
Κανείς δεν έχει το αλάθητο και δεν μπορεί να βγει από τον υποκειμενισμό του. Έχει ενδιαφέρον να διαφωνούμε αν ο «Στόουνερ» του Τζον Γουίλιαμς [John Williams] ή οποιοδήποτε άλλο μυθιστόρημα είναι καλό ή όχι, αλλά ας μην θεωρούμε πως η άποψή μας είναι η μόνη σωστή. Κεντρική εικόνα: ο συγγραφέας Τζον Γουίλιαμς.
Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης
Με αφορμή ένα ενδιαφέρον (επι)κριτικό άρθρο για τον «Στόουνερ» του Williams που διάβασα πρόσφατα, θα ήθελα να μοιραστώ κάποιες σκέψεις. Όχι για να υπερασπιστώ το βιβλίο (το οποίο θεωρώ εξαιρετικό όσον αφορά τη διαχείριση του θέματός του με τον συγκεκριμένο αφηγηματικό τρόπο που επέλεξε ο δημιουργός του), αλλά περισσότερο να σταθώ σε κάτι άλλο που με έχει απασχολήσει το τελευταίο διάστημα, παρατηρώντας τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η κριτική τόσο από μέρους μου όσο κι από άλλους.
Καταρχάς, ξεκινάμε με ένα παράδοξο. Όλοι μας στοχεύουμε στην αντικειμενικότητα, τουλάχιστον όσον αφορά τα κριτήρια της κριτικής μας. Γνωρίζουμε βέβαια εκ προοιμίου ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, καθότι η βάση εκκίνησής μας δεν είναι η ίδια - και εάν είναι, δεν παραμένει απαραίτητα σταθερή συν τω χρόνω. Κανείς όμως δεν ξεκίνησε να γράφει ένα κριτικό κείμενο θεωρώντας ενδόμυχα και εν πάση ειλικρινεία ότι η υποκειμενικότητά του στερείται μιας κάποιας…αντικειμενικότητας. Α μη τι άλλο, θεωρεί ότι εκφράζει την εποχή του, ένα Χ κοινό και, όπως ορθά το είχε θέσει και ο Καμύ, «πιστεύει τουλάχιστον στη δύναμη της φωνής του». Μπορεί ο φιλόσοφος να αναφερόταν στους μηδενιστές, εντούτοις, ισχύει ρητά για τον γράφοντα, όπως και για τους περισσότερους εκεί έξω.
Τι είναι η «αντικειμενικότητα»;
Σε τι συνίσταται όμως αυτή η περιβόητη «αντικειμενικότητα», κανείς δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει επακριβώς. Στην καλύτερη περίπτωση γίνεται αναφορά σε «κριτήρια», σε «εργαλεία» κριτικής. Τα οποία βέβαια θα πρέπει να γίνουν και αποδεκτά. Αφενός από έναν κύκλο ειδικών, επαγγελματιών της κριτικής ας πούμε, και αφετέρου από το αναγνωστικό κοινό, στο οποίο τελικά απευθύνονται και για χάρη του οποίου (χωρίς να παραγνωρίζω τον ναρκισσισμό όσων εκτίθενται γραπτώς) υποτίθεται παράγεται όλος αυτός ο γραπτός λόγος. Σχολές, θεωρίες, βιβλιογραφία, όλα αυτά που συνιστούν το corpus της κριτικής και στα οποία βασιζόμαστε, όσο μπορούμε, για να επιτελέσουμε το «λειτούργημα», και τα οποία μας προσφέρουν τελικά έστω την ψευδαίσθηση της αντικειμενικότητας, για να επανέλθω. Γιατί όμως είναι «ψευδαίσθηση»;
Εδώ υπεισέρχεται ο υποκειμενικός παράγοντας, όπως μπορώ να τον διακρίνω. Ο κριτικός και αναγνώστης μιας εποχής εξ ορισμού εμφανίζεται, δρα και άρα γράφει εντός συγκεκριμένου ιστορικού πλαισίου, κάνοντας χρήση ενός προσδιορισμένου και γι’ αυτό περιοριστικού γλωσσικού κώδικα. Αντλεί από μια έτοιμη δεξαμενή τόσο έργων όσο και θεωρίας, φέροντας συνειδητά ή μη το βάρος του παρελθόντος, στοχεύοντας στο παρόν και στο μέλλον. Κατ’ αυτή την έννοια, όσο κι αν το προσπαθεί, περιορίζεται τόσο από όσα γνωρίζει όσο κι από εκείνα στα οποία έχει πρόσβαση ως πολίτης μιας χώρας της Δύσης, εν προκειμένω. Ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα είναι εκείνο της ιδεολογίας του κρίνοντος, αποτέλεσμα κι αυτό της ιστορικότητας, σε συνδυασμό με το πλέον υποκειμενικό όλων στοιχείο, εκείνο της προσωπικότητάς του. Εφόσον συνδυάσουμε όλα αυτά, οδηγούμαστε σε ένα εκρηκτικό μείγμα υποκειμενισμού που δείχνει να λειτουργεί ασφυκτικά, αποτρέποντας την αντικειμενικότητα της κριτικής.
Η έμφυλη ταυτότητα και η φεμινιστική οπτική αποτελούν πλέον εκ των ων ουκ άνευ στην καθημερινότητά μας. Αυτό συνεπάγεται ότι αφενός καταγράφονται κειμενικά, αφετέρου αυτομάτως αναδεικνύονται σε «κριτήρια» και «εργαλεία», μιας νέας «υποκειμενικής αντικειμενικότητας.
Να δώσω συγκεκριμένο παράδειγμα, για να επανέλθω και στην αφορμή αυτού του κειμένου. Η Φεμινιστική κριτική, για παράδειγμα, αποτελεί μια αναγνωρισμένη «σχολή», όπως και ο Μετα-δομισμός, η Μαρξιστική ή Ψυχαναλυτική κριτική, εν μέσω άλλων. Η έμφυλη ταυτότητα και η φεμινιστική οπτική αποτελούν πλέον εκ των ων ουκ άνευ στην καθημερινότητά μας. Αυτό συνεπάγεται ότι αφενός καταγράφονται κειμενικά, αφετέρου αυτομάτως αναδεικνύονται σε «κριτήρια» και «εργαλεία», μιας νέας «υποκειμενικής αντικειμενικότητας» όπως το έθεσα πιο πάνω. Εάν λοιπόν θέλουμε να είμαστε…αντικειμενικοί, οφείλουμε να τους παραχωρήσουμε τον χώρο που αυτοδικαίως κατέχουν. Και όταν λέω να τους «παραχωρήσουμε», για να μην υπάρχει παρεξήγηση, δεν εννοώ κάποιο ιερατείο λευκών προνομιούχων ανδρών-αυθεντιών που αδειοδοτεί κατά βούληση κάνοντας χάρες στους πληβείους, αλλά ως κοινωνία που επιζητά ενεργά την ισότητα των μελών της σε όλα επίπεδα, άρα και στο πολιτιστικό.
Σύγκρουση
Είναι δεδομένο ότι οποιαδήποτε κριτική σχολή και σκέψη δεν μπορεί να ταυτίζεται απαραίτητα με τις προϋπάρχουσες, επιζητώντας απαραίτητα έγκριση ή υποστήριξη των κυρίαρχων απόψεων της εποχής, ενώ συχνότερα ωριμάζει και αυτοπροσδιορίζεται σε σύγκρουση με τις πρώτες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο είτε χάνεται στη λήθη είτε, το συχνότερο, ενσωματώνεται, αφήνοντας το στίγμα της και προωθώντας την κριτική σκέψη. Και πάλι, μέσα στην ίδια σχολή ενυπάρχουν διαφορετικά ρεύματα και απόψεις, οι οποίες ανάλογα με τη συγκυρία πριμοδοτούνται ή παραμερίζονται. Είναι λογικό δε, στον δημόσιο διάλογο, να προκρίνονται ή έστω να ακούγονται περισσότερο οι συγκρουσιακές φωνές, μιας και αυτόματα εγείρουν τα αντανακλαστικά εκείνων που στέκουν ως θεματοφύλακες ενός κατεστημένου ή διαβλέπουν στις πρώτες μια εκ του πονηρού πρόκληση προκειμένου να τραβήξουν τα φώτα επάνω τους με τρόπο συχνά άκομψο και επιτηδευμένο. Και τα δύο μπορεί να ισχύουν, χωρίς διόλου να αναιρείται το δίκαιο ή το άδικο της κριτικής. Σε έναν κόσμο υποκειμενικότητας, όπου το αντικειμενικό τίθεται εν αμφιβόλω σε κάθε ευκαιρία, ποιος μπορεί να κατηγορήσει τον άλλον για κρυφά ελατήρια, ατζέντες κ.ο.κ.; Ο τελευταίος αναμάρτητος μας έχει αφήσει ορφανούς αιώνες τώρα και οι λοιποί παλεύουμε ο καθείς με τα φαντάσματα της αξιοσύνης του.
Κανείς δεν διαθέτει το αλάθητο, κανείς δεν έχει στην κατοχή του το δαχτυλίδι του Πέτρου, και σε τελική ανάλυση πρέπει να θυμόμαστε ότι οι άνθρωποι πάντα θα ερίζουν για όσα είναι αμφιλεγόμενα.
Όσοι επομένως κατηγορούν τη φεμινιστική κριτική για ιδεοληψία, απλά εξεγείρονται ενάντια στο γεγονός ότι δεν είναι η δική τους ιδεοληψία, η δική τους προτεραιότητα, αλλά εκείνη μιας άλλης/ άλλου. Κανείς δεν διαθέτει το αλάθητο, κανείς δεν έχει στην κατοχή του το δαχτυλίδι του Πέτρου, και σε τελική ανάλυση πρέπει να θυμόμαστε ότι οι άνθρωποι πάντα θα ερίζουν για όσα είναι αμφιλεγόμενα. Και εάν όλα τα προηγούμενα φαντάζουν ως εκ μέρους μου υποστήριξη ενός άκριτου ιστορικισμού ή σχετικισμού όπου όλοι εμβαπτίζονται στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ, ας καταθέσω και την προσωπική μου οπτική.
Μπορεί να ορίζω τον εαυτό μου ως συντηρητικό παραδοσιοκράτη (μια ακόμα ταμπέλα είναι κι αυτό), αλλά αυτό δεν συνεπάγεται εξ ορισμού σύγκρουση με ό,τι προηγήθηκε και, το σημαντικότερο, όσα ακολουθούν. Η προτίμηση σε έναν τρόπο, η επιλογή εν ολίγοις, είναι ταυτόχρονα κι ένας ή περισσότεροι αποκλεισμοί. Το γεγονός ότι κάποια άλλη θέλει να αυτοπροσδιοριστεί ως φεμινίστρια δεν την καθιστά αυθωρεί αντίπαλό μου, αλλά πιθανή συνεργάτη. Ο ένας λόγος είναι, να το πω λαϊκά, ότι «για τη λογοτεχνία παλεύουμε όλοι μας, σύντροφοι». Δεν σημαίνει ότι έχουμε τις ίδιες απόψεις για αυτή, αν κι αυτό ισχύει και για τους μετέχοντες στο ίδιο «κίνημα». Αυτό που μας χωρίζει όμως, και όχι μόνο από εκείνους που ανήκουν σε άλλες σχολές, αλλά και μεταξύ των ομοϊδεατών, είναι το σημαντικότερο που με λίγα λόγια είναι το ακόλουθο.
Το εγώ και οι ιδέες
Κανείς μας δεν ξεπερνάει τις ιδέες του, εν ολίγοις το εγώ του. Ας το αποδεχτούμε αυτό. Και αποδεχόμενοι ας κάνουμε ένα βήμα πιο πέρα και ας συναινέσουμε σε κάτι που ξεπερνά όλους μας: το ίδιο το έργο. Ας προσπαθήσουμε τουλάχιστον να μην επιχειρούμε να το προσεγγίσουμε για λόγους τακτικής, πολεμικής, προπαγάνδας, ναρκισσισμού κλπ. με όλη μας τη σκευή προκειμένου να το ρίξουμε στο κρεβάτι του Προκρούστη, ώστε να αποδείξουμε μέσω αυτού το δίκαιο της ιδεολογίας μας, της οπτικής μας. Για παράδειγμα, κανένα κοινωνικά δίκαιο αίτημα δεν μπορεί να εγγραφεί στο έργο τέχνης, εφόσον αυτό δεν το εμπεριέχει. Αναγνωρίζω ότι οι ερμηνείες (όχι το νόημα, υπάρχει διαφορά) μπορεί να είναι πολλές, καθότι όπως προείπα τίποτα δεν δημιουργείται ή κρίνεται εν κενώ. Πλην όμως, χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ή εμπειρία, οι περισσότεροι, ακόμα και οι εκτός λογοτεχνικού νυμφώνα, μπορούν να κατανοήσουν πότε η κριτική χρησιμοποιείται ως όπλο και όχι ως εργαλείο, πότε κυριαρχεί η πρόκληση, η προπαγάνδα που απομονώνει το μέρος από το όλο, που στέκεται στο έλασσον ιδεολογικό παρακάμπτοντας το μείζον καλλιτεχνικό, που επιχειρεί επί του λογοτεχνήματος ως επί εχθρικού εδάφους παίρνοντας εκ των υστέρων εκδίκηση για προηγούμενες αδικίες, καθιστώντας το καλλιτεχνικό πεδίο αρένα με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Αποδεχόμαστε την υποκειμενικότητά μας και την αδυναμία μας να παραμείνουμε «ανιδεολόγητοι» ή ουδέτεροι κι αυτό μας καθιστά επιφυλακτικούς, ανοικτούς στο γεγονός ότι και οι άλλοι λειτουργούν παρόμοια.
Και το έργο; Αυτό στέκεται σε μια γωνία αναμένοντας τον νικητή μόλις ο Χρόνος χτυπήσει το καμπανάκι. Ο χρυσός κανόνας παραμένει αυτός: Αποδεχόμαστε την υποκειμενικότητά μας και την αδυναμία μας να παραμείνουμε «ανιδεολόγητοι» ή ουδέτεροι κι αυτό μας καθιστά επιφυλακτικούς, ανοικτούς στο γεγονός ότι και οι άλλοι λειτουργούν παρόμοια. Διαθέτουμε όμως μια πυξίδα, ένα σταθερό Βορρά, το ίδιο το έργο. Και προσερχόμενοι στον Ναό αφήνουμε στον πρόδομο τα όπλα μας, γνωρίζοντας ότι θα είναι πάντα εκεί όταν βγούμε ξανά στον στίβο της σύγκρουσης με τους άλλους. Αλλά έστω για λίγο, όταν για παράδειγμα ανοίγουμε τον «Στόουνερ» του Williams, κάνουμε ειρήνη. Με τον εαυτό μας κυρίως. Για να απολαύσουμε κάτι που ίσως να ξεπερνά την οργή μας, τις διαψεύσεις, το σκότος που είναι ο κόσμος και οι άλλοι άνθρωποι. Κι αυτή είναι η μικρή μας νίκη ενάντια στον μεγάλο εχθρό, τον Χρόνο.
*Ο ΦΩΤΗΣ ΚΑΡΑΜΠΕΣΙΝΗΣ είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας. Διαχειρίζεται το βιβλιοφιλικό blog Αναγνώσεις.























