
Της Αρχοντούλας Διαβάτη
Σίγουρα είχε δίκιο ο Μπόρχες, μια βιβλιοθήκη είν’ ο παράδεισος, ποια βιβλιοθήκη ακριβώς, δεν ξέρω - ούτε ένα βιβλίο δεν είχε το σπίτι των παιδικών χρόνων.
Αγοράζαμε μικρά παραμύθια από το περίπτερο, μαζί με χαρτάκια με ηθοποιούς που είχαν τη γεύση ροζ μαστίχας μπαζούκα για μέρες μετά, να τα ανταλλάξουμε ή να παίξουμε στον τοίχο εκείνο το παιχνίδι.
Ντάλια, το κορίτσι του δάσους, ήταν το πρώτο μου βιβλίο, ευφρόσυνα παλιωμένο με σκληρό εξώφυλλο και εικόνες - το διάβαζα πολλές φορές, ξανά και ξανά μαζί με τον Δεκαπενταετή πλοίαρχο και τις 20.000 λεύγες υπό την θάλασσα, της δανειστικής βιβλιοθήκης!
Μετά τις αλλεπάλληλες μετακομίσεις διασώθηκαν τετράδια Καλλιγραφίας και Εκθέσεων με εφευρέτες στο εξώφυλλο, ένα αναγνωστικό - ο φίλος τον φίλον εν πόνοις και κινδύνοις γιγνώσκει, τα Άγουρα χρόνια με το Κάστρο, καλημέρα θλίψη!
Σήμερα έχω δικιά μου μια βιβλιοθήκη τεράστια, το διαδίκτυο, πέρα από τα υλικά βιβλία της προσωπικής μου βιβλιοθήκης, αγαπημένα ή αδιάφορα. Γύρω μου ένα σωρό κόσμος αγοράζει ή αγαπάει τα βιβλία. Υπάρχουν επαγγελματίες που έχουν στην αίθουσα αναμονής βιβλία. Ο φίλος μας ο Διομήδης έχει παλιά τεύχη της ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ, παλιά ΔΕΝΤΡΑ και ΛΕΞΕΙΣ κι έχει ξεσκολίσει ό,τι βιβλίο φιλοσοφίας έβγαινε και βγαίνει κάθε τόσο –πέρα από τις εφημερίδες– και το κυριότερο, χαρίζει ελεύθερα το χρόνο του στους φίλους, συζητώντας μαζί τους σχεδόν επί παντός επιστητού.
Μεσημεράκι. Οι επισκέψεις αρχίζουν το απόγευμα. Πήγαμε να τον βρούμε στο ιατρείο του και δεν αργήσαμε να αρχίσουμε τη συζήτηση για το θέμα που μας απασχολούσε – μας έκαιγε, πες καλύτερα, τον εύκολο χωρισμό των νέων σήμερα. Της κόρης μας συγκεκριμένα. Είναι αλλιώτικοι οι νέοι, δεν είναι όπως παλιά -και νάσου ΤΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ του Μαριόν, αφομοιωμένο, εργαλείο ανάλυσης με τα τρία κριτήριά του, πότε υπάρχει αγάπη ή έρωτας- έρωτας κι αγάπη, τροπισμοί του αγαπώ είναι έτσι κι αλλιώς για τον Γάλλο ακαδημαϊκό.
Σύμφωνα με τα τρία κριτήρια λοιπόν αν υπάρχει η αρχή του μη αποχρώντος λόγου, αν είμαι δηλαδή σε σχέση με κάποιον χωρίς ιδιοτέλεια ή αν υπάρχει η ετερότητα, το «ανοίκειον», κατά τον Χάιντεγκερ. Ο άλλος αν παραμένει ανοίκειος ως βούληση, ως στοχασμός, ως ψυχισμός, μια έκπληξη αν είναι ο άλλος. Εξάλλου ο Σωκράτης δεν έλεγε ότι η επιθυμία είναι θέμα έλλειψης; Πόσο επιθυμώ κάτι που κατέχω; Όταν τελειώσει το ρίγος της έκπληξης, πάει κι ο έρωτας; Τότε βέβαια μπορεί να «επανερωτικοποιείται» το σώμα μέσα από το πρόσωπο του άλλου. Και η τρίτη, η λογιστική αρχή. Αν δεν καταγράφω τι μου έδωσες - τι σου έδωσα. Αν λείψει ένα από τα τρία κριτήρια δεν υπάρχει αγάπη-έρωτας. Τι έτρεξε στα παιδιά μας;
Γιατί μόνο στον ΦΑΙΔΡΟ και στο ΣΥΜΠΟΣΙΟ του ΠΛΑΤΩΝΑ έχω φιλοσοφία του έρωτα; Ο ΣΤΑΙΝΕΡ βέβαια μιλάει για αγαπητικό άξονα και για τον Μέλλοντα του ρήματος.
Ο φίλος μας γνωρίζει να ζει ασκώντας την ιατρική με εγκαρδιότητα και καλωσύνη, χαρούμενα απελπισμένος, διαβάζοντας ποίηση και φιλοσοφία. Είναι από τους μεταξωτούς ανθρώπους του Καρούζου, σύμφωνα με το χρονογράφημα του Γ. Τριάντη που κυκλοφόρησε πλατιά και στο διαδίκτυο πριν από μερικές μέρες - και ο Καρούζος είναι ο αγαπημένος του ποιητής.
Μια κυρία εξάλλου στο ιατρείο, όπως μας έχει διηγηθεί, τον ρώτησε -ευχάριστα ξαφνιασμένη- πού τον ξέρει αυτός τον Καρούζο και πριν προλάβει να απαντήσει εκείνος, του χαμογέλασε συνένοχα - κι εκείνη χρόνια τώρα ψώνιζε από κει!






















