
Συνοπτική ανταπόκριση από τη συνάντηση Ελλήνων δημοσιογράφων του βιβλίου με δυο σημαντικούς επαγγελματίες που διαπρέπουν σε μεγάλα ξένα περιοδικά (New Yorker, Granta).
Γράφει ο Κ.Β. Κατσουλάρης
Το 1ο Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ της Αθήνας ολοκληρώθηκε επικυρώνοντας με τον πλέον εμφατικό τρόπο αυτό που ήδη γνωρίζουμε τα τελευταία χρόνια: Η Αθήνα, και γενικότερα η Ελλάδα, δεν είναι πλέον μια απομακρυσμένη επικράτεια του λογοτεχνικού σύμπαντος. Η διαπίστωση είναι κοινή: Διαθέτουμε πλέον στη χώρα μας ανθρώπους που γνωρίζουν πώς να σχεδιάσουν, να οργανώσουν και να φέρους σε πέρας σύνθετα πολιτιστικά γεγονότα σχετικά με το βιβλίο (Φεστιβάλ, Εκθέσεις κ.ά), που μπορούν πλέον να συγκρίνονται με αντίστοιχα του εξωτερικού. Συγχαρητήρια αξίζουν λοιπόν στην τριάδα των καλλιτεχνικών διευθυντών του 1ου Διεθνούς Λογοτεχνικού Φεστιβάλ της Αθήνας, τους Χρήστο Αστερίου, Λευτέρη Καλοσπύρο και Μικέλα Χαρτουλάρη.
Fact checkers και υλατζήδες
Ένα από τα «κρυφά» γεγονότα του Φεστιβάλ (δεν υπήρχε στο πρόγραμμα, δεν ήταν ανοιχτό στο κοινό) ήταν η συνάντηση Ελλήνων δημοσιογράφων του βιβλίου με δύο σπουδαίους επαγγελματίες του χώρου από το εξωτερικό, την Merve Emre, πανεπιστημιακό και τακτική συνεργάτρια του New Yorker, και τον Thomas Meaney, επίσης συνεργάτη του New Yorker και διευθυντή του εμβληματικού βρετανικού λογοτεχνικού περιοδικού Granta. Η συζήτηση, που έγινε την Κυριακή το μεσημέρι, ήταν ζωντανή και είχε μεγάλο ενδιαφέρον, κι όπως συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις φάνηκαν οι διαφορές αντιλήψεων που προκύπτουν από το ίδιο το πλαίσιο εργασίας (πιο «θεσμική» η Έμρε, πιο «εναλλακτικός» ο Μίνεϊ), για να μην πούμε για τις διαφορές ανάμεσα στο δικό τους πλαίσιο και το δικό μας – εκεί, μπορούμε να μιλάμε ακόμη και για διαφορετικούς κόσμους.
Οι Έλληνες κοιταζόμασταν μεταξύ μας, για την περίπτωση που κάποιος από εμάς είχε συναντήσει κάτι παρόμοιο στην εφημερίδα ή στο σάιτ όπου εργάζεται ή αν διαθέτει κάτι ανάλογο στο περιοδικό που διευθύνει.
Από τις πιο ενδεικτικές και αστείες στιγμές ήταν η συζήτηση για τους περίφημους fact checkers του New Yorker (37 εργαζόμενοι σύμφωνα με την Έμρε), μια ομάδα ανθρώπων που «σκανάρει» κάθε κείμενο πριν δημοσιευτεί, ζητά εξηγήσεις από τον συντάκτη για τυχόν πραγματολογικές αυθαιρεσίες, αλλά επεμβαίνει και στο ύφος των κειμένων, κάνοντάς τα πιο εύληπτα όπου χρειάζεται. Οι Έλληνες κοιταζόμασταν μεταξύ μας, για την περίπτωση που κάποιος από εμάς είχε συναντήσει κάτι παρόμοιο στην εφημερίδα ή στο σάιτ όπου εργάζεται ή αν διαθέτει κάτι ανάλογο στο περιοδικό που διευθύνει. Στις εφημερίδες, και μόνον εκεί, επιβιώνει ακόμη ένα επάγγελμα που λέγεται «συντάκτης ύλης» ή, επί το προφορικότερο, «υλατζής», θέση-κλειδί στη λειτουργία τους, και δεν είναι δίχως σημασία το ότι συχνά οι υλατζήδες προάγονται σε διευθυντές. Γνωρίζουν τη δουλειά «από τα μέσα» και διαθέτουν τεράστια πείρα στο πώς στήνεται και πλασάρεται ένα δημοσιογραφικό κομμάτι (δίνουν τίτλους, βγάζουν λιντ, κουότ κ.ά.). Αν και ατύπως ελέγχουν τα κομμάτια για τυχόν χοντράδες ή πραγματολογικά λάθη, δεν είναι ακριβώς αυτό που οι αγγλοσάξονες αποκαλούν fact checkers. Άλλωστε είναι κοινό μυστικό ότι τα facts δεν είναι το μεγάλο ζητούμενο στην ελληνική δημοσιογραφία όπου το σκληρό νόμισμα είναι η «άποψη» – αλλά αυτή είναι μια άλλη, γενικότερη συζήτηση.
Editors και διαπαιδαγώγηση των αναγνωστών
Επιστρέφοντας στον χώρο του βιβλίου, η κουβένα με τους Μερβ και Τόμας επεκτάθηκε και γενικότερα στην έλλειψη editors στη χώρα μας (επιμελητές, θα τους λέγαμε, αλλά είναι κάτι περισσότερο από αυτό), τόσο στις εφημερίδες και στα σάιτ όσο και στον εκδοτικό χώρο. Διαφάνηκε επίσης και μια διαφορά νοοτροπίας: Η Έμρε δήλωσε ότι είναι ευγνώμων που άλλοι άνθρωποι ασχολούνται τόσο βαθιά με τα κείμενά της και της προτείνουν αλλαγές, που συχνά φτάνουν στο 30% του αρχικού κειμένου της. Αυτό προκάλεσε απορίες και ρωτήθηκε αν την ενοχλεί ότι κάτι τέτοιο ίσως επηρέαζει το «ύφος της». Πιστή στην αμερικανική αντίληψη για τη δημοσιογραφία, η Μερβ επιχειρηματολόγησε υπέρ της απλότητας και της διαύγειας των κειμένων, θεωρώντας αυτές τις αρετές σημαντικότερες από το λεγόμενο «ύφος». Σημείωσε μάλιστα ότι ως αναγνώστρια συχνά την ενοχλεί όταν διαβάζει φράσεις υπερβολικά εξεζητημένες, επιδεικτικές. Όπως είπε, ορισμένες φορές μια φράση «είναι στη θέση της απλώς για να σε βοηθήσει να πας στην επόμενη», έτσι που συνολικά το κείμενο να βγάζει ένα καθαρό και συνεκτικό νόημα. Η ίδια επίσης υπογράμμισε ότι η αντίληψή της για τη δουλειά της είναι ότι τα κείμενά της θέλει να διαπαιδαγωγούν (αναρωτιέμαι αν Έλληνας αρθρογράφος θα χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη), κάτι που συσχέτισε και με τη δουλειά της ως εκπαιδευτικού στο πανεπιστήμιο. Ο Τόμας Μίνεί διαφώνησε σε αυτό το σημείο: φαίνεται να αντιλαμβάνεται τη δική του δουλειά ως κοντινότερη στη λογοτεχνική γραφή και λιγότερο προς το δοκίμιο ή την αρθογραφία.
Στις κουβέντες μας με επαγγελματίες από το εξωτερικό που διαθέτουν σημαντικό στάτους, παρασυρόμαστε συχνά σε έναν αυτοεικτιρμό που μας αδικεί (ο υπογράφων δεν εξαιρείται).
Και κάτι γενικότερο: Στις κουβέντες μας με επαγγελματίες από το εξωτερικό που διαθέτουν σημαντικό στάτους, παρασυρόμαστε συχνά σε έναν αυτοεικτιρμό που μας αδικεί – ο υπογράφων δεν εξαιρείται. Δεν απουσιάζει, για παράδειγμα, η μαχητική λογοτεχνική κριτική στη χώρα μας (Πανταλέων, Ζωγραφάκης, Περαντωνάκης, Κοτζιά κ.ά. έχουν γράψει πρόσφατα καλά θεμελιωμένες αρνητικές κριτικές και δεν είναι η πρώτη φορά), και ούτε μας είναι σε όλους αδύνατον να γράψουμε κάτι που θα ενοχλήσει κάποιον άλλον, επειδή είμαστε «μικρή κοινότητα» (τόσες έριδες προκύπτουν, ορισμένες πολύ παραγωγικές). Ομοίως, η ελληνική λογοτεχνία για τον Εμφύλιο είναι εξαιρετικά πλούσια και έχει δώσει πολλές αφορμές να σκεφτούμε διαφορετικά, πιο λοξά ή πιο ειρωνικά, την Ιστορία μας, κι όχι μονάχα με το εμβληματικό Κιβώτιο που αναφέρθηκε (πρόσφατο παράδειγμα, το τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Γκουρογιάννη Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ, μια υπονομευτική αφήγηση κάθε ηρωικής ανάγνωσης της Ιστορίας – για να σχολιάσω, με δυο λόγια, κάποιες από τις απόψεις που ακούστηκαν και που δεν είχα την ευκαιρία να εμπλουτίσω εκείνη τη στιγμή.
Σε κάθε περίπτωση, όλες οι απόψεις έχουν την αξία τους και τη σημασία τους, και πρωτοβουλίες σαν κι αυτή, που μας φέρνουν κοντά με επαγγελματίες που έρχονται από περιβάλλοντα πολύ οργανωμένα, βαριά θεσμοθετημένα, με κανόνες και ισχυρά ποιοτικά φίλτρα, είναι πολύτιμες. Κι είναι και αυτές οι συναντήσεις, όπως και οι συναντήσεις μας των Ελλήνων συγγραφέων με τους ξένους ομότεχνούς μας, από τα μεγάλη οφέλη τέτοιων φεστιβάλ, που λειτουργούν βραδύκαυστα και δίνουν τους καρπούς τους μακροπρόθεσμα.
* Ο Κ.Β. Κατσουλάρης είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.






















