
Ο ιχνηλάτης βιβλιοπωλείων και βιβλιοθηκών Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης έρχεται και πάλι με τον Σάκο Εκστρατείας του, μιλώντας μας για βιβλία σαν να αφηγείται ιστορίες. Σήμερα, στο δεύτερο μέρος, δύο βιβλία από αυτά που καταβροχθίζει στο περιθώριο των μελετών του.
Γράφει ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Όπως έλεγα στο προηγούμενο τεύχος της Bookpress, αποκαλώ Σκόρπια Δύναμη (δάνειο από τη Μαρία Μήτσορα) τα βιβλία που καταβροχθίζω στο περιθώριο των μελετών μου, κάνοντας διακοπές τρόπον τινά. Ο Σάκος Εκστρατείας του Επίμονου Αναγνώστη ήταν γεμάτος τον Ιανουάριο με βιβλία αυτής κατηγορίας, για κάποια από τα οποία θα σας μιλήσω και σε αυτό το τεύχος της Bookpress. Θα συνεχίσω κατόπιν με βιβλία όπου πρωταγωνιστούν ζωγράφοι, βιβλία σχετικά με εγκλεισμούς, και με τα Δοκίμια του Μονταίνι — ένα από τα πιο σημαντικά εκδοτικά γεγονότα του τελευταίου καιρού.
Είναι συγγραφείς εθιστικοί, συγγραφείς με καταιγιστικό στυλ, μάστορες στο είδος τους, και (σχεδόν όλοι τους) ιδιάζοντες απόγονοι του Σαίξπηρ!
Ορισμένους συγγραφείς τους αναθεματίζω (ήπια, καλοπροαίρετα, και μειδιώντας), μιας και μπαίνουν σφήνα στο αναγνωστικό μου πρόγραμμα και με οδηγούν σε μια κραιπάλη διαβάσματος που εμπεριέχει ξενύχτια, αποχή από αλκοόλ και ουσίες, γερές δόσεις καφεΐνης και τεΐνης, μάτια που τσούζουν, και πάει λέγοντας. Είναι συγγραφείς εθιστικοί, συγγραφείς με καταιγιστικό στυλ, μάστορες στο είδος τους, και (σχεδόν όλοι τους) ιδιάζοντες απόγονοι του Σαίξπηρ!
Προεξάρχων ανάμεσά τους, ο πολύς Τζέιμς Έλλροϋ [Lee Earle "James" Ellroy, 4 Μαρτίου 1948]. Εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες, διαβάζω περιπαθώς κάθε του βιβλίο, συνέβη μάλιστα να μεταφράσω το πρώτο του μυθιστόρημα, το Ρέκβιεμ για τον Μπράουν [Brown’s Requiem, 1981], για λογαριασμό των εκδόσεων Μεταίχμιο. Οφείλω να πω ότι από την περιλάλητη Τετραλογία του Λος Άντζελες, προτιμώ τη μεγάλη Τριλογία του Αμερικανικού Υπόκοσμου, θεωρώντας ότι το γράψιμό του έχει ωριμάσει δυναμικά, αλλά και επειδή με διέπει ένα αδηφάγο ενδιαφέρον για όσα προηγήθηκαν της δολοφονίας του Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι.
Τώρα αφηνίασα αναγνωστικώς με το μυθιστόρημα Πανικός, μεταφρασμένο άρτια από τον συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλο (εκδ. Κλειδάριθμος), όπου γίνεται ο κακός χαμός στη Βαβυλώνα του Χόλιγουντ. Ο Έλλροϋ (και εδώ) τα σπάει, βαπτίζοντας τις σελίδες του στο αίμα, στο πάθος, στην ένταση, στο δηλητηριώδες χιούμορ. Ο Φρέντι Ότας —διεφθαρμένος μπάτσος, διεφθαρμένος lover, διεφθαρμένος αισθηματίας, διεφθαρμένος δημοσιογράφος, διεφθαρμένος φιλόσοφος, διεφθαρμένος Τελάλης της Μοχθηρίας— είναι η νέμεσις της Βιομηχανίας του Θεάματος (με το αζημίωτο και με το μπαρδόν). Βέβαια, ζημιώνεται τελικά, το μπαρδόν πάει περίπατο, και ο ίδιος στα θυμαράκια — ή, για την ακρίβεια, στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Εξιλέωσης, Μονάδα Απερίσκεπτων Καταστροφέων Ζωών, Καθαρτήριο Διεστραμμένων, Κελί 2607!
Από όπου και μας αφηγείται, με 28 χρόνια καθυστέρηση, τι έπραξε και διέπραξε στον ελεεινό και τρισάθλιο βίο του, πόσους και ποιους κατέστρεψε και ξεπάστρεψε στην καταβόθρα της διαφθοράς, στην Κοριούπολη, Πονούπολη, Ρουφιανούπολη, και Μεγάλη Αντιούπολη, όπως ορίζει το Λος Άντζελες.
Έχει πάντως μια λόξα με τον έρωτα και το συναίσθημα ο Φρέντι μας. Νοιάζεται για το σμίξιμο. Επιμένει: «Η επαγρύπνηση είναι αγάπη». Διακηρύσσει με ξεσκισμένο λυρισμό: «Οι ευκαιρίες είναι αγάπη. Ε εσύ, εκεί, με τ᾽ άστρα στα μάτια σου». Διαπιστώνει: «Με βρήκε επειδή με χρειαζόταν, κι ένιωσε την αδυναμία μου και τη λαχτάρα μου για ειδύλλιο».
Έχει και μια λόξα με τους φιλοσόφους, ο Φρέντι μας, ιδίως με τον Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος μνημονεύεται σπαρταριστά στις σελίδες 48, 230, και 405.
«Ήπια, λιποθύμησα, ξύπνησα. Βρέθηκα να κοιτιέμαι μ᾽ ένα μεγάλο σκαθάρι. Κάναμε κουβέντα περί της μεταφυσικής άντρα-ζωυφίου. Ήταν διαποτισμένη από ανατριχίλες εκείνου του Γάλλου μούργου, του Καμύ».
Και:
«Τύποι σαν τον Φρέντι είναι τα τσιράκια της Αμερικανικής Ολιγαρχίας. Έχουν γεννήσει όλον αυτόν τον πυρηνικό εφιάλτη που ζούμε. Ο Φρέντι είναι το αποκορύφωμα του φασιστικού γκεστάλτ. Είναι ο étranger του Καμύ. Ο τύπος που πάει γραμμή στο θάνατό του χωρίς να καταλαβαίνει την τύφλα του».
Κι ακόμα:
«Έσπρωξε τις σελίδες πίσω προς το μέρος μου. Είναι ο étranger του Καμύ. Τον ταλανίζουν μπουρζουάδες αστοί που απλώς δεν καταλαβαίνουν. Έχει αντισταθεί αδιάλλακτα στην ανοησία και την αδιαφορία τους. Έχει διαβάσει Γκάντι και Σαρτρ. Ξέρει πώς να υπερβαίνει με αιχμηρότητα τα πράγματα».
Cheers, Αρχικάθαρμα Φρέντι Ότας! Εβίβα, Μέγιστε Μάστορα Τζέιμς Έλλροϋ!
Οκέι, με τέτοιο ντεμπούτο θαρρώ ότι ο Ντέιβιντ Σέιφερ [David Shafer] θα γίνει ακόμα ένας από τους συγγραφείς που αναθεματίζω, κτλ. Με το Ουίσκυ, Τάνγκο, Φόξτροτ (όπου περιμένουμε να φτάσουμε στη σελίδα 543 από τις 559 του βιβλίου για να ψυλλιαστούμε τι υπονοεί ο εν λόγω τίτλος!), ο Σέιφερ έρχεται να μας χαροποιήσει —εμάς τους happy few που πίνουμε νερό (και όχι μόνο) στο όνομα του πυραυλοκίνητου Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας— καθόσον προβαίνει σε μιαν αιχμηρή κριτική του σύγχρονου υπερτεχνολογικού τοπίου, μπολιασμένη με έξοχη ευρυμάθεια και λίαν διαβρωτικό χιούμορ.
Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ πριν από σχεδόν μία δεκαετία, μεταφράστηκε υπέροχα στα ελληνικά από τον συγγραφέα Λευτέρη Καλοσπύρο, που είναι χρόνια τώρα εξοικειωμένος με το λογοτεχνικό σύμπαν από το οποίο προέρχεται, και στο οποίο ως φαίνεται ανήκει, ο Σέιφερ, και εξέδωσε με μεράκι ο οίκος Πόλις.
Τσιπάκια, χάκερ, τεχνολογία αιχμής, δυστοπικές νύξεις, συνωμοσίες για τη χειραγώγηση σύνολου του πληθυσμού του πλανήτη, μελλοντολογίες, μυστικές οργανώσεις, κυνηγητά, μπλεξίματα, σκευωρίες, η διολίσθηση του είναι σε έχειν και, εν συνεχεία, του έχειν σε φαίνεσθαι, πανωλεθρίαμβος των πανίσχυρων ΜΜΕ, κάτι από Δόκτορα Νο του Φλέμινγκ και από Ρικ Ντέκαρντ του Φίλιπ Κ. Ντικ, απρόσμενες μετακινήσεις από τη Βιρμανία στο Όρεγκον και από τη Νέα Υόρκη στο Λονδίνο, η δυσοίωνη Επιτροπή, η SineCo και το επικίνδυνο γκατζετάκι Node, η σκιά των επισημάνσεων του Γκι Ντεμπόρ, η υπερλογοτεχνική φιλοσοφία του Ζαν Μποντριγιάρ, η οιονεί sci-fi του Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ, οι εκτάκτως δονκιχώτες που αντιμάχονται την Επιτροπή, η Λεϊλά, ο Λίο, ο Μαρκ, τα πάντα όλα και προπάντων μια γραφή ρυθμική, υπερσύγχρονη, δαιδαλώδης πλην όμως ακριβείας, με υφάνσεις που βασίζονται στις λεπτομέρειες, με μια ποιητική των εσωτερικών διακυμάνσεων που προκαλούν οι εξωτερικές πιέσεις.
Συν μουσικά και λογοτεχνικά περάσματα (ηρώων, προφανώς, του Σέιφερ): Έλβις, Λέοναρντ Κοέν, Τζακ Κέρουακ.
Και μες στον ζόφο, λάμψεις άδολης, αφελούς, σχεδόν εφηβικής, αλλά πάντα υπογείως ιδιοφυούς τρυφερότητας:
«Ατόφια αγάπη. Το καλύτερο ναρκωτικό που πήρα ποτέ, πλάκα πλάκα» (σ. 215).
Και:
«Η Λόλα είχε αφήσει κι ένα λαστιχάκι για τα μαλλιά στις κατάλευκες πλαγιές του νιπτήρα του. Ο Λίο φορούσε τώρα το λαστιχάκι στον καρπό του» (σ. 417).
Επίσης:
«Θα ήθελα μια μέρα να ζούμε στη Ρώμη και να κάνουμε μπάνιο το παιδί μας σε μια σιδερένια λεκάνη. Βασικά, σε οποιαδήποτε λεκάνη. Μαζί σου θα έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα — λένε πως ο Θεός αγαπάει τους τολμηρούς. Και δεν θα σου ᾽λεγα ψέματα ούτε και θα σου έκρυβα το παραμικρό. Θέλω να σε τρέφω και να σε γαμάω και να σε ρωτάω πώς είσαι και να διασχίζω μαζί σου καυτές ερήμους και μπλοκαρισμένους δρόμους και θέλω να ζούμε μαζί κάθε χαρά και κίνδυνο που θα έρχεται στο πέρασμά μας» (σ. 535).
Ιδού και η καταπληκτική κατακλείδα:
«Είμαι η τετραγωνική σου ρίζα, Λεϊλά» (σ. 544).
Thumbs-up για τον εκλεκτό κύριο Ντέιβιντ Σέιφερ, τον λεπταίσθητο Λευτέρη Καλοσπύρο, και τις έξοχες εκδόσεις Πόλις!
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Τελευταίο του βιβλίο, το αφήγημα «Η Κοκό στην Κοπεγχάγη – Το μυθιστόρημα της μεταπολίευσης» (εκδ. Νήσος).