
Πώς ορίζεται η σύνθετη σχέση μεταξύ κοινού και δημιουργού και ποιος ο ρόλος του κριτικού; Πώς εγγράφεται το πολιτικοκοινωνικό στο πολιτιστικό; Μερικές σκέψεις... Εικόνα: Ο πίνακας «Άντρας που διαβάζει» του Georges Lemmen.
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Η τέχνη, ας χρησιμοποιήσω μαρξίζουσα ορολογία, αναζητά μόνιμα το επαναστατικό της υποκείμενο. Υπάρχει πάντα για αυτούς που την έχουν ανάγκη, προερχόμενη από εκείνους που δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτή. Σε κάθε περίπτωση, οι ωφελημένοι είναι πολλοί, αλλά δυστυχώς δεν είναι τόσο μεγαλόψυχοι απέναντι στον δημιουργό και το έργο του.
Το κοινό είναι πάντα ασταθές, απρόβλεπτο και ενίοτε μικρόψυχο. Μάλιστα, όσο μεγαλύτερο το δείγμα τόσο πιο αραιό το μείγμα. Συν τοις άλλοις, ο καθένας προσέρχεται στην τέχνη με τη σκευή του, τα βαρίδια και τις προσδοκίες του. Αναπόφευκτο, καθότι έτσι έχουν τα ανθρώπινα. Μπορεί λίγοι (δεν θα πω εκλεκτοί) να εισέρχονται στον ναό αφήνοντας στην είσοδο τα υποδήματα και νίβοντας τα ανομήματά τους, αλλά οι περισσότεροι εφορμούν με την οίηση του πελάτη, εκείνου που έχει πληρώσει το αντίτιμο, επομένως δικαιούται να εκφέρει άποψη αβίαστα, όχι μόνο επί του καλλιτεχνήματος αλλά και επί του δημιουργού και των προθέσεών του.
Για αρχή, έχουμε την κρίση επί του δημιουργήματος. Το σύγχρονο κοινό (ουδεμία σχέση έχει με το περιορισμένο κοινό της Αθηναϊκής Δημοκρατίας ή της Ελισαβετιανής του Σαίξπηρ, όπως το έθετε ο Καστοριάδης) είναι πολυπληθέστερο, πολύ πιο ενημερωμένο και εκδημοκρατισμένο, μιας και έχουν σημαντικά αμβλυνθεί οι ταξικές ή έμφυλες διαφορές. Φυσικά αναφέρομαι στις χώρες της Δύσης, αφού για τις άλλες δεν έχω άποψη. Ό,τι όμως κερδήθηκε σε ποσότητα, χάθηκε αναπόφευκτα σε ποιότητα. Μπορεί η εισβολή των μαζών σε κοινωνικό/ πολιτικό επίπεδο να υποχρέωσε τις ελίτ και τους διευθύνοντες να προσαρμόσουν τις πολιτικές τους ώστε να μην προκύψουν επαναστατικές ανατροπές, αλλά ο πολιτισμός δέχτηκε ισχυρό πλήγμα.
Το ότι στο super market της Τέχνης βρίσκουμε περισσότερα προϊόντα με πολύχρωμα περιτυλίγματα, αυτό δεν σημαίνει ότι το γούστο μας, η αισθητική μας και συνεπακόλουθα, η κρίση μας έχει αντίστοιχα βελτιωθεί.
Μολονότι σε ένα πρώτο επίπεδο η φεμινιστική, ΛΟΑΤΚΙ κλπ. τέχνη έκαναν διακριτή την παρουσία τους, εμπλουτίζοντας το υπάρχον με τη φρέσκια τους θεώρηση, αυτού του είδους η συμπερίληψη δεν συνεπάγεται αυτόματα ποιοτικότερη τέχνη. Σίγουρα όχι ποιοτικότερη κρίση από τους καταναλωτές της. Το ότι στο super market της Τέχνης βρίσκουμε περισσότερα προϊόντα με πολύχρωμα περιτυλίγματα, αυτό δεν σημαίνει ότι το γούστο μας, η αισθητική μας και συνεπακόλουθα, η κρίση μας έχει αντίστοιχα βελτιωθεί.
Η αισθητική κρίση, λοιπόν, επηρεάζεται από την ποικιλία (η οποία οφείλει να υπάρχει), αλλά δεν καθορίζεται και δεν εμπλουτίζεται απαραίτητα από αυτήν. Αν η συμπερίληψη (την οποία χειροκροτώ ως πολίτης) κάνει μια κοινωνία πιο ανεκτική στα μέχρι πρότινος αποκλεισμένα μέλη της, δεν ισχύει απαραίτητα για το γούστο της και την ευκολία της κρίσης της, η οποία συχνά επαίρεται και αποφαίνεται επί παντός με τρόπο απλουστευτικό, εφαρμόζοντας με προκρούστειο τρόπο την πολιτική της άποψη στο καλλιτεχνικό πεδίο. Το πρόβλημα στην περίπτωση αυτή είναι πως αρνείται αυτό που η ίδια απαιτεί για τον εαυτό της: την ιστορικότητα. Το γεγονός ότι όπως εκείνη μετά από μακροχρόνιους αγώνες κέρδισε επάξια τη θέση της στο κοινωνικό γίγνεσθαι, έτσι έγινε και με την προηγούμενη τάξη πραγμάτων, όπως και με όποια ακολουθήσει.
Η εγγραφή του πολιτικοκοινωνικού στο πολιτιστικό, αφενός δεν γίνεται αυτόματα, αφετέρου προσκρούει στη σχετική αυτονομία του δεύτερου (κάτι που ο Μπαχτίν είχε σοφά διαπιστώσει στο θέμα της γλώσσας). Και για να μη θεωρητικολογώ άσκοπα, μπορεί το γούστο του ευρύτερου κοινού να διαμορφώνεται ανάλογα με τις δεσπόζουσες παραμέτρους, αλλά η καλλιτεχνική δημιουργία αποτελεί ταυτόχρονα την έκφραση και την άρνησή τους. Είναι μάλιστα το δεύτερο σκέλος (η αρνητική διάσταση) που, ερχόμενη σε ευθεία αντιπαράθεση με το υπάρχον, καθιστά το καλλιτεχνικό έργο επαναστατικό.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανοχή δεν μπορεί να υφίσταται αποκλειστικά για όσα θίγουν τις ευαισθησίες των άλλων αλλά, κυρίως, για όσα θίγουν τις δικές μας.
Με όλα αυτά δεν θέλω να καταλήξω στο απλοϊκό σχήμα της διάστασης μεταξύ κοινού και δημιουργού, αφού κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο να ισχύει. Στην περίπτωση, όμως, που προκύπτει, καθώς ο καλλιτέχνης αυτονομείται συχνά κόβοντας βίαια τον ομφάλιο λώρο που τον συνδέει με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αυτό δεν αποτελεί προσβολή προς εκείνους που καταναλώνουν την τέχνη και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως τέτοια. Και εάν αυτό ακούγεται στους περισσότερους λογικό, ας το δούμε ως εξής: μπορεί τα όρια ανοχής της εποχής να έχουν διευρυνθεί σε ζητήματα έκφρασης της σεξουαλικότητας ή θρησκευτικής ανοχής, αλλά έχουν αμβλυνθεί σε άλλα που σχετίζονται με το φύλο, τη φυλή ή το ανθρώπινο σώμα.
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανοχή δεν μπορεί να υφίσταται αποκλειστικά για όσα θίγουν τις ευαισθησίες των άλλων αλλά, κυρίως, για όσα θίγουν τις δικές μας. Το να επικρίνουμε τον καλλιτέχνη που αποφασίζει να παρακάμψει ή να συγκρουστεί με τις προσωπικές μας ευαισθησίες, επειδή το έργο του για λόγους εσωτερικής αναγκαιότητας το επιβάλει, αποτελεί ευθεία παρέμβαση στην καλλιτεχνική δημιουργία. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κοινό είναι υποχρεωμένο να ανέχεται τα πάντα. Όμως, αυτό είναι κάτι που πάντα ίσχυε και θα συνεχίσει να ισχύει. Ας επιλέξει ο καθένας αυτό που του ταιριάζει και ας αγνοήσει τα υπόλοιπα. Οι κραυγές και τα εύκολα «cancel» παραπέμπουν στη λογοκρισία των ολοκληρωτικών καθεστώτων, καίτοι δεν εκπορεύονται από μια κεντρική εξουσία αλλά αποτελούν τη συλλογική ετυμηγορία της απρόσωπης μάζας των social.
Ο κριτικός
Σε αυτό το σημείο, παρεμβάλλεται ο κριτικός ως ενδιάμεσος, διαμεσολαβητής και ειρηνοποιός μεταξύ των δύο μερών. Δύσκολος ο ρόλος του, για πολλούς λόγους. Αφενός γιατί απευθύνεται στους αναγνώστες, το κοινό, εκπαιδεύοντάς το και προσφέροντάς του τα κριτικά εφόδια που θα του επιτρέψουν να αυτονομηθεί, συχνά εις βάρος του δημιουργού τον οποίο εκείνος κατακρίνει, αφού αυτή είναι η δουλειά του. Αφετέρου, όμως, οφείλει κι ο ίδιος να αυτονομηθεί σε σχέση με τις επιθυμίες του κοινού που επιβάλλονται μέσω του μεγέθους του. Συγκεκριμένα, εάν το κοινό υπακούοντας στα trends της εποχής αναζητά στον συγγραφέα και το έργο του όσα σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο θεωρεί δεδομένα, ακυρώνοντας με ευκολία όσους δεν συντάσσονται με αυτά, τότε το χρέος του κριτικού είναι να σταθεί στο πλευρό του αποσυνάγωγου δημιουργού.
Ο δημιουργός αυτονομείται προκειμένου να δημιουργήσει, κι αυτή είναι η επαναστατική του δύναμη, η αρνητική θέση στην κατάφαση της πραγματικότητας.
Ο κριτικός κρίνει πάντα το έργο και όχι τις ιδέες, το βιβλίο ή τον βίο του καλλιτέχνη. Υπενθυμίζει στο κοινό, όσο του επιτρέπουν οι δυνάμεις του, ότι πέραν του καλού και του κακού, πέραν της τρέχουσας ηθικής που διαμορφώνεται και εξελίσσεται ιστορικά, οι αισθητικοί κανόνες ακολουθούν, πλην όμως δεν ταυτίζονται με τους άλλους κανόνες. Ο δημιουργός αυτονομείται προκειμένου να δημιουργήσει, κι αυτή είναι η επαναστατική του δύναμη, η αρνητική θέση στην κατάφαση της πραγματικότητας. Εάν την απωλέσει για χάρη της συνύπαρξης με τις ιδέες της εποχής (όσο υπέροχες και μοναδικές κι αν είναι), τότε πιθανόν να ευνουχιστεί δημιουργικά, κι αυτό που θα απομείνει θα είναι ένας ακόμα νομοταγής πολίτης, υμνητής της καθημερινότητας. Ως προς αυτό, ο κριτικός θα στηρίξει τον δημιουργό, με όπλο την πένα του, προστατεύοντας την αυτονομία του, συνομιλώντας δημιουργικά μαζί του, αφού όπως κι εκείνος έναν Θεό υπηρετούν, σε μία εκκλησία διακονούν, εκείνη της τέχνης.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.





















