
Με αφορμή την ημερίδα με θέμα «Ο ψυχαναλυτής στον δημόσιο χώρο», που διοργανώνει ο Ελληνικός Ψυχαναλυτικός Χώρος Ντ. Γ. Γουίνικοτ το Σάββατο 1 Νοεμβρίου στο ΕΚΠΑ, τα μέλη του συνομίλησαν με δύο προσκεκλημένες ομιλήτριες: την Ντέμπορα Άννα Λουέπνιτζ (Deborah Anna Luepnitz) και την Γκάμπριελ Μπράουν (Gabrielle Brown).
Συνέντευξη στην ομάδα του Ελληνικού Ψυχαναλυτικού Χώρου Ντ. Γ. Γουίνικοτ
Ποια είναι η παρουσία του ψυχαναλυτή έξω από τον χώρο του ψυχαναλυτικού γραφείου; Από τα πρώτα βήματα της ψυχανάλυσης έως σήμερα, οι ψυχαναλυτές συμμετέχουν στη δημόσια σφαίρα είτε μέσω του γραπτού και προφορικού τους λόγου είτε μέσω παρεμβάσεων στο κοινωνικό πεδίο.
Με αφορμή την ημερίδα με θέμα «Ο ψυχαναλυτής στον δημόσιο χώρο», που διοργανώνει ο Ελληνικός Ψυχαναλυτικός Χώρος Ντ. Γ. Γουίνικοτ το Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025, στο Αμφιθέατρο Δρακόπουλου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τα μέλη του συνομίλησαν με δύο προσκεκλημένες ομιλήτριες: από την Αμερική (Φιλαδέλφεια, Πενσυλβάνια) την Deborah Anna Luepnitz και από το Ηνωμένο Βασίλειο (Λονδίνο) την Gabrielle Brown.
Η Ντέμπορα Λουέπνιτζ είναι ψυχαναλύτρια με έδρα τη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών και συγγραφέας των: The family interpreted: Feminist theory in clinical practice. Basic Books, 1988 και Schopenhauer’s porcupines: Five stories of psychotherapy. Basic Books, 2002. Πριν 20 περίπου χρόνια ίδρυσε το πρόγραμμα Insight for All, στόχος του οποίου είναι η δωρεάν παροχή ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας σε άτομα που έχουν βιώσει την εμπειρία της αστεγίας.
Η Γκάμπριελ Μπράουν είναι δικαστική ψυχοθεραπεύτρια στην κλινική Portman, στο Λονδίνο, η οποία στο Εθνικό Σύστημα Υγείας της Βρετανίας αποτελεί κέντρο ψυχοθεραπείας για παιδιά, νέους και ενήλικους που παρουσιάζουν εγκληματική δράση, παράνομες σεξουαλικές συμπεριφορές ή προβλήματα βίας, όπου υπήρξε και επικεφαλής στην εκπαίδευση για την Ιατροδικαστική Ψυχοθεραπεία. Εργάστηκε για τριάντα χρόνια σε φυλακές και με άστεγους. Είχε την επιμέλεια του τόμου Psychoanalytic thinking on the unhoused mind (Routledge, 2019).
Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε από τους:
Μαριάνθη Καλατζή, κλινική ψυχολόγος, ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεύτρια, μέλος Ελ. Ψυ. Χ. Ντ. Γ. Γουίνικοτ
Άρης Κουλός, κλινικός ψυχολόγος, ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής, μέλος Ελ. Ψυ. Χ. Ντ. Γ. Γουίνικοτ
Ελίζα Νικολοπούλου, κλινική ψυχολόγος, ψυχαναλύτρια, μέλος ΕΨΕ/IPA, μέλος Ελ. Ψυ. Χ. Ντ. Γ. Γουίνικοτ
Οι μεταφράσεις των συνεντεύξεων έγιναν από την Μαριάνθη Καλατζή.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΝΤΕΜΠΟΡΑ ΛΟΥΕΠΝΙΤΖ
Τελευταία γίνεται πολύς λόγος στους κύκλους των ψυχαναλυτών για την «Ψυχανάλυση στο δημόσιο χώρο» και την «Κοινοτική ψυχανάλυση». Τι σημαίνουν για εσάς αυτοί οι όροι και ποιες είναι οι συνδηλώσεις τους;
Οι όροι αυτοί μπορεί να αναφέρονται σε ψυχαναλυτές που εκφράζονται δημόσια σχετικά με τα σημαντικά ζητήματα της εποχής μας, αλλά αναφέρονται επίσης στην ψυχαναλυτική πρακτική που λαμβάνει χώρα έξω από το γραφείο του αναλυτή ή με «μη παραδοσιακούς» πληθυσμούς. Αυτό που θα ήθελα κατ’ αρχάς να υπογραμμίσω είναι ότι δεν πρόκειται στ’ αλήθεια για κάτι καινούριο αλλά για μια επιστροφή στις ρίζες μας. Στην ουσία ήδη από το 1918 ο Σίγκμουντ Φρόιντ διατύπωσε την πεποίθησή του ότι στο μέλλον τόσο οι πλούσιοι όσο και οι φτωχοί θα έχουν πρόσβαση στη θεραπεία μέσω του λόγου (talking cure). Πράγματι, στη δεκαετία που ακολούθησε 10 δωρεάν κλινικές εξαπλώθηκαν σε επτά ευρωπαϊκές χώρες. Το γεγονός ότι πλέον περισσότεροι ψυχαναλυτές αναλαμβάνουν τη θεραπεία ασθενών που είναι άστεγοι, εκτίουν ποινή φυλάκισης ή είναι με άλλο τρόπο περιθωριοποιημένοι αποτελεί φόρο τιμής στους αναλυτές της δεκαετίας του 1920.
Μπορεί η ψυχαναλυτική σκέψη να ρίξει φως στις κοινωνικές αδικίες και τις πολιτικές κρίσεις;
Ναι. Στην πραγματικότητα η ψυχαναλυτική σκέψη έχει μια μοναδική ικανότητα να ρίχνει φως στην κοινωνική καταπίεση και τους αγώνες για απελευθέρωση.
Για παράδειγμα, σε όλο τον κόσμο υπάρχουν πολλοί που καταδικάζουν την ομοφυλοφιλία ή την τρανς ταυτότητα ως «αφύσικη». Πιστεύω ότι ο Μισέλ Φουκώ είχε δίκιο όταν έλεγε ότι η μεγαλύτερη συνεισφορά του Φρόιντ στον πολιτισμό ήταν το ότι αμφισβήτησε την έννοια μιας «φυσικής» σεξουαλικότητας. Ο Φρόιντ εξήγησε ότι τόσο η ταυτότητα φύλου όσο και η επιθυμία δεν είναι απλώς έμφυτες αλλά επηρεάζονται από τις πολιτισμικές απαγορεύσεις (ταμπού) και το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, το οποίο -όπως υπογράμμισε το 1923- έχει δύο όψεις για όλους τους ανθρώπους: ένα ομόφυλο κι ένα ετερόφυλο. Συνήθως διδάσκεται και θεωρείται αυτονόητο μόνο το «ετερόφυλο» μέρος του συμπλέγματος, όμως εκείνο που ο ίδιος αποκαλούσε «πληρέστερο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα» υπάρχει ξεκάθαρα στο έργο του Το Εγώ και το Αυτό.
Άλλες ψυχαναλυτικές έννοιες, όπως η προβολή και η προβλητική ταύτιση, μας βοηθούν να κατανοήσουμε τον ρατσισμό και το αντι-μεταναστευτικό μένος που κυριαρχεί σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Όλοι είμαστε ευάλωτοι στο να αποσχίζουμε τα μη ανεκτά μέρη του εαυτού μας και να τα εναποθέτουμε σε έναν «άλλον» ή σε μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων, τους οποίους μπορούμε με ασφάλεια να περιφρονούμε προκειμένου να διατηρήσουμε την αίσθηση της δικής μας «καλοσύνης».
|
Η Ντέμπορα Λουέπνιτζ είναι ψυχαναλύτρια με έδρα τη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Πριν 20 περίπου χρόνια ίδρυσε το πρόγραμμα Insight for All, στόχος του οποίου είναι η δωρεάν παροχή ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας σε άτομα που έχουν βιώσει την εμπειρία της αστεγίας. |
Πιστεύετε ότι οι ψυχαναλυτές φέρουν την ευθύνη να παίρνουν θέση σχετικά με τις πολιτικές κρίσεις και την κοινωνική αδικία γενικότερα;
Η ψυχή και το σύστημα δεν υφίστανται ανεξάρτητα μεταξύ τους. Αντίθετα, μάλιστα, το ένα συγκροτεί το άλλο. Οι ψυχαναλυτές φέρουν σαφώς την ευθύνη να το κατανοούν αυτό και να παραμένουν ενήμεροι τόσο για τον εξωτερικό όσο και για τον εσωτερικό κόσμο. Μερικοί από εμάς τείνουμε περισσότερο προς την πολιτική δράση σε σύγκριση με άλλους. Για εμένα αυτό ξεκίνησε από τα φοιτητικά μου χρόνια, όταν νιώθαμε την επιτακτική ανάγκη να διαμαρτυρηθούμε για την εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, αλλά και να αγωνιστούμε για τα πολιτικά δικαιώματα. Άλλοι περιορίζουν τον ακτιβισμό τους στη συγγραφή επιστολών προς τους γερουσιαστές τους ή στη δημοσίευση άρθρων στον Τύπο. Νιώθω πολύ περήφανη όταν αναλυτές παίρνουν δημόσια θέση ενάντια στην αδικία και διακινδυνεύουν να εμπλακούν σε αυτό που ο πρωτοπόρος των πολιτικών δικαιωμάτων Τζων Λιούις (John Lewis) αποκαλούσε «καλός μπελάς». Ωστόσο, θα με ενοχλούσε ιδιαίτερα η δημιουργία μιας νέας σειράς από «πρέπει», που θα οδηγούσε τους αναλυτές-ακτιβιστές να νιώθουν ότι οφείλουν να κατακρίνουν όσους περιορίζουν το έργο τους στο χώρο του αναλυτικού γραφείου.
Το να εισάγουμε την πολιτική στον αναλυτικό χώρο μπορεί να είναι κάτι θετικό για πολλούς ασθενείς όχι όμως για όλους.
Ποια ηθικά διλήμματα μπορούν ενδεχομένως να προκύψουν στους ψυχαναλυτές που συμμετέχουν στον ακτιβισμό ή παίρνουν θέση στο δημόσιο χώρο;
Οι περισσότεροι από εμάς θεωρούμε σημαντικό έναν βαθμό ουδετερότητας απέναντι στους αναλυόμενους. Όταν όμως τοποθετούμαστε δημόσια για ζητήματα, όπως η πολιτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή ή ο πόλεμος στην Ουκρανία, αποκαλυπτόμαστε με τρόπους που κάποιοι αναλυόμενοι θα βρουν θελκτικούς και κάποιοι άλλοι απωθητικούς. Το να εισάγουμε την πολιτική στον αναλυτικό χώρο μπορεί να είναι κάτι θετικό για πολλούς ασθενείς όχι όμως για όλους. Σε κάποιους μπορεί να ενισχύσει τη θετική μεταβίβαση και σε άλλους να επιτρέψει την επεξεργασία της αρνητικής μεταβίβασης. Σε άλλους, όμως, ενδέχεται να διαλύσει την αυταπάτη, εκτροχιάζοντας έτσι τη θεραπευτική διαδικασία. Δεν υποστηρίζω ότι δεν αξίζει ποτέ να πάρουμε αυτό το ρίσκο, αλλά χρειάζεται να είμαστε επαρκώς ενήμεροι για τους κινδύνους.
Στην ομιλία σας αναφέρεστε στα εξαιρετικά υψηλά ποσοστά αστεγίας στις Ηνωμένες Πολιτείες -και ιδιαίτερα στην πόλη σας, τη Φιλαδέλφεια- κατά τη δεκαετία του 1980. Επισημαίνετε μάλιστα ότι τα τελευταία 40 χρόνια, αρκετές αμερικανικές πόλεις κατέβαλαν σημαντικές προσπάθειες για την παροχή Υποστηριζόμενης Στέγασης είτε προσωρινής είτε μακροχρόνιας. Πριν από είκοσι χρόνια, ξεκινήσατε ένα πρόγραμμα με την ονομασία Insight For All, με στόχο τη διασύνδεση ψυχαναλυτικών ψυχοθεραπευτών με ανθρώπους που έχουν βιώσει την εμπειρία της αστεγίας. Θα μπορούσατε, στο πλαίσιο αυτής της συνέντευξης, να μας μεταφέρετε συνοπτικά το πώς εξελίχθηκε αυτό το πρόγραμμα;
Πριν από 25 χρόνια, καθώς εργαζόμουν εθελοντικά σερβίροντας γεύματα, παρατήρησα ότι οι άνθρωποι δεν ήθελαν απλώς να φάνε· ήθελαν να μιλήσουν, να διηγηθούν την ιστορία τους. Αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα να κινητοποιήσω κι άλλους ψυχοθεραπευτές ώστε να συγκροτήσουμε μια ομάδα που θα προσέφερε δωρεάν θεραπεία σε ανθρώπους που είχαν ζήσει στον δρόμο. Το Insight For All είναι ένα εγχείρημα μικρής κλίμακας, χωρίς οικονομικούς πόρους. Παρ’ όλα αυτά, έχουμε καταφέρει μια ιδιαίτερα επιτυχημένη δουλειά με τους θεραπευόμενούς μας, ορισμένοι από τους οποίους συνεχίζουν τις συνεδρίες τους επί 8 έως και 10 χρόνια. Δεν παρέχουμε στέγαση ή ιατρική φροντίδα· αυτά καλύπτονται από τους τοπικούς φορείς Υποστηριζόμενης Στέγασης. Ωστόσο, το προσωπικό αυτών των δομών μάς παραπέμπει τους θεραπευόμενους.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι, για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας φοιτητής πανεπιστημίου μπορεί να επιλέξει κατεύθυνση σπουδών με αντικείμενο τις «Ψυχαναλυτικές Σπουδές».
Υπάρχουν πολλά άλλα μεγαλύτερα προγράμματα (από το Insight For All), σε διάφορες πόλεις των ΗΠΑ, που έχουν επιτελέσει εξαιρετικό έργο, όπως το «A Home Within» το οποίο συνδέει ψυχαναλυτές με νέους που βγαίνουν από το σύστημα αναδοχής όταν ενηλικιώνονται. Νομίζω ότι είναι πραγματικά συναρπαστικό το γεγονός ότι ορισμένοι ψυχαναλυτικοί θεσμοί επιτρέπουν πλέον στους υποψήφιους αναλυτές να αναλάβουν, ως μια από τις περιπτώσεις υπό εποπτεία που απαιτεί η εκπαίδευσή τους, άτομα που είναι άστεγα ή κατά κάποιον άλλο τρόπο κοινωνικά περιθωριοποιημένα.
Αξίζει επίσης να αναφερθεί ότι, για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας φοιτητής πανεπιστημίου μπορεί να επιλέξει κατεύθυνση σπουδών με αντικείμενο τις «Ψυχαναλυτικές Σπουδές». Το πρόγραμμα αυτό προσφέρεται πλέον σε 15 διαφορετικά πανεπιστήμια στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο καθηγητής Μαξ Κάβιτς (Max Cavitch), ο οποίος συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός τέτοιου προγράμματος στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια, κυκλοφόρησε φέτος το βιβλίο Psychoanalysis and the university: Resistance and renewal from Freud to the present. Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις, σύμφωνα με ορισμένα ερευνητικά δεδομένα, ότι αρκετοί νέοι άνθρωποι -ίσως απογοητευμένοι από τους περιορισμούς της Γνωσιακής-Συμπεριφορικής Θεραπείας- στρέφονται εκ νέου προς την ψυχανάλυση.
Στην ομιλία σας αναφέρετε ότι υπάρχουν τρεις αιτίες που οδηγούν στην αστεγία: (1) Μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας περιβαλλοντικής καταστροφής (λ.χ. πόλεμος, πυρκαγιά ή τυφώνας)· (2) Μπορεί να είναι μια συνειδητά επιλεγμένη άμυνα απέναντι σε μια ψυχική κατάρρευση λόγω, για παράδειγμα, ενδοοικογενειακής βίας· (3) Μπορεί να είναι μια ασυνείδητη άμυνα απέναντι σε μια ψυχική κατάρρευση που έχει ήδη επέλθει κατά τη βρεφική ή την πρώιμη παιδική ηλικία, όταν ακόμη δεν ήταν δυνατό να εγγραφεί στη μνήμη. Θα μπορούσατε να αναπτύξετε περισσότερο τη διαφορά ανάμεσα στη δεύτερη και την τρίτη κατηγορία;
Γνωρίζω εφήβους ομοφυλόφιλους που βασανίζονται από την έλλειψη αποδοχής των γονιών τους και επιλέγουν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους προκειμένου να διαφυλάξουν την ψυχική τους ισορροπία. Πολλοί από αυτούς καταλήγουν στον δρόμο πριν βρουν τελικά «καταφύγιο». Είναι πολύ διαφορετική η περίπτωση ενός ατόμου που έχει, για παράδειγμα, μια διάγνωση σχιζοφρένειας και απλώς περιπλανιέται μακριά από το σπίτι ζώντας σε σιδηροδρομικούς σταθμούς. Ακόμη κι όταν του προσφερθεί στέγη μπορεί να αρνηθεί να μπει σε εσωτερικό χώρο. Το εσωτερικό βίωμα της αυτο-εξορίας -βασισμένο στο πρώιμο, βρεφικό τραύμα που δεν μπορεί να ανακληθεί στη μνήμη- είναι τόσο ισχυρό ώστε μόνο μια ατέρμονη περιπλάνηση γίνεται ανεκτή. Φυσικά οι τρεις κατηγορίες μπορεί επίσης να επικαλύπτονται. Πρόκειται απλώς για την πρώτη μας προσπάθεια να διαμορφώσουμε ένα σχήμα.
Υπάρχουν άραγε κοινά χαρακτηριστικά που συγκροτούν και ορίζουν την ψυχική διάσταση της αστεγίας; Θεωρείτε ότι αυτός ο ψυχικός παράγοντας είναι, κατά κάποιον τρόπο, πρωτογενής σε σχέση με τη συνολική ψυχική λειτουργία κάθε ατόμου;
Δεν γνωρίζω αν όλοι οι άνθρωποι που καταλήγουν άστεγοι έχουν κάτι κοινό σε ψυχικό επίπεδο. Ο Φρόιντ επισημαίνει, στο δοκίμιό του για το Ανοίκειο, ότι το πρώτο «σπίτι» που κατοικεί ο καθένας μας είναι το σώμα της μητέρας. Εκείνη η περίοδος φαντάζει ιδεώδης, κατά την οποία όλες οι ανάγκες μας ικανοποιούνται. Η ικανότητά μας να δημιουργούμε άλλα «σπίτια» εξαρτάται από αυτή την πρωταρχική εμπειρία τού να νιώθουμε ασφαλείς μέσα σε ένα σπίτι. Ίσως όλοι όσοι καταλήγουν να ζουν στον δρόμο να έχουν βιώσει κάποιο έλλειμμα σε σχέση με το ενδομήτριο «σπίτι». Ωστόσο, δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό και αυτός είναι ο λόγος που προτιμώ να τονίζω την ποικιλομορφία των εμπειριών που συγκροτούν την κατάσταση της αστεγίας.
Έχω ρωτήσει κάθε άστεγο άτομο με το οποίο εργάστηκα στη διάρκεια αυτών των δύο δεκαετιών αν είχε ποτέ ένα μεταβατικό αντικείμενο (για παράδειγμα μια «αγαπημένη κουβερτούλα»). Κανείς δεν απάντησε θετικά σε αυτήν την ερώτηση (...)
Ο Ιησούς ήταν άστεγος και ο Βούδας κήρυττε την αστεγία. Επιπλέον, κάποιοι άνθρωποι που απορρίπτουν την απανθρωποποίηση του ύστερου καπιταλισμού επιλέγουν να ζουν σε σκηνές ή παλιά οχήματα και να συγκροτούν κοινότητες. Είναι πιθανόν ότι όλα τα πρόσωπα που μόλις ανέφερα να έχουν κάποιο κοινό χαρακτηριστικό, ένα προγεννητικό τραύμα, όμως αυτό μοιάζει κάπως απλουστευτικό. Παρ’ όλα αυτά, μπορώ να προσθέσω μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση επί του θέματος. Έχω ρωτήσει κάθε άστεγο άτομο με το οποίο εργάστηκα στη διάρκεια αυτών των δύο δεκαετιών αν είχε ποτέ ένα μεταβατικό αντικείμενο (για παράδειγμα μια «αγαπημένη κουβερτούλα»). Κανείς δεν απάντησε θετικά σε αυτήν την ερώτηση, αν και όλοι γνώριζαν πολύ καλά σε τι αναφερόμουν. Αρκετοί ανέφεραν ότι τα δικά τους παιδιά είχαν ένα τέτοιο αντικείμενο.
Τι είναι εκείνο, στην εργασία με αυτόν τον πληθυσμό, που σας οδηγεί να υποστηρίξετε ότι η ουσία της θεραπευτικής παρέμβασης έγκειται στο «να είσαι μαζί» με τον ασθενή, παρά στο «να κάνεις κάτι»; Όταν μιλάτε για το «να κάνεις κάτι» υποθέτουμε ότι αναφέρεστε στην ερμηνεία, την οποία ενδεχομένως επιφυλάσσετε για ασθενείς με υψηλότερη λειτουργικότητα;
Ο Ντόναλντ Γουίνικοτ ήταν εκείνος ο οποίος, στο τέλος της ζωής του, εξέφρασε τη λύπη του για την ανάπτυξη που ενδεχομένως παρεμπόδισε σε όλους τους αναλυόμενούς του -όχι μόνον στους πλέον εύθραυστους- μέσω της ερμηνείας. Κατά κάποιον τρόπο, ζητούσε συγγνώμη για τα «κλαϊνικά» του χρόνια, με την πρόωρη και παρεμβατική ερμηνεία, εκεί που το κράτημα και η αναγνώριση θα είχαν αποβεί πολύ πιο ευνοϊκές για τη θεραπεία.
Πράγματι, θεωρώ ότι η διατήρηση ενός ασφαλούς συναισθηματικού χώρου είναι υψίστης σημασίας για τους αναλυόμενούς μου που έχουν υπάρξει άστεγοι – αλλά και για άλλους. Ακόμη και κάποιος που λειτουργεί με ένα αποσχισμένο διανοητικό τμήμα του μπορεί να παράγει ερμηνείες.
Όμως, για να δημιουργηθεί ένα συναισθηματικό περιβάλλον κρατήματος που θα αντέξει στον χρόνο χρειάζεται ένας αναλυτής, ο οποίος λειτουργεί από τη θέση του Αληθούς Εαυτού, που είναι αρκετά ασφαλής ώστε να ζει με την «αρνητική ικανότητα» – την ικανότητα δηλαδή να μην γνωρίζει και να μην παριστάνει τον έξυπνο.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗΝ ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΜΠΡΑΟΥΝ
Θεωρείτε ότι η ψυχαναλυτική κοινότητα διαθέτει έναν «δημόσιο χώρο» μέσα στον οποίο χωράει η επικοινωνία, η ελεύθερη έκφραση, η διαφωνία και τελικά ο αναστοχασμός για τη θέση της ίδιας της ψυχανάλυσης μέσα στις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες; Ειδικότερα, πως αντιλαμβάνεστε την έννοια του δημόσιου χώρου και τις διαστάσεις του υπό το ψυχαναλυτικό πρίσμα;
Με ενδιαφέρει ο τρόπος που οι κοινωνίες προσεγγίζουν, διαπραγματεύονται και ίσως ακόμη και ενισχύουν εκείνους που επιτίθενται στις αξίες της ίδιας της κοινωνίας. Για τα άτομα των οποίων οι πράξεις εντός δημόσιου χώρου τούς θέτουν «πέρα από το όριο». Εάν η ψυχανάλυση ισχυρίζεται ότι αποτελεί μια ειδική γνώση για τον ανθρώπινο ψυχισμό, τότε συνεπάγεται ότι η πρακτική της οφείλει να είναι μία άνευ όρων φιλοξενία προς κάθε είδους ανθρώπινο ψυχισμό.
Η φιλελεύθερη κίνηση επιχειρεί να διευρύνει τη συμπερίληψη στον δημόσιο χώρο με το να υποστηρίζει ότι ορισμένες αποκλεισμένες ομάδες ανθρώπων έχουν κατηγοριοποιηθεί λανθασμένα. Αυτή η κίνηση υποστηρίζει ότι τα μέλη συγκεκριμένων, κοινωνικά αποκλεισμένων, ομάδων δεν είναι τόσο «κακά» όσο πιστεύεται ευρέως και, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως «κάποιοι από εμάς». Ωστόσο, η ψυχανάλυση βρίσκεται κατεξοχήν σε θέση να προτείνει πιο ριζοσπαστικές κινήσεις – κινήσεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση εξ ολοκλήρου την έννοια της «εξαίρεσης». Η ριζοσπαστική κίνηση ακολουθεί πιστά τα ευρήματα του Φρόιντ και της Μέλανι Κλάιν, σύμφωνα με τα οποία το ανθρώπινο ασυνείδητο δεν διαποτίζεται από τη συλλογική ηθική. Η επιθετικότητα, ο σαδισμός, το παράπονο, η ενοχή και η αυτοϋπονόμευση είναι καθολικά στα δυναμικά του ανθρώπινου ψυχισμού, καθώς και στα αντικοινωνικά όσο και προ-κοινωνικά δυναμικά του.
Όταν εργαζόμουν με πληθυσμούς αστέγων, πρότεινα ότι το να μυρίζεις άσχημα και το να αρνείσαι να πλυθείς αντιπροσωπεύει μια χαρακτηριστική πράξη με την οποία κάποιος καθιστά τον εαυτό του «μη αποδεκτό» – ακόμη και για τα πιο ανοικτά και φιλελεύθερα πνεύματα.
Γι’ αυτόν τον λόγο, με ενδιαφέρει το πώς μπορούμε να κατανοήσουμε ανθρώπους που ενεργητικά καθιστούν τον εαυτό τους «μη αποδεκτό». Όταν εργαζόμουν με πληθυσμούς αστέγων, πρότεινα ότι το να μυρίζεις άσχημα και το να αρνείσαι να πλυθείς αντιπροσωπεύει μια χαρακτηριστική πράξη με την οποία κάποιος καθιστά τον εαυτό του «μη αποδεκτό» – ακόμη και για τα πιο ανοικτά και φιλελεύθερα πνεύματα. Δεν ισχύουν οι πολιτικές «ίσων ευκαιριών» για εκείνους που επιχειρούν να μοιραστούν τον δημόσιο χώρο ενώ παραμελούν να φροντίζουν την προσωπική τους υγιεινή. Κατ’ αναλογία, εγκλήματα κατά παιδιών ή ευάλωτων ατόμων οδηγούν επίσης σε εξοστρακισμό που υπερβαίνει κατά πολύ τους απαραίτητους περιορισμούς που οριοθετούν τον κίνδυνο. Τα εγκλήματα αυτά περιγράφονται ευρέως ως «αδιανόητα» ή «απάνθρωπα» – και λιγότερο ως σημαίνουσες επικοινωνίες και συμπτώματα που εμπίπτουν πλήρως στο πεδίο κατανόησης της ψυχαναλυτικής θεωρίας.
![]() |
|
Η Γκάμπριελ Μπράουν είναι δικαστική ψυχοθεραπεύτρια στην κλινική Portman, στο Λονδίνο, η οποία στο Εθνικό Σύστημα Υγείας της Βρετανίας αποτελεί κέντρο ψυχοθεραπείας για παιδιά, νέους και ενήλικους που παρουσιάζουν εγκληματική δράση, παράνομες σεξουαλικές συμπεριφορές ή προβλήματα βίας |
Θεωρείτε ότι ο ψυχαναλυτής φέρει κοινωνική ευθύνη, οφείλει να πάρει θέση απέναντι σε ζητήματα όπως το τραύμα, τη βία, τον ρατσισμό, τη ρητορική μίσους και την κοινωνική αδικία; Σε τι νομίζετε ότι διαφέρει ο λόγος των ψυχαναλυτών από τον λόγο που εκφέρουν στον δημόσιο χώρο κοινωνικοί και πολιτικοί φορείς;
Βρίσκω αυτό το ερώτημα δύσκολο διότι οι ψυχαναλυτικοί θεσμοί μπορούν να λειτουργούν και ως σθεναροί υπερασπιστές συστημάτων προνομίων, κανονιστικότητας και διακρίσεων. Ωστόσο, είτε χρησιμοποιηθεί με συντηρητικό είτε με απελευθερωτικό τρόπο, η ψυχανάλυση παραμένει ένας ισχυρός λόγος. Έχει τη δύναμη να αναδείξει το κακό που έχει προκληθεί στο άτομο από τις κοινωνικές αδικίες που ενυπάρχουν στο ισχύον σύστημα (συστημικές διακρίσεις) και από πιο ενεργητικές εκφάνσεις μίσους.
Έτσι, υποστηρίζω ότι οι ψυχαναλυτές χρειάζεται να αφιερώσουν χρόνο προσπαθώντας να κατανοήσουν την ψυχοδυναμική του ρατσισμού, του λαϊκισμού και της ρητορικής μίσους.
Είναι ιδιαίτερης αξίας η συμβολή της ψυχανάλυσης στην κατανόηση επιθετικών, σαδιστικών και απαξιωτικών ψυχικών καταστάσεων, καθώς και των συνθηκών που τις γεννούν. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Γουίνικοτ μάς εισήγαγε σε αυτή την κατεύθυνση σκέψης αναδεικνύοντας την ψυχική κατάσταση παιδιών που ανταποκρίθηκαν με καταστροφικούς και παραβατικούς τρόπους στη φροντίδα που έλαβαν. Έτσι, υποστηρίζω ότι οι ψυχαναλυτές χρειάζεται να αφιερώσουν χρόνο προσπαθώντας να κατανοήσουν την ψυχοδυναμική του ρατσισμού, του λαϊκισμού και της ρητορικής μίσους.
Όπως γνωρίζετε, ο Γουίνικοτ απευθυνόταν συχνά δημόσια σε πρόσωπα και ομάδες εκτός του στενού κύκλου των συνεργατών του. Ενδεικτικά αναφέρουμε την ανοιχτή επιστολή στο British Medical Journal τον Μάρτιο του 1939, γραμμένη από κοινού με τον Τζ. Μπόουλμπι (J. Bowlby) και τον Εμ. Μίλλερ (Em. Miller), με την οποία προειδοποιούσαν για τις μακροχρόνιες τραυματικές συνέπειες στο ψυχισμό των μικρών παιδιών που απομακρύνθηκαν από τις οικογένειές τους υπό τον φόβο των βομβαρδισμών. Θυμίζουμε ακόμη τη μεγάλη σειρά των ραδιοφωνικών εκπομπών του από το BBC προς τους γονείς των οποίων τα παιδιά απομακρύνθηκαν, προς τα πρόσωπα που τα φιλοξένησαν κατά την περίοδο της απομάκρυνσής τους και προς τους δασκάλους που ανέλαβαν τη σχολική ζωή τους.
Πιστεύετε ότι στην εποχή μας υπάρχει δυνατότητα για ένα είδος «συλλογικού κρατήματος» – ιδιαίτερα σε περιόδους έκτατης ανάγκης για άτομα ή ομάδες που δεν έχουν πρόσβαση σε παραδοσιακές θεραπευτικές δομές; Ποιο θέμα της εποχής μας θεωρείτε ότι θα άξιζε να αποτελέσει αντικείμενο δημόσιας παρέμβασης εκ μέρους των σύγχρονων ψυχαναλυτών;
Ο τομέας στον οποίο εργάζομαι -η δικαστική ψυχοθεραπεία- βασίζεται στην ύπαρξη μιας διεπιστημονικής ομάδας γύρω από έναν ασθενή. Αυτή η ομάδα συνδυάζει το κυρίαρχο ιατρικό μοντέλο (ψυχίατροι, περίθαλψη) με επαγγελματίες και επόπτες που έχουν ψυχαναλυτικό υπόβαθρο καθώς και με ψυχολόγους. Νομίζω πως ο Γουίνικοτ πρότεινε ότι το «συλλογικό κράτημα» οφείλει να αποτελεί συλλογική προσπάθεια και ότι οι ασθενείς με πολύπλοκους εσωτερικούς κόσμους χρειάζεται να βιώσουν τη συλλογικότητα για να μπορέσουν να νιώσουν «ότι τους κρατούν» και ότι είναι ασφαλείς.
Επιπλέον, δίνουμε μεγάλη προσοχή στα οργανωτικά δυναμικά των θεσμών από τους οποίους παρέχεται η φροντίδα και η εμπερίεξη.
Οι συνάδελφοί μου και εγώ αφιερώνουμε πολύ χρόνο παρέχοντας τακτικά χώρους Αναστοχαστικής Πρακτικής σε ομάδες που εργάζονται με περίπλοκες περιπτώσεις ασθενών που έχουν διαπράξει εγκλήματα – σε φυλακές, νοσοκομεία, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και σε εθελοντικές οργανώσεις. Με έναν τρόπο, αυτό διασφαλίζει ότι ο ασθενής έχει στη διάθεσή του ένα υγιές «ωριμοποιητικό περιβάλλον». Η εργασία μας βασίζεται σε μοντέλα κλινικής εποπτείας, τα οποία επιτρέπουν να απαρτιώνονται οι διαφορετικές μεταβιβάσεις που μπορεί να έχει ο ασθενής προς τα μέλη της θεραπευτικής ομάδας και τους ρόλους τους. Επιπλέον, δίνουμε μεγάλη προσοχή στα οργανωτικά δυναμικά των θεσμών από τους οποίους παρέχεται η φροντίδα και η εμπερίεξη. Αυτό το σκέλος της εργασίας μας είναι εμπνευσμένο από το έργο του Ινστιτούτου Τάβιστοκ σχετικά με τις ασυνείδητες συλλογικές κοινωνικές άμυνες απέναντι στις υπαρξιακές αγωνίες, οι οποίες μπορούν να παγιωθούν στην κουλτούρα ενός οργανισμού και στις διαδικασίες του.
Ασθενείς που ασυνείδητα αναζητούν εμπερίεξη από τους κινδύνους που ενέχουν οι αντικοινωνικές τους κινήσεις είναι συχνά εξαιρετικά ευαίσθητοι στην υγεία και στην ανθεκτικότητα των θεσμών και των οργανισμών που χρησιμοποιούν. Ο ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Χένρυ Ρέι (Henri Rey) είχε δηλώσει ότι το νοσοκομείο στο οποίο εργαζόταν λειτουργούσε ως μια «Μητέρα Στέγη» για τους ασθενείς που παρέμεναν ή επισκέπτονταν τη μονάδα. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι το προσωπικό που δεν είναι θεραπευτές αποτελεί ουσιαστικό μέρος της εμπεριεκτικής λειτουργίας του ιδρύματος – οι εργαζόμενοι στην υποδοχή της κλινικής, οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι, το προσωπικό σίτισης κ.ά. είναι επίσης σημαντικά πρόσωπα μεταβίβασης. Είναι κρίσιμο αυτά τα μέλη του προσωπικού να προσκαλούνται στην Αναστοχαστική Πρακτική και να αισθάνονται ότι «κρατούνται» με ασφάλεια ως μέρος του θεραπευτικού πλαισίου.
Πώς συμβάλλει η θεωρία του Ντ. Γ. Γουίνικοτ για την πρώιμη συναισθηματική αποστέρηση στην κατανόηση της παραβατικότητας; Πώς αναγνωρίζετε μια ασυνείδητη κίνηση ελπίδας σε μια πράξη που δείχνει να φέρει σκληρότητα και καταστροφή; Τι βοηθά έναν ψυχοθεραπευτή να επιβιώνει ψυχικά σε ένα περιβάλλον που επικρατεί η βία;
Το ερώτημα του πώς επιβιώνουν οι θεραπευτές ή, μάλλον, γιατί επιβιώνουμε, είναι εξαιρετικό. Μας καλεί να αναλογιστούμε ποιες δικές μας εσωτερικές και ασυνείδητες ανάγκες ικανοποιούμε μέσα από την ενασχόλησή μας με τους εξειδικευμένους τομείς από τους οποίους ελκόμαστε. Για εμένα, εκείνο που καθιστά τους ψυχαναλυτές και ψυχοθεραπευτές μοναδικούς ως επαγγελματική ομάδα είναι ότι είμαστε υποχρεωμένοι να περάσουμε από τη δική μας ανάλυση κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής μας. Επομένως, καλούμαστε να μελετήσουμε εξονυχιστικά τους ασυνείδητους, συχνά διαγενεακούς καθοριστικούς παράγοντες των επαγγελματικών μας επιλογών.
Οι περισσότεροι ασθενείς έχουν στην ιστορία τους εμπειρίες τόσο ως θύματα όσο και ως θύτες.
Ίσως το χειρότερο κίνητρο είναι να λυπόμαστε τους ασθενείς ως θύματα. Ο Γουίνικοτ επεσήμανε σωστά ότι ο συναισθηματισμός εμπεριέχει στην πραγματικότητα μεγάλη δόση μίσους. Στη δική μου εργασία, συναισθηματισμός σημαίνει ότι αποτυγχάνουμε να βοηθήσουμε τον ασθενή να αντιμετωπίσει τη δική του πλευρά του «θύτη». Οι περισσότεροι ασθενείς έχουν στην ιστορία τους εμπειρίες τόσο ως θύματα όσο και ως θύτες. Ίσως δελεάζει όλους τους θεραπευτές μια παντοδύναμη φαντασίωση, ότι η αγάπη και ο σεβασμός μας προς τους ασθενείς είναι τα μόνα που χρειάζονται. Έτσι, ελπίζουμε ότι θα παρακάμψουμε αυτό που ο Μπίον αποκάλεσε «συναισθηματικές καταιγίδες» όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις άσχημες και ηθικά απωθητικές πλευρές του ασθενούς, για τις οποίες μας ζήτησε βοήθεια.























