
Για τη νουβέλα της Έρσης Σωτηροπούλου «Σενιορίτα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη, «μια σπαρακτική διαμαρτυρία για την αδυνατότητα του πένθους...» ©istock
Γράφει ο Κ.Β. Κατσουλάρης
Σε ανώτερη απελπισία. / Σε φαεινότερη πεμπτουσία. / Σε μιαν αίσθηση που πτηνούται. (Credo, Νίκος Καρούζος)
Με το τελευταίο της βιβλίο, μια ακαριαία νουβέλα που διαβάζεται χωρίς ανάσα, η Έρση Σωτηροπούλου επιβεβαιώνει ότι είναι συγγραφέας που δεν συμβιβάζεται, δεν εφησυχάζει, δεν περιορίζεται. Κι αν η λογοτεχνία ψηλώνει όταν αντικρίζει ευθέως το ανείπωτο, το μη αναπαραστάσιμο, τότε εδώ βρισκόμαστε στον αληθινό τόπο αυτής της μαρτυρίας: Εκεί όπου το Συμβάν το έχει βάλει στα πόδια, για να επιστρέψει αναβαπτισμένο, διάχυτο πλέον, σαν δροσερό αεράκι.

«Τώρα είμαι απέναντι. Είμαι απέναντι.»
Η ηρωίδα της, μια γυναίκα κάποιας ηλικίας, παρακούει τις συμβουλές που τις έχουν δοθεί και το σκάει ένα απόγευμα από το ξενοδοχείο της στο Μέξικο Σίτι («Μεξικό», θα θυμάστε, είναι ο τίτλος του τρίτου μυθιστορήματός της – Κέδρος, 1988), κι ενώ παίρνει να σκοτεινιάζει αρχίζει να περιφέρεται στην κοντινή κεντρική λεωφόρο, διασχίζοντας τον δρόμο προς την πλευρά όπου οι τουρίστες, κανονικά, δεν πηγαίνουν. Οι αισθήσεις της είναι τεταμένες, βρίσκεται σε σημείο βρασμού, ο κίνδυνος όχι μονάχα δεν την πτοεί, σχεδόν την έλκει, καθώς παρατηρεί με πυρετωδώς οξυμένη αντίληψη τον κόσμο γύρω της: φιγούρες ανθρώπων μιας κατώτερης ζωής, ανάκατες με σκουπίδια, παράταιρα αντικείμενα, κάτω από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, μια αυλή των θαυμάτων αλά μεξικάνα. Μέσα στην παραζάλη της, την προσοχή της θα τραβήξει αρχικά ένας κουρελής ζητιάνος, μια μορφή υποβλητική, που την κάνει να σκεφτεί ότι είναι «σαμάνος», μάγος της φυλής, ενώ στη συνέχεια το βλέμμα της θα μαγνητιστεί από δυο νεαρά κορίτσια, επίσης παράταιρα ντυμένα και ξυπόλυτα, που φαίνεται να ερωτοτροπούν μέσα στο πλήθος, χωρίς κανείς να τα προσέχει.
«Το ουρλιαχτό θα έπρεπε να γράφεται με δύο λ.»
Εν ριπή οφθαλμού, θα βρεθεί σε μια taqueria της συμφοράς, όπου θα κάτσει και θα παρατηρεί τον κόσμο που την περιβάλει και που περνά, καθώς σιγά σιγά βυθίζεται στα φαντάσματά της, σε μια σκέψη που αναδίνεται και την καταδιώκει, σαν τρομερή ενοχή: Ο άνθρωπός της, ο άντρας της, ο αγαπημένος της (δεν μας δίνονται τυπικές πληροφορίες), πέθανε από καρκίνο, εκείνη δεν κατάφερε να τον σώσει. «Έπρεπε να το έχεις προλάβει. Να το έχεις εμποδίσει», λέει η φωνή μέσα της. Κι εκείνη, διαμαρτύρεται: «Πώς; Ήμουν άοπλη.»
Ολόκληρη η διήγηση, από τις πρώτες λέξεις, είναι ταυτόχρονα μια προσπάθεια ανασύστασης των τελευταίων μηνών, εβδομάδων, ημερών, μιας πορείας προς το τέλος, σε μια προσπάθεια να αναταχθεί ο κόσμος μέσα της, να ειπωθεί κάτι που διαρκώς διαφεύγει, αυτό το «πριν από το πριν» που αρνείται να φανερωθεί. Ήδη με την εισαγωγική φράση του βιβλίου, «Το πρόβλημα είναι οι γιατροί, όχι ο καρκίνος», η Σωτηροπούλου μας πετάει σε έναν κόσμο αναποδογυρισμένο, σαν τις επιγραφές που μονάχα όταν τις στρέφεις προς τον καθρέφτη φανερώνουν το νόημά τους, που όμως παραμένει αινιγματικό, ακόμη πιο αινιγματικό καθώς μας αποκαλύπτεται.
«Κι αν η ΜΕΘ ήταν το Καθαρτήριο;»
Οι μέρες που περνούν στη ΜΕΘ, οι πολλές ώρες απέξω, τα τριάντα λεπτά μέσα, και ξανά στην αναμονή, με τους γιατρούς να περνούν σαν «ιερείς» ψελλίζοντας χρησμούς, λίγο πριν λοξοδρομήσουν προς την καφετέρια χαριεντιζόμενοι με τις νοσοκόμες. Η λέξη «Γιατρέ» γίνεται ένα μάντρα χωρίς περιεχόμενο, σε μια τελετουργία της απόγνωσης, κάτω από το αδυσώπητο φως των λαμπών φθορίου της Εντατικής.
Η αφηγήτρια, δοσμένη σε ένα εσωτερικό μουρμουρητό, θυμωμένη κι αυτοσαρκαζόμενη μαζί, έχει περάσει «απέναντι», δεν χαρίζεται σε κανέναν, πολύ λιγότερο στον εαυτό της, κι ας επαναλαμβάνει ξανά και ξανά αυτό το αφοπλιστικό «ήμουν άοπλη».
«Στον ίλιγγο της επιθυμίας»
Η νουβέλα της Σωτηροπούλου είναι μια διήγηση ανοιχτή και πολυσήμαντη, μια σπαρακτική διαμαρτυρία, που φαίνεται να θεματοποιεί όχι την «εργασία του πένθους», αλλά την αδυνατότητα του πένθους στον ψυχρό, λογοκρατούμενο κόσμο μας.
Η Σενιορίτα της δεν θα δείξει ποτέ ολόκληρο το πρόσωπό της, υπάρχει μονάχα μέσα από τις μεταμορφώσεις της. Σαν τις μάσκες «στο μπουγαδόσκινο απέναντί της», που μπαινοβγαίνουν στο οπτικό της πεδίο από τη θέση της στην taqueria, «οι μισές μόρφαζαν σε έκρηξη χαράς, οι άλλες ζαρωμένες, σε αποσύνθεση», όσα σημαίνουν σε αυτό το βιβλίο αρνούνται να αποκρυσταλλωθούν, να κατασταλάξουν, μέχρι το ευρηματικό τέλος, όπου όλα συνέχονται με έναν μαγικό τρόπο (τον τρόπο της λογοτεχνίας), καθώς παραδίδονται «στον ίλιγγο της επιθυμίας».
* Ο Κ.Β. Κατσουλάρης είναι συγγραφέας.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Όλα τακτικά. Εκτεθειμένα στο άπλετο φως. Οι αποστάσεις ακριβείς, συμμετρικές. Ένα χαμηλό πλεξιγκλάς χωρίζει μεταξύ τους τα κρεβάτια που είναι απολύτως στοιχισμένα. Πάνω τους κείτονται ακίνητες ζωόμορφες υπάρξεις, ατελή δείγματα μιας μακρινής μελλοντικής εποχής. Όλοι οι ασθενείς μοιάζουν, δεν τους ξεχωρίζεις. Συχνά κάποιος συγγενής μπερδεύεται, πάει σε άλλο κρεβάτι, σφίγγει στα χέρια του το χέρι ενός ξένου, το αντιλαμβάνεται, αφήνει αμήχανος το ξένο χέρι στο σεντόνι, φεύγει από το πλάι μην τον δει κανείς».






















