματιά που φωτίζει διαφορετικές θεματικές και τονίζει άλλα σημεία, και πολλές φορές είναι απαραίτητο να γνωρίζει κανείς αυτές τις σχέσεις για να μπορέσει να μεταφράσει μια απλή λέξη.
Κάθε κείμενο του Μπλούμενμπεργκ είναι σαν μια άλλη ματιά στον ίδιο πυρήνα, μια ματιά που φωτίζει διαφορετικές θεματικές και τονίζει άλλα σημεία, και πολλές φορές είναι απαραίτητο να γνωρίζει κανείς αυτές τις σχέσεις για να μπορέσει να μεταφράσει μια απλή λέξη.
Αξιοποίησα την αγγλική και τη γαλλική μετάφραση καθώς και τον πλούσιο σχολιασμό τους, παρότι πολλές φορές οι λύσεις που προτείνουν δεν είναι απολύτως επαρκείς. Πολύ χρήσιμες ήταν επίσης οι εκδόσεις των μεγάλων έργων, καθώς και η βιβλιογραφία για τον συγγραφέα. Σε μια πρόσφατη έκδοση, το Blumenberglesen (επιμ. R. Buch, D. Weidner, Suhrkamp 2014), ένα γλωσσάρι για τον Μπλούμενμπεργκ, οι συντελεστές ξεκινούν υπογραμμίζοντας τη γοητεία των κειμένων, παραδέχονται όμως την αμηχανία που προκαλεί ενίοτε η δυσκολία τους: η δυσκολία αυτή οφείλεται στην κρυπτικότητα των προθέσεων του συγγραφέα και αίρεται σε κάποιο βαθμό αν αναδείξει κανείς τα τοπόσημα, δηλαδή τις κομβικές έννοιες που χρησιμοποιεί.
H μετάφραση δεν πρέπει να γίνεται σε κάποιο εργαστήρι, από έναν απομονωμένο συγγραφέα αλχημιστή, τεχνίτη του ύφους και alter ego του συγγραφέα· είναι δυνατή μόνο σε ένα περιβάλλον διαλόγου και διαφωνίας. Στους Αντίποδες προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια τέτοια ατμόσφαιρα, όπου οι γνώμες όλων δοκιμάζονται στη συζήτηση.
Στα φιλοσοφικά κείμενα το πρόβλημα, πέρα από το ύφος και τη γλώσσα, τίθεται από την κατανόηση και την ερμηνεία. Η κατανόηση όμως διευκολύνεται από τη συζήτηση μεταξύ μιας κοινότητας αναγνωστών. Εν προκειμένω, η μετάφραση δεν πρέπει να γίνεται σε κάποιο εργαστήρι, από έναν απομονωμένο συγγραφέα αλχημιστή, τεχνίτη του ύφους και alter ego του συγγραφέα· είναι δυνατή μόνο σε ένα περιβάλλον διαλόγου και διαφωνίας. Στους Αντίποδες προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μια τέτοια ατμόσφαιρα, όπου οι γνώμες όλων δοκιμάζονται στη συζήτηση. Αυτό επιτρέπει στον μεταφραστή να κάνει μια τολμηρή πρόταση ή να δοκιμάσει την αίσθηση που αφήνουν οι επιλογές του στους συνομιλητές του. Αυτή η συλλογική διαδικασία μας επιτρέπει να παρακάμπτουμε το παραδοσιακό δίλημμα πιστής-όμορφης μετάφρασης, ίσως ενδεχομένως εις βάρος των ιδιοσυγκρασιακών επιλογών και υπέρ της ερμηνείας του κειμένου, τόσο στα δοκίμια όσο και στη λογοτεχνία. Σε αυτή τη συζήτηση κατά τη μετάφραση του Ναυαγίου με θεατή συμμετείχαν ο Κώστας Σπαθαράκης, ο Γιάννης Πίσσης και ο Μίλτος Θεοδοσίου.
Info
Ο Θοδωρής Δρίτσας σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Ε.Μ.Π. και Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Στη διδακτορική του διατριβή ασχολήθηκε με τους μετασχηματισμούς της θεολογικής νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας στη νεότερη φιλοσοφία. Έχει εργαστεί ως καθηγητής, διορθωτής, μεταφραστής και εκδότης. Μεταξύ άλλων έχει μεταφράσει Max Weber, Alexander Pope, Pierre Bourdieu.