
Για το μυθιστόρημα του Μάκη Μαλαφέκα «Deepfake» (εκδ. Αντίποδες), ένα σπινταριστό νουάρ που μας μιλάει για σκοτεινές πλευρές της σύγχρονης Ελλάδας.
Γράφει ο Κ.Β. Κατσουλάρης
Ο Μάκης Μαλαφέκας γράφει πεζογραφήματα του είδους που αποκαλούμε νουάρ. Στα νουάρ, ο πρωταγωνιστής τις περισσότερες φορές δεν είναι αστυνομικός, η ατμόσφαιρα είναι σκοτεινή, οι γυναίκες μοιραίες, οι ήρωες κυνικοί και το χάπι εντ σπανίζει όπως και οι ευτυχισμένοι έρωτες. Υπάρχει μυστήριο, και εμπλοκή του υπόκοσμου (κάποιας μαφίας, συνήθως), στα δίχτυα του οποίου αργά ή γρήγορα παγιδεύετει ο ήρωας ή, σπανιότατα, η ηρωίδα. Όλα αυτά τα συναντάμε και στο Deepfake, μαζί με μια διάθεση στοχαστικής ειρωνείας και αποδόμησης της αφήγησης, όχι άσχετη με το γεγονός ότι ο κεντρικός ήρωας –ο γνωστός μας από τα άλλα βιβλία του Μαλαφέκα Μιχάλης Κρόκος– είναι κι ο ίδιος συγγραφέας.
Είναι, λοιπόν, καλοκαίρι· ο κορωνοϊός, αν και σε αποδρομή, σέρνεται ακόμη στην πόλη. Ο ήρωάς μας κυκλοφορεί στα Εξάρχεια· τα καφέ και τα μπιλιαρδάδικα, τα νυν και τα παλιότερα, καθώς και την ιδιόρρυθμη πανίδα της συνοικίας, τα γνωρίζει σαν την τσέπη του. Η πλοκή όμως δεν θα αργήσει να πάρει μπροστά: Η μοιραία γυναίκα που, σύμφωνα με τα πρότυπα του είδους, καταφτάνει και αναθέτει στον ήρωα μια αποστολή, κάνει κι εδώ την εμφάνισή της, αλλά σε μια πιο αποστειρωμένη εκδοχή: Τη λένε Σοφία Χαρίτση, κι είναι εισαγγελέας πρωτοδικών. Η υπόθεση στην οποία θέλει να εμπλέξει τον Κρόκο έχει να κάνει με τον πρώην βουλευτή και νυν αρχηγό μιας πολυπλόκαμης και σκοτεινής οργάνωσης με ακροδεξιό προσανατολισμό, τον Αλέξανδρο Τσεχλεντζίδη.
Ποιο είναι το κίνητρό της; Αν και δεν λείπουν τα προσωπικά ελατήρια, διότι συνδεόταν ερωτικά με τον Τσεχλεντζίδη, η εισαγγελέας μας φαίνεται να επιδιώκει απλώς αυτό που δηλώνει. Δηλαδή, να παγιδεύσει και να στείλει στη δικαιοσύνη αυτόν τον επικίνδυνο άνθρωπο, που κινείται στην γκρίζα ζώνη μεταξύ παρανομίας και νομιμότητας.
Κι ο Κρόκος, ο συγγραφέας μας, πώς μπαίνει στο κάδρο;
Σε αυτό το σημείο η αφήγηση τρολάρει κάπως το ίδιο το είδος το οποίο υπηρετεί, δηλαδή το νουάρ μυθιστόρημα: Η εισαγγελέας τον επέλεξε γιατί, λέει, έχει διαβάσει τα βιβλία του, κι από αυτά κατάλαβε ότι εκείνος, ο Κρόκος, δεν αρκείται απλώς να διηγείται σκοτεινές ιστορίες. Πιστεύει ότι υπάρχει κάτι μέσα του, μια δύναμη, που μπορεί να φέρει αποτελέσματα, να βρει την άκρη του νήματος, αν την εμπιστευτεί. Όχι στα βιβλία του, αλλά στην πραγματικότητα.
Πέραν τούτων, στην υπόθεση εμπλέκονται ακόμη μια παρενδυτική φίλη του Κρόκου, η Ρεβέκκα, που βρίσκεται, υποτίθεται, σε μεγάλο κίνδυνο, αλλά και πεντακόσια ευρώ για κάθε ημέρα που ο Κρόκος θα αφιερώνει στην υπόθεση.
Και, κάπως έτσι, η ιστορία μας ξεκινά!
Ο Κρόκος μπαίνει στην Οργάνωση
Τι σημαίνει όμως deepfake; Ο όρος είναι σύνθετος και προέρχεται από τις λέξεις deep (βαθύς) και fake (ψεύτικος). Χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα βίντεο που δείχνει ένα άτομο ή περισσότερα να κάνουν κάτι που στην πραγματικότητα δεν συνέβη ποτέ. Είναι δηλαδή ένα κατασκευασμένο βίντεο, συνήθως με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης ή και ηθοποιών, που έχει ως σκοπό να παραπλανήσει.
Μόνο που σε αυτήν την περίπτωση καλείται να γράφει τερατολογίες, για διάφορα θέματα που του υποβάλλουν, με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων και ψευδών ειδήσεων.
Ας επιστρέψουμε στον Κρόκο: Η είσοδός του στην εξόχως συνωμοτική οργάνωση του Τσεχλεντζίδη αποδεικνύεται εύκολη υπόθεση (ίσως και υπερβολικά εύκολη). Όπως και να ’χει, ο Κρόκος κερδίζει γρήγορα την εμπιστοσύνη του Αρχηγού. Οι δυο τους έχουν, και λόγω γενιάς, πολλά κοινά, κι οι κουβέντες μεταξύ τους είναι από τα πιο σκοτεινά κι ενδιαφέροντα σημεία της αφήγησης. Έπειτα από ένα νυχτερινό «σαφάρι» με τα πρωτοπαλίκαρα της Οργάνωσης στην παραλιακή, κάτι μεταξύ τελετής μύησης και παγίδευσής του σε ένα υποτιθέμενο έγκλημα, έρχονται οι πρώτες αποστολέςˑ που ευλόγως είναι απολύτως σχετικές με αυτό που ο ήρωάς μας ξέρει να κάνει καλύτερα: Να γράφει. Μόνο που σε αυτήν την περίπτωση καλείται να γράφει τερατολογίες, για διάφορα θέματα που του υποβάλλουν, με σκοπό τη δημιουργία εντυπώσεων και ψευδών ειδήσεων.
Η ειρωνεία είναι προφανής: Μέσα σε ένα νουάρ μυθιστόρημα όπου οι κανόνες του νουάρ υπονομεύονται ή και τρολάρονται (φρικτή λέξη, αλλά δύσκολα βρίσκεις άλλη όταν θες να μιλήσεις ακριβώς γι’ αυτό), ο ήρωας-συγγραφέας καλείται να λειτουργήσει σαν σοφιστικέ τρολ του διαδικτύου. Τρολάρισμα του τρολαρίσματος, σαν να λέμε...
Πόσο βαθύ μπορεί να γίνει το deepfake;
Η ταπείνωση είναι δυσβάσταχτη, αλλά τα πεντακόσια ευρώ την ημέρα, μαζί με κάποιον κρυφό ιδεαλισμό, αμβλύνουν την αίσθηση. Ένα βίντεο που δείχνει την εισαγγελέα Χαρίτση σε απίθανες ερωτικές περιπτύξεις μπερδεύει ακόμη περισσότερο τον ήρωα: Είναι δυνατόν ένα τέτοιο βίντεο, με τις μύχιες ερωτικές φαντασιώσεις της (όπως του αποκαλύπτει η ίδια) να είναι κατασκευασμένο; Πόσο βαθύ μπορεί να γίνει το deepfake και ποιοι είναι αυτοί που διαθέτουν μέσα που «διαβάζουν στην ψυχή των ανθρώπων»;
Στην εξίσωση μπαίνει ένα ακόμη πρόσωπο, το οποίο σύντομα θα αποκτήσει κομβικό ρόλο στην εξέλιξη, αλλά και στην κατάληξη της ιστορίας. Η κόρη του μεγιστάνα Άρη Πατριαρχέα, εκ Μεσσηνίας ορμώμενου, η οποία εργάζεται στην εταιρεία-βιτρίνα του Τσεχλεντζίδη. Η Καλίστα θα επιδιώξει να συνεργαστεί με τον Κρόκο και θα του αποκαλύψει πτυχές της υπόθεσης που δεν τις είχε φανταστεί. Από εκεί και μετά το μυθιστόρημα παίρνει νέα τροπή, μέχρι το συγκρατημένα ευτυχές τέλος.
Στα όρια του είδους
Ο Μαλαφέκας αποδεικνύεται επιδέξιος στη δημιουργία ατμόσφαιρας. Αντιμετωπίζει κάθε σκηνή ως περίπλοκο οργανισμό, που δεν εξαντλείται στην κυρίως δράση. Για παράδειγμα: Οι σκηνές στο μικρό διαμέρισμα του ήρωα στα Εξάρχεια, διανθίζονται από δύο παράλληλες δράσεις, εντελώς άσχετες με τα τεκταινόμενα: Ο Κρόκος έχει μονίμως ανοιχτό το κανάλι που μεταδίδει λεπτό προς λεπτό τη δίκη του Τζόνι Ντεπ και της Άμπερ Χερντ, έτσι που στιγμιότυπα από το εξωφρενικό αυτό σύμπαν να χρωματίζουν όσα συμβαίνουν στο παρόν. Ομοίως, ένα παράξενο ζευγάρι στην απέναντι πολυκατοικία, που συνευρίσκεται φορώντας μάσκες –για προστασία από τον κορωνοϊό ή και ως ερωτικό τελετουργικό;–, γίνεται μέρος του πάρε δώσε του Κρόκου με την εισαγγελέα Χαρίτση.
[...] συχνά δεν μπορείς να είσαι βέβαιος τι σε αυτό το μυθιστόρημα θα πρέπει να εισπράττεται τοις μετρητοίς και τι όχι.
Κι αυτά είναι μονάχα ορισμένα από τα μοτίβα που συνέχουν το μυθιστόρημα, το οποίο επιπλέον διαθέτει μεγάλο πλούτο κοινωνικού και πολιτικού σχολιασμού, με βιτριολικές παρατηρήσεις για τη σύγχρονη Ελλάδα – ακόμη κι αν συχνά δεν μπορείς να είσαι βέβαιος τι σε αυτό το μυθιστόρημα θα πρέπει να εισπράττεται τοις μετρητοίς και τι όχι. Για παράδειγμα, η «κατοικία» του Πατριαρχέα στη Μεσσηνία και τα όσα διαμείβονται εκεί μας βγάζουν έξω από την επικράτεια του είδους, σε πιο pulp μονοπάτια.
Mπάλα και σε μεγαλύτερο γήπεδο;
Το Deepfake θέλει να είναι σημερινό και τα καταφέρνει, με συναίσθηση των ρηγμάτων που κλονίζουν το αίσθημα της πραγματικότητας γύρω μας, όχι μονάχα σε ό,τι αφορά τις αναπαραστάσεις της μέσα από τα Μέσα ή την Τέχνη, αλλά και μέσα στις καρδιές των ανθρώπων. Στο σύμπαν αυτό, οι επινοήσεις ενός φαρσέρ αντιμετωπίζονται με τη σοβαρότητα που αρμόζει στην υψηλή τέχνη. Οι καλές μέρες είναι πίσω μας, όπως και κάθε συλλογικός στόχος. Τι είναι αληθινό, και ακόμη, τι έχει σημασία; Το βιβλίο, και ο συγγραφέας του, προς το τέλος ψελλίζουν κάποιες απαντήσεις, αλλά αμφότεροι δεν θα κριθούν από αυτές.
Κρινόμενο στο πλαίσιο του είδους, είναι αναμφίβολα ένα καλό νεο-νουάρ, ακόμη ίσως και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.
Εν κατακλείδι: Το Deepfake είναι ένα μυθιστόρημα επινοητικό, ατμοσφαιρικό, που παίζει έξυπνα με τα όρια του νουάρ, χωρίς να τα διαρρηγνύει. Κρινόμενο στο πλαίσιο του είδους, είναι αναμφίβολα ένα καλό νεο-νουάρ, ακόμη ίσως και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Και κάπου εκεί ολοκληρώνονται νομίζω οι φιλοδοξίες του.
Τίμιο; Βεβαίως, τίμιο. Ωστόσο, ο Μαλαφέκας δίνει την εντύπωση ότι θα μπορούσε να παίζει μπάλα και σε μεγαλύτερο γήπεδο. Ίσως στο μέλλον το κάνει.
*Ο Κ.Β. ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
** Το κείμενο αυτό είναι μεταγραφή, με περιορισμένες αλλαγές, του podcast Το καλύτερο ελληνικό νουάρ είναι deepfake στο πλαίσιο της σειράς Να ένα βιβλίο! Ακούστε το πατώντας στο εικονίδιο παρακάτω.
























