
Του Κώστα Κατσουλάρη
Το λογοτεχνικό δοκίμιο είναι από τα πιο δύσκολα κειμενικά είδη γιατί, μεταξύ άλλων, απαιτεί από τον συγγραφέα τον ιδανικό συγκερασμό γλωσσικού ύφους και ανάπτυξης λογικών και στέρεων επιχειρημάτων. Όπως είναι επόμενο, η ευαίσθητη αυτή ισορροπία μπορεί εύκολα να κλονιστεί, άλλοτε εξαιτίας ενός υπερχειλίζοντος λυρισμού, που πλήττει την ακρίβεια και την οξύτητα του κριτικού λόγου, κι άλλοτε επειδή ο δοκιμιογράφος αναζητά ασφαλές απάγκιο στην επιστημονικοφανή μεθοδολογία της φιλολογικής μελέτης.
Ο Κώστας Κουτσουρέλης, στο δοκίμιό του «Κ.Π. Καβάφης», αποφεύγει και τους δύο σκοπέλους, προσφέροντάς μας ένα κείμενο διαυγές και άρτια οργανωμένο, που προσφέρει ύψιστη αναγνωστική απόλαυση, ασχέτως –ώς ένα βαθμό– της πειστικότητας ή όχι των επιχειρημάτων που αναπτύσσει. Εν ολίγοις, έχουμε να κάνουμε με κείμενο που, χωρίς να υπολείπεται σε επιχειρήματα και μελέτη, κερδίζει τον αναγνώστη με τη σμιλευμένη γλώσσα του και τη σταθερή μέριμνα του συγγραφέα για εννοιολογική και εκφραστική σαφήνεια. Διόλου μικρά κατορθώματα.
Ο Καβάφης δεν πρέπει να αποτελεί τοτεμική φιγούρα του φιλολογικού μας ιερατείου.
Ο Κουτσουρέλης έχει συγγράψει μια πρώτη εκδοχή αυτού του δοκιμίου αρκετά χρόνια πριν, ειδικότερα την τριετία 2003-2006, και μεγάλο μέρος του έχει διαβαστεί ή δημοσιευτεί με ποικίλες ευκαιρίες αυτά τα χρόνια. Η παρούσα έκδοση, στην οριστική κι ενιαία της μορφή, είναι προφανές ότι πέραν της ανάγκης κλεισίματος μιας εκδοτικής εκκρεμότητας εξυπηρετεί και την «πολεμική» διάθεση του συγγραφέα, εκμεταλλευόμενη την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος και της συζήτησης για τον Αλεξανδρινό λόγω (και) της ανακήρυξης του 2013 σε Έτος Καβάφη. Η αλήθεια είναι –μια και η συγκυρία έχει πάντοτε τη σημασία της–, ότι δεν θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερη στιγμή για μια σοβαρή και απροκατάληπτη επανεκτίμηση του έργου και της προσωπικότητας του ποιητή (στο βαθμό που αυτά τα δύο συναρθρώνονται), υπό την προϋπόθεση ότι θα δεχτούμε ότι ο Καβάφης δεν αποτελεί τοτεμική φιγούρα του φιλολογικού μας ιερατείου, κι ότι πέρα από σταθερά θετική συνιστώσα στο ελλειμματικό πολιτιστικό ισοζύγιο της χώρας αποτελεί κι αυτός –αλλά όχι μόνον αυτός– μέρος της αυτοσυνειδησίας μας, της λογοτεχνικής και γλωσσικής ιστορίας μας, την οποία οφείλουμε διαρκώς να αναστοχαζόμαστε και να μελετούμε. Η παγίωση της Ιστορίας, είναι βέβαιο, παράγει νεκρική ακαμψία στο σώμα της ζώσας λογοτεχνίας, σκοτώνει εν τη γενέσει του τον ειλικρινή διάλογο και κάθε δυνατότητα δημιουργικής αναθεώρησης κι επανεκτίμησης.
Ο Καβάφης ως story teller
Πηγαίνοντας κατευθείαν στην καρδιά του εγχειρήματος του Κώστα Κουτσουρέλη, θα λέγαμε ότι αυτό συνίσταται στην αποκαθήλωση του Καβάφη από το βάθρο του «μεγάλου» ποιητή, και στην επανατοποθέτησή του σε περίοπτη μεν θέση, αλλά κάπου παραδίπλα, στον θώκο μιας σημαίνουσας «εξαίρεσης». Ο Καβάφης, μας λέει ο συγγραφέας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να τοποθετείται δίπλα σε έναν Σολωμό, έναν Σεφέρη ή έναν Ελύτη, όπως αντίστοιχα δεν μπορεί να συγκριθεί με έναν Έζρα Πάουντ ή έναν Τ.Σ. Έλλιοτ, διότι το έργο του δεν διαθέτει ούτε τον αντίστοιχο όγκο, ούτε τον αντίστοιχο πλούτο σε τρόπους και σε τεχνοτροπίες, ούτε συνομιλεί και συνδιαλέγεται δημιουργικά με τα μεγάλα ρεύματα της σύγχρονης ποίησης. Είναι ένα έργο ιδιότυπο, ετεροβαρές, άνισο (κι όχι μόνο ανάμεσα στην πρώιμη και ύστερη φάση του), που αντλεί μέρος της γοητείας και της απήχησής του σε όχι αμιγώς ποιητικά μέσα, αλλά επειδή διαθέτει το προνόμιο να αφηγείται στρογγυλεμένες και βατές στην πρόσληψή τους ιστορίες. Εξού, υποστηρίζει ο Κουτσουρέλης, παρά τα όσα θρυλούνται για τις υπέρμετρες δυσκολίες μετάφρασης του Αλεξανδρινού σε άλλες γλώσσες, πρακτικά δεν υπήρξε σημαντικό πρόσκομμα, πράγμα που με τη σειρά του εξηγεί, για παράδειγμα, την εντυπωσιακή διείσδυση του Καβάφη στις αγγλόφωνες χώρες, διείσδυσης δυσανάλογα βαθιάς και εκτενούς σε σχέση με τους δύο νομπελίστες μας (πόσο μάλλον με την ανύπαρκτη διείσδυση άλλων μεγάλων λογοτεχνών, όπως ο Σολωμός ή ο Παπαδιαμάντης), των οποίων το ποιητικό μεγαλείο, κατά κανόνα, «χάνεται στη μετάφραση». Με δυο λόγια: αυτά που έχει να «πει» ο Καβάφης δεν είναι τόσο αγκιστρωμένα στο γλωσσικό του ιδίωμα –που κι αυτό, ισχυρίζεται ο Κουτσουρέλης, είναι λιγότερο δικό του επίτευγμα και περισσότερο κοινότοπο στην εποχή του απ’ όσο έχει παγιωθεί ως αντίληψη–, αλλά στη γοητεία που ασκούν οι ιστορίες του, οι «χαρακτήρες» του, καθώς και στη μεταδοτικότητα της «φράσης-ατάκας» που χαρακτηρίζει την ποίησή του, στη ροπή του προς μια ποιητική πρόζα αποφθεγματική που εύκολα υιοθετείται από την κοινή γλώσσα εκπίπτοντας σε γνωμικό για πάσα χρήση.
Μεταξύ διδακτισμού και άκρατου ηδονισμού
Κάθε κίνηση ανατροπής, αναθεώρησης, επανεκτίμησης, κάθε προσπάθεια να ξαναδούμε τον κόσμο και τον εαυτό μας κάτω από ένα νέο πρίσμα, πηγάζει από τη ζωτική μας ανάγκη να εγγράψουμε το αποτύπωμά μας στο εδώ και στο τώρα.
Για να οδηγηθεί στα παραπάνω συμπεράσματα, ή καλύτερα στην δική του «ανάγνωση» και αποτίμηση του Αλεξανδρινού, ο Κουτσουρέλης αναπτύσσει μια σημείο-προς-σημείο επιχειρηματολογία, που ανατέμνει σχεδόν όλες τις πλευρές του έργου του και των εργαλείων του. Δεν διστάζει δε να μπει και σε βαθύτερα στρώματα της καβαφικής ιδιαιτερότητας, όπως είναι ο άκρατος ηδονισμός της ύστερης ποίησής του, η συρρίκνωση ολόκληρης της ποιητικής και φιλοσοφικής του εξέλιξης σε μια μελαγχολική και σωματοποιημένη ηδονοθηρία, που μοιάζει, σύμφωνα πάντοτε με τον συγγραφέα, να τον κερδίζει ολοκληρωτικά προς το τέλος του βίου του, κι όχι ανεπίγνωστα. Ανάμεσα στον διδακτισμό και τον ανεπιφύλακτο ηδονισμό, ο Καβάφης μετεωρίζεται διαρκώς, μας λέει ο Κουτσουρέλης – ψέγοντάς τον αμέσως ή εμμέσως και για τα δύο.
Για να προσδώσει στις θέσεις του το κύρος μιας ιστορικής συνέχειας, εντάσσοντάς τες στον ρου ενός σταθερού αντικαβαφικού ρεύματος, ο Κουτσουρέλης ανασύρει επιχειρήματα των διάσημων επικριτών της καβαφικής ποιητικής (με επιφανέστερο όλων, βέβαια, τον Παλαμά) όσο και σχόλια ή περίτεχνες κρίσεις μεγάλων ποιητικών μεγεθών όπως ο Ελύτης («τον passe-partout» Καβάφη) ή ο Αναγνωστάκης («μια άκρως λεπτή έως έντονα οδυνηρή συγκίνηση διανοητικού τύπου που μόλις ψαύει τα κράσπεδα της καρδιάς»), όπως και του Τέλου Άγρα και αρκετών άλλων – τις περισσότερες φορές έχοντας την τιμιότητα να τις εντάσσει στο ιστορικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής.
Το «σκουλήκι» της αμφισβήτησης
Δεν ξέρω τι θα έχανε σε δραστικότητα και οξύτητα ο Κουτσουρέλης αν είχε αποφύγει το κάπως πολεμικό ύφος που συχνά πυκνά εμφιλοχωρεί ανάμεσα στις περίτεχνες φράσεις του, την αίσθηση που αποπνέει τελικά το κείμενό του ότι εξυπηρετεί μια κάπως προγραμματική αποκαθήλωση, με υλικά τα οποία θέλει να τα εμφανίζει πιο στέρεα απ’ ό,τι ενδεχομένως είναι – μιλώντας για ποίηση, ποιητικό κανόνα, παράδοση, διακειμενικότητα, ιστορικό υποκειμενισμό κ.λπ. Σε κάθε τέτοια συζήτηση, άλλωστε, καλό είναι να έχουμε στην άκρη του μυαλού μας ότι η ίδια η ύπαρξη της ποίησης, και της λογοτεχνίας γενικότερα, δεν είναι άσχετη με τη θεμελιακή αδυναμία της γλώσσας, ως σημειωτικό σύστημα, να χτίσει απόλυτα συνεκτικά και λογικά συνεπή οικοδομήματα (να θεμελιώσει «Αλήθειες» με Α κεφαλαίο), αφού μέσα σε κάθε επιχείρημα, όσο στέρεο και λογικοφανές κι αν εμφανίζεται, αναπτύσσεται σχεδόν ταυτόχρονα και το «σκουλήκι» της αμφισβήτησής του. Η υπόμνηση αυτή βέβαια, και η βιωμένη συνειδητοποίησή της, ουδόλως θα έπρεπε να μας οδηγήσει σε πνευματική παραλυσία ή σε γενικευμένο υποκειμενισμό (τα πάντα μπορούν να υποστηριχτούν, λέει η ρητορική σοφιστεία, με την κατάλληλη χρήση της γλώσσας), λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι κάθε κίνηση ανατροπής, αναθεώρησης, επανεκτίμησης, κάθε προσπάθεια να ξαναδούμε τον κόσμο και τον εαυτό μας κάτω από ένα νέο πρίσμα, πηγάζει από τη ζωτική μας ανάγκη να εγγράψουμε το αποτύπωμά μας στο εδώ και στο τώρα. Είναι μια κίνηση κατάφασης, και όχι άρνησης.
Οι περίπου 120 σελίδες που χρειάστηκε ο Κώστας Κουτσουρέλης για να «κατεδαφίσει» τον Καβάφη από το θρόνο του «μεγάλου» ποιητή, του ποιητή του λογοτεχνικού κανόνα, που εγγράφεται φαρδύς πλατύς σε μια εθνική ιστορία, με προγόνους και επιγόνους, αποτελούν, απ’ όποια πλευρά και να το κοιτάξει κανείς, μια ξεκάθαρα θετική συνεισφορά. Στην καλύτερη περίπτωση το βιβλίο του θα εγγραφεί ως ρηξικέλευθη και πρωτότυπη μελέτη του καβαφικού σύμπαντος και της πρόσληψής του από τους σύγχρονους αναγνώστες και την κριτική, γραμμένης σε απαράμιλλο ύφος, γλωσσική ενάργεια και φροντίδα, ακρίβεια και έγνοια για τον καλόβουλο αναγνώστη, και θα αποτελεί κείμενο αναφοράς σε κάθε σχετική μελλοντική συζήτηση. Στη χειρότερη περίπτωση, συνοψίζει με τρόπο πυκνό και καλογραμμένο, όλο σχεδόν το ρεύμα της κριτικών, ηθικών και αισθητικών προκαταλήψεων με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος ο «έκκεντρος» Αλεξανδρινός από νωρίς στον ποιητικό του βίο. Σε κάθε περίπτωση, αξίζει ολόκληρο το βάρος των λέξεων που το συναπαρτίζουν και αποτελεί μια «πρόταση» ανάγνωσης του Καβάφη που συγκροτεί ένα συνεκτικό ιδεολογικά και αισθητικά σύμπαν.
Μελάνι 2013
Σελ. 144, τιμή €10,00