
Πρόσφατη έρευνα του ΟΣΔΕΛ για τα έτη 2023 και 2024 έδειξε πως οι τίτλοι που προτιμά το κοινό ανήκουν κατά πλειοψηφία στη λεγόμενη κατηγορία της «παραλογοτεχνίας». Πώς εξηγείται αυτό το φαινόμενο; Κάποιες σκέψεις.
Γράφει η Εύα Στάμου
Με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα τις προάλλες τα στοιχεία δανεισμού από 85 αντιπροσωπευτικές δημόσιες και δημοτικές βιβλιοθήκες της χώρας μας, όπως αποτυπώθηκαν στην έρευνα του ΟΣΔΕΛ για τα έτη 2023 και 2024. Σύμφωνα με την έρευνα, τα είδη που προτιμήθηκαν από το αναγνωστικό κοινό είναι η μυθοπλασία ενηλίκων (43,1%), η μυθοπλασία για παιδιά (20,4%), τα παιδικά εικονογραφημένα (15%), τα επιστημονικά βιβλία (7,8%), τα βιβλία γενικών γνώσεων για παιδιά (5,8%).
Το ενδιαφέρον έδωσε σύντομα θέση στη μελαγχολία. Η έρευνα παρέχει αναλυτικές πληροφορίες για τα βιβλία μυθοπλασίας που επιλέχθηκαν από τους ενήλικες: τίτλος, όνομα συγγραφέα, εκδοτικός οίκος, όνομα μεταφραστή. Με θλίψη αλλά χωρίς μεγάλη έκπληξη, διαπίστωσα ότι σχεδόν όλοι οι τίτλοι ανήκουν στην κατηγορία της παραλογοτεχνίας και όχι της λογοτεχνίας. Πραγματικά με προβλημάτισε η απουσία από τη λίστα ονομάτων αξιόλογων ή έστω γνωστών στο ευρύ κοινό Ελλήνων πεζογράφων, ακόμα και αυτών που κατά καιρούς εμφανίζονται στις λίστες των ευπώλητων.
Όσοι ασχολούμαστε με το φαινόμενο της επικράτησης της παραλογοτεχνίας στις προτιμήσεις του κοινού δεν το κάνουμε για να επιβάλουμε την αλλαγή των αναγνωστικών γούστων, αλλά για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό που συμβαίνει.
Το δικαίωμα του καθενός να διαβάζει ό,τι του αρέσει είναι βέβαια αυτονόητο. Όσοι ασχολούμαστε με το φαινόμενο της επικράτησης της παραλογοτεχνίας στις προτιμήσεις του κοινού δεν το κάνουμε για να επιβάλουμε την αλλαγή των αναγνωστικών γούστων, αλλά για να καταλάβουμε καλύτερα αυτό που συμβαίνει. Άλλωστε, απαραίτητη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση οποιουδήποτε φαινομένου είναι η κατανόησή του.
Πού οφείλεται όμως η μονομέρεια στις επιλογές του αναγνωστικού κοινού; Μήπως πηγάζει από την ανικανότητα της Πολιτείας να προωθήσει την καλή λογοτεχνία και να κάνει τους πολίτες να εκτιμήσουν τα οφέλη της για το μυαλό και την ψυχή; Ή μήπως έχει να κάνει αποκλειστικά με τις επιτυχημένες τακτικές προώθησης της παραλογοτεχνίας και με την εγκατεστημένη πλέον πεποίθηση στη συνείδηση μεγάλου μέρους του κοινού ότι η ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων δεν αποτελεί παρά μία οδό διαφυγής από τα άγχη και τα προβλήματα της καθημερινότητας – κάτι σαν βαρβιτουρικό για τη σκέψη;
Όταν κυκλοφόρησε το δοκίμιό μου Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας (2014), στο οποίο επιχειρούσα να αναλύσω την ευδοκίμηση της αισθηματικής παραλογοτεχνίας στη χώρα μας, είχα την ευκαιρία να μιλήσω με πολλούς ανθρώπους από τον χώρο του βιβλίου και να ακούσω τις απόψεις τους για τον τρόπο με τον οποίο προσέγγιζα το ζήτημα. Και εξηγώ: σε μία ενότητα του βιβλίου -υποκινούμενη από τη συναφή εμπειρία μου από την αγγλόφωνη αγορά βιβλίου, αλλά και τα στοιχεία από τη δυτικοευρωπαϊκή πραγματικότητα- πρότεινα την επίσημη διάκριση των ειδών από τους κριτικούς και στη χώρα μας, ούτως ώστε στη συνείδηση των αναγνωστών η «ροζ λογοτεχνία» να μην συγχέεται με τη λογοτεχνία και ώστε να υποχωρήσει το στερεότυπο ότι τα λογοτεχνικά κείμενα που προέρχονται από γυναίκες πεζογράφους είναι πάντα χρώματος ροζ.
Επεσήμανα μάλιστα ότι σε δύο τουλάχιστον χώρες, στη Βρετανία και την Αυστραλία, δεν αρκούνται μόνο στο να αφιερώνουν διαφορετικά ράφια στα βιβλιοπωλεία και τις βιβλιοθήκες για τη ροζ λογοτεχνία -με τις ανάλογες ταμπέλες-, αλλά έχουν θεσπίσει και σχετικά βραβεία αποκλειστικά για αυτό το είδος, (pink lit), γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από ορισμένους που μου απάντησαν σοκαρισμένοι: «Έ, όχι να τους δίνουμε και βραβεία! Καλύτερα να τους αγνοήσουμε».
Και αυτό συνεχίσαμε να κάνουμε όλοι, το μυημένο μα περιορισμένο κοινό της καλής -παραδοσιακής και σύγχρονης- πεζογραφίας, οι λογοτέχνες, οι κριτικοί, οι υπεύθυνοι για τις δανειστικές βιβλιοθήκες, η Πολιτεία, οι εκδότες που εκδίδουν αποκλειστικά λογοτεχνία, αδιαφορώντας για τα κέρδη που μπορεί να τους αποφέρει η παραλογοτεχνία. Η εύπεπτη και συντηρητική παραλογοτεχνία συνέχισε να ανθεί και να συγχέεται σταθερά από πολλούς συστηματικούς καταναλωτές της με τη λογοτεχνία, όπως άλλωστε συγχέεται η βιβλιοκριτική με την ανακύκλωση δελτίων τύπου δίκην βιβλιοπαρουσίασης.
Και ας μην αγνοούμε τη βλάβη που προκαλεί η μεγάλη επιτυχία της παραλογοτεχνίας στην ίδια τη λογοτεχνία, αφού ορισμένοι συγγραφείς υποκύπτουν στον πειρασμό να μιμηθούν τη θεματολογία με όλα τα κλισέ της, καθώς και τους στερεότυπους χαρακτήρες της παραλογοτεχνίας
Την ίδια στιγμή αρκετοί εκδοτικοί οίκοι δεν είναι πρόθυμοι να «ρισκάρουν» επενδύοντας στην πεζογραφία και την ποίηση, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που το έκαναν στο παρελθόν, με αποτέλεσμα να πληθαίνουν στις προθήκες οι τίτλοι παραλογοτεχνίας, και αρκετοί λογοτέχνες, ειδικά αν γράφουν ποίηση, να αναγκάζονται να πληρώνουν για την έκδοση του βιβλίου τους, άσχετα με τη λογοτεχνική του αξία. Και ας μην αγνοούμε τη βλάβη που προκαλεί η μεγάλη επιτυχία της παραλογοτεχνίας στην ίδια τη λογοτεχνία, αφού ορισμένοι συγγραφείς υποκύπτουν στον πειρασμό να μιμηθούν τη θεματολογία με όλα τα κλισέ της, καθώς και τους στερεότυπους χαρακτήρες της παραλογοτεχνίας, προκειμένου να προσελκύσουν μεγαλύτερο κοινό.
Και έτσι παρατηρούμε το εξής φαινόμενο: βιβλία με περίτεχνη γλώσσα να περιγράφουν ήρωες που μοιάζει να έχουν ξεπηδήσει από σελίδες κάποιου Άρλεκιν ή από απογευματινό σήριαλ, και στο άλλο άκρο, βιβλία που πραγματεύονται καίρια ερωτήματα του ανθρώπινου βίου αλλά είναι γραμμένα με εντελώς ανεπεξέργαστη γλώσσα, που στερείται λογοτεχνικότητας, αν και συχνά προβάλλονται ως πεζογραφία αξιώσεων.
Η Βιομηχανία της ροζ κουλτούρας
Κατά τη γνώμη μου, η ροζ παραλογοτεχνία δεν είναι παρά ένα από τα προϊόντα της Βιομηχανίας της ροζ κουλτούρας -μαζί με τις ρομαντικές κομεντί, τα αισθηματικά σήριαλ, τα βιβλία αυτοβοήθειας, τα περιοδικά, τις πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές- που απευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά στο γυναικείο κοινό μέσω επιθετικού μάρκετινγκ, κάνοντας πλύση εγκεφάλου στις γυναίκες από την εφηβεία τους μέχρι και την Τρίτη ηλικία. Θεωρείται ότι η κατανάλωση αυτών των προϊόντων είναι κάτι απόλυτα φυσικό για κάθε γυναίκα αφού υποτίθεται ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της θηλυκότητας.
Είναι λες και όσοι ασχολούμαστε με τη λογοτεχνία ζούμε προστατευμένοι σε ένα θερμοκήπιο ενόσω γύρω μας θεριεύει η άγρια βλάστηση της παραλογοτεχνίας.
Ο Στέλιος Ράμφος, σε συζήτηση που είχα μαζί του όταν κυκλοφόρησε το δοκίμιό μου, προτιμώντας ίσως μια ανάλυση ψυχαναλυτικού τύπου, αν και δεν αμφισβήτησε τη σημασία της διαφήμισης για την προώθηση της ροζ λογοτεχνίας, επιχειρηματολόγησε υπέρ της ύπαρξης κάποιας βαθύτερης ανάγκης σε αρκετές γυναίκες που τις καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτες στην κατανάλωση αισθηματικής παραλογοτεχνίας. Παρόλο που συλλογίστηκα την άποψή του πολύ σοβαρά και δεν αποκλείω σε κάποιες περιπτώσεις να ισχύει αυτό που περιγράφει, δυσκολεύομαι να μην κάνω τη σύγκριση ανάμεσα στις Ελληνίδες αναγνώστριες με τις υπόλοιπες ευρωπαίες. Αναρωτιέμαι λοιπόν τι είναι αυτό που κάνει τις Ελληνίδες πιο επιρρεπείς στην κατανάλωση αναγνωσμάτων τύπου Άρλεκιν, τη στιγμή που οι Αγγλίδες, οι Γαλλίδες, οι Γερμανίδες κτλ. επιλέγουν, σύμφωνα τουλάχιστον με τις λίστες που βλέπουν το φως των κυριακάτικων εφημερίδων, τη συστηματική ανάγνωση της καλής κλασικής και σύγχρονης λογοτεχνίας.
Δεν εννοώ ότι στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν γνωρίζει επιτυχία η ροζ λογοτεχνία, αλλά επισημαίνω ότι υπάρχει κοινό για όλα τα είδη και σίγουρα το ενδιαφέρον των αναγνωστών δεν περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στα βιβλία με ρομαντικό περιεχόμενο. Στη χώρα μας, παρόλο που και δράσεις φιλαναγνωσίας διοργανώνονται από επίσημους φορείς και αρκετοί κριτικοί και λογοτέχνες έχουν κατά καιρούς αρθρογραφήσει για την ανάγκη ενίσχυσης της ορατότητας καλών λογοτεχνικών έργων, τίποτα δεν φαίνεται να αλλάζει σημαντικά. Είναι λες και όσοι ασχολούμαστε με τη λογοτεχνία ζούμε προστατευμένοι σε ένα θερμοκήπιο ενόσω γύρω μας θεριεύει η άγρια βλάστηση της παραλογοτεχνίας. Μήπως και αυτό το πρόβλημα αποτελεί τελικά άλλο ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της ελληνικής μας ιδιαιτερότητας;
* Η ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ είναι συγγραφέας, Δρ Ψυχολογίας και Ψυχοθεραπεύτρια. Τελευταίο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Η επίσκεψη» (εκδ. Αρμός).
























