skampardonis 728

Μια συνομιλία με αφορμή το νέο μυθιστόρημα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Ήλιος με ξιφολόγχες», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πατάκη. Για τη μυθοποίηση της Θεσσαλονίκης, το άρωμα των γυναικών στο Μεσοπόλεμο, τις αντιφάσεις που θάλλουν στη λογοτεχνία. 

Της Σώτης Τριανταφύλλου

Στα βιβλία σου, περιγράφεις τη Θεσσαλονίκη σαν τη Χώρα των Θαυμάτων. Σαν τη μυθική Αλεξάνδρεια του Στρατή Τσίρκα… Ή του Λόρενς Ντάρελ.

Σώτη, ξέρεις καλά ότι η Σκιάθος δεν ήταν μαγική, αλλά την έκανε μαγική ο Παπαδιαμάντης. Όπως έκανε μυθική την έρμη την Χαλκίδα ο Σκαρίμπας κι ο Κάλβος την Ζάκυνθο, ή ο Σολωμός. Την πλήρωσε, βέβαια, η Πρέβεζα απ’ τον Καρυωτάκη, αλλά ο Καρυωτάκης και στην Καραϊβική να ήτανε, πάλι μαύρες κάργιες θα έβλεπε. Το βλέμμα του συγγραφέα υποστασιοποιεί, φωταγωγεί, μυθοποιεί και δίνει φωτοστέφανο, ή, καταρρακώνει, όπως ο Ροΐδης στην «Ψυχολογία Συριανού συζύγου». Απ’ την άλλη ο Μάρκος Βαμβακάρης λάμπρυνε την Σύρα με τη «Φραγκοσυριανή». Όλα διαμεσολαβούνται, όλα περνούν μέσα απ’ τα φίλτρα του δημιουργού, του ποιητή, του συνθέτη και γίνονται προάστια της Ουτοπίας, κολασμένες πολιτείες, ή ανιαρά χωριά. Η Αλεξάνδρεια δοξάστηκε απ’ τον Ντάρελ και τον Καβάφη, αλλά μόνο εκείνοι την έβλεπαν έτσι. Ήταν η δική τους Αλεξάνδρεια. Οι λοιποί κοιτούσαν, αλλά έβλεπαν άλλα πράγματα, πρακτικά, τουριστικά, ή τίποτε. Και μήπως θα μιλούσε κανείς για την Τροία χωρίς τον Όμηρο; Αλλά κι ο Όμηρος ενίοτε είναι ασήμαντος. Ένας Σαλονικιός ποιητής, ο Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, έγραψε το εξής έξοχο: «Πολλές πόλεις μάρνανται για τον Όμηρο, αλλά εγώ αγαπώ εσένα». Όλα είναι σχετικά, οπότε ωραία και μόνη η Σαλόνικα με κυριεύει. 

Το ήξερα ότι θα απαντήσεις με αναδρομή σε όοοολη την ιστορία και με αναφορές στην προϊστορία κι ότι αν δεν σε διακόψω, δεν θα καταφέρω να στριμώξω τη δεύτερη παρατήρηση. Να τη: Διαβάζοντας το βιβλίο σου «Ήλιος με ξιφολόγχες» αναρωτιόμουν πώς θα ήταν στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα ιταλικά… Αν θα μπορούσε να μεταφραστεί κι αν θα γινόταν κατανοητό από μη-ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Και αποφάσισα ότι μάλλον η μετάφραση θα ήταν μάταιο εγχείρημα.

Τι να την κάνω την καλή μετάφραση, αν δεν διαβαστεί το βιβλίο, αν χαθεί στα ράφια; Δηλαδή χρειάζεται και ισχυρός εκδοτικός οίκος, διαφήμιση, κλπ. Το θέμα είναι αλλού: μπορεί να κάνει ένα βιβλίο μας ταινία κάποιος μεγάλος ξένος σκηνοθέτης σε στιλ… Σπίλμπεργκ (τουλάχιστον), και τότε να δεις τις μεταφράσεις να πέφτουν βροχή, άσχετα αν οι περισσότερες θα είναι, πιθανώς, εξαμβλώματα. (Και τι μας νοιάζει;). Μήπως και, από καλές μεταφράσεις, κατάλαβαν ποτέ οι συνήθως ξενέρωτοι ξένοι αναγνώστες τι ήταν ο Ζορμπάς; Αμφιβάλλω, διότι είναι έξω από την δική τους κοσμοθέαση. Ακόμα θα τον βλέπουν ως γραφικό, πιτορέσκ. (Κι όχι ότι σε κάποιο βαθμό δεν ήταν). Αλλά σκέψου τον αντίκτυπο της ταινίας. Και το «Ζ», χωρίς τον Γαβρά τι καριέρα θα είχε κάνει; Τώρα, για την μετάφραση καθαυτή: όλοι ξέρουμε πως είναι κάτι σχεδόν ακατόρθωτο, ειδικά αν πρόκειται για λογοτεχνία. Τα εμπόδια είναι ανυπέρβλητα κυρίως αν ο συγγραφέας χρησιμοποιεί γλωσσικό ιδίωμα σε στιλ Σκαρίμπα, ή Παπαδιαμάντη. Νομίζω πως η δική μου γλώσσα είναι σχετικά ευχώρητη, δεν είναι ιδιαζόντως ιδιωματική. Επίσης: παντού υπήρχαν στον μεσοπόλεμο εθνικιστές, κομουνιστές, τροτσκιστές, φασίστες, Εβραίοι, αντισημιτισμός, αντικατασκοπία, πορνεία, παρακράτος, αλλά κι αισθαντικοί άντρες και μαγικές γυναίκες. Με κάποιες σημειώσεις παραπάνω μπορεί σε μεγάλο βαθμό να λύνεται το θέμα. Διάβασα πρόσφατα το «Κόκκινα και μαύρα χρόνια» του Gérard Delteil, που έχει ανάλογη θεματογραφία. Έχει ένα κάρο σημειώσεις στο τέλος, αλλά τα βγάζεις πέρα – το πρόβλημά του δεν είναι εκεί, είναι κυρίως αφηγηματικό. Δεν διάβασα το πρωτότυπο όπου η αίσθηση της γλώσσας, η ροή ίσως να ήταν διαφορετική, δεν ξέρω. Όμως, γνωρίζουμε, πως, πάντα, το μεγάλο ζήτημα στην μετάφραση της λογοτεχνίας, είναι το ύφος. Η εσωτερίκευση και η αντίστοιχη μεταφορά του σε μια άλλη γλώσσα, κάτι δύσκολα κατορθωτό. Γνωρίζεις καλά ότι η κυρίως υπόσταση του κάθε κειμένου είναι αυτό, η κύμανση του ύφους γιατί συνέχει τα πάντα. Και είναι κάτι υπαρκτό αλλά διαφεύγον, αισθητό αλλά απερινόητο, ουσιώδες αλλά άπιαστο – σαν τον κορυδαλλό μέσ’ στον καθρέφτη. 

Κι αυτό, παρά τον κοσμοπολιτισμό και το glamour που αναδίδει το μυθιστόρημα. Παρά τις πλείστες αναφορές σε μια καθημερινότητα και σε τύπους ανθρώπων που θα μπορούσαμε, όπως λες, να συναντήσουμε σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή μεγαλούπολη. Ακόμα και τα κοινωνικά κινήματα που αναφέρεις, αν και δεν τους λείπει η εντοπιότητα, ήταν ευρωπαϊκές τάσεις που είχαν αντίκτυπο στη Θεσσαλονίκη. Παρ’ όλ’ αυτά, το «Ήλιος με ξιφολόγχες» εγείρει απαιτήσεις από τον αναγνώστη τις οποίες ίσως δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει ο μη-Έλληνας. Όχι μόνο επειδή έχεις μεταμορφώσει μερικά ιστορικά πρόσωπα σε λογοτεχνικούς ήρωες – αυτό είναι το λιγότερο.

Σίγουρα το μυθιστόρημα εγείρει κάποιες απαιτήσεις από τον αναγνώστη. Μακάρι να είχα γράψει ένα αφρόλουτρο, να μπορούσα να γράψω ένα αφρόλουτρο, διότι θα έκανα καμιά εικοσαριά εκδόσεις με τη μία και θα μπορούσα επιτέλους να αλλάξω το σαράβαλο που πήρα το 2001. (Ονειρεύομαι ματαίως την καινούργια Alfa Romeo –Julia, σε βυσσινί χρώμα.) Δεν ξέρω. Σίγουρα θα ζορίζονταν ίσως κάποιοι ξένοι αναγνώστες αν διάβαζαν το βιβλίο, αλλά πάντως πολύ λιγότερο από το αν έβλεπαν μια ταινία του Ταρκόφκσι, διάβαζαν τους «Δουβλινέζους» του Τζόις, ή την «Βουή και την αντάρα» του Φώκνερ. (Άσε την «Υψικάμινο» του Εμπειρίκου). Αλλά και το ζόρι χρειάζεται. Τέρμα το ραχάτι και το μασημένο σνίτσελ. Εδώ άλλοι πληρώνουν κάθε μέρα για να λύνουν δύσκολα σταυρόλεξα, δηλαδή για να ζοριστούν. 

skampardonis 1

Γιώργο, είσαι ο άνδρας που αγαπούσε τις γυναίκες! Βγάζω το συμπέρασμα από το βιβλίο, δεν το λέω από κοινωνική εμπειρία. Νομίζω ότι πολλές φεμινίστριες του τέταρτου κύματος, από εκείνες που πιστεύουν ότι τα κινήματα ξεκινούν από τον εαυτό τους κι ότι εμείς οι καημένες ζήσαμε οικειοθελώς μέσα στην ανδροκρατία μια ακόμα αυταπάτη θα βρεθούν σε αμηχανία διαβάζοντας το βιβλίο σου.

Μάλλον, ναι. Την κεντρική ηρωίδα, την μυθική Ντανιέλ, αυτήν την «μαγνόλια της τυραννίας» που την έπλασα για να την ερωτευθώ, και που καβαλούσε Harley Davidson στη Θεσσαλονίκη του 1931, την εμπνεύστηκα από ένα πραγματικό κορίτσι, την Μίνα Παυλίδου, που ζούσε το ‘30 στην πόλη: ήταν η μόνη γυναίκα που οδηγούσε μοτοσικλέτα και υπήρξε γυμνίστρια από το 1926, οπότε έγινε στη Θεσσαλονίκη και ο πρώτος σύλλογος γυμνιστών. Η Ντανιέλ είναι μια νεαρή μάγισσα, φεμινίστρια εκείθεν του φεμινισμού (στη πόλη του 1931 κυκλοφορούσαν δύο φεμινιστικές εφημερίδες) και ήταν από μόνη της ένα άπιαστο ίνδαλμα και ένα σκάνδαλο. Δικαιούταν, νομίζω, όπου κι αν πήγαινε, να τη συνοδεύει ένας υποστράτηγος σε απόσταση ενός μέτρου. Ποιος δεν θα’ θελε να πεθάνει, τότε, γονατιστός, μπροστά της; Και από εμπειρία κι εξαιτίας της Ντανιέλ πιστεύω ότι ο όντως φεμινισμός είναι μια στάση βαθύτερη του φεμινισμού, με έντονα θηλυκά στοιχεία, πνευματικότητα, γενναιότητα και Χάριν. 

Συμφωνώ, εννοείται. Ο κινηματικός φεμινισμός στη Δύση προϋποθέτει κάποιο σύμπλεγμα έναντι των ανδρών. Αν δεν το έχεις, το διακύβευμα καταρρέει· βρίσκεσαι, με φυσικό τρόπο, «πέραν» του φεμινισμού. Στο βιβλίο σου, περιγράφεις συχνά τα γυναικεία πρόσωπα με βλέμμα μόδιστρου: τι φοράνε, πώς το φοράνε… Δημιουργείς κινηματογραφικές εικόνες, εικόνες μοιραίων γυναικών· δεν περιορίζεσαι στην «ελατί» τουαλέτα, αλλά προχωρείς μέχρι το «πυραυλικό» σουτιέν. Χώρια τα αρώματα… Οι γυναικείες φιγούρες στο «Ήλιος με ξιφολόγχες» απευθύνονται σε όλες τις αισθήσεις.

Η Κοκό Σανέλ έλεγε πως «Μια γυναίκα χωρίς άρωμα, είναι μια γυναίκα χωρίς μέλλον». Παλιότερα έβλεπα σε ένα ειδικό κανάλι επιδείξεις μόδας του Υβ-Σεν-Λωράν. Μ΄ έπιανε δέος. Συνειδητοποίησα πως ο άνθρωπος αυτός ήταν μεγάλος ποιητής – ίσως και γιατί πάντοτε μου άρεσαν τα φτηνά και τα ακριβά υφάσματα, στην αφή και στην όψη. Έτσι κι αλλιώς, η μόδα, τα ενδύματα, τα εσώρουχα, τα αξεσουάρ αποτελούν από μόνα τους απαραίτητα στοιχεία του δυτικού τρόπου ζωής, όσο κι αν τώρα όλοι το γυρίσαμε στο μπλουτζίν και στα Αdidas με αερόσολα. Ειδικά η μόδα του μεσοπολέμου, ανδρική και γυναικεία, το μακιγιάζ, το μέικ απ, οι πρώτες ψεύτικες βλεφαρίδες, τα κορσάζ, οι ζαρτιέρες, τα καλσόν από μετάξι, τα βαθυκόκκινα κραγιόν, το φρύδι-γραμμή φτιαγμένο με μολύβι άνθρακα, τα καπέλα και το βέλο με πουά, έδιναν μιαν άλλη διάσταση στην libido και στην ερωτική διαθεσιμότητα (disponibilité érotique). Δεν είχαν γίνει, ακόμα, όλα νοβοπάν. Το μυστήριο και η διακριτική, ευγενής, εκλεκτή ευωδία του σώματος, τα αρώματα, προσκαλούσαν σε φλερτ, επέτειναν την επιθυμία, το πάθος, την μαγγανεία, το ερωτικό παίγνιο που είναι και διανοητικό και ξεκινάει να κωδικοποιείται απ’ τον Laclos (’’Les liaisons dangereuses’’) και φτάνει ως τον Κίρκεργκωρ, («Ημερολόγιο ενός διαφθορέα») αλλά και τον Γκουαταρί. Στον μεσοπόλεμο υπήρξαν και μεγάλοι, διάσημοι αρωματοποιοί – μυρίζουμε ακόμα την ευώδη κληρονομιά τους. Τότε, μέχρι και τα μπουκάλια των αρωμάτων ήταν σχεδόν έργα τέχνης – εποχή αρ νουβό, λίγο πριν και μετά τον θάνατο του Προυστ. 

Nομίζεις ότι έχουν χαθεί όλα αυτά; Κι ότι η εποχή μας είναι πρακτική και χρησιμοθηρική; Ο εκδημοκρατισμός του στιλ είναι μεγάλη συζήτηση…

Ναι. Σταδιακά σβήσανε οι τελετές ερωτικής προσέγγισης, η παρασημαντική, η στρατηγική της φαντασίας, ο υπαινιγμός, ή έντεχνη απόκρυψη, η υπόσχεση. Μετά το μπλουτζίν ήρθαν τα SMS και το κορέκτ και μας αποτελείωσαν. Οπότε, εκτός από κυνικοί γίναμε και φοβικοί – φοβόμαστε να πούμε μέχρι και καλημέρα σε μια γυναίκα. Σε ποιόν τόνο να την πούμε χωρίς παρεξήγηση; Επιπλέον έρχονται κάτι Γεωργούληδες και ξεφτιλίζουν εντελώς τα πράγματα. Οπότε, όπως λέει κι ο Εγγονόπουλος, «είμαστε, πλέον, νοσταλγοί μιας πόλεως που δεν υπάρχει πια», παρά μόνο στην λογοτεχνία. Ε, θα πεις, κι αυτό είναι κάτι. Σωστά. Όμως, συνεχίζω να πιστεύω πως ακόμα και τώρα υπάρχουν Ντανιέλ, υπάρχουν κορίτσια με ακριβά μυστικά, υπάρχουν υφάσματα, αρώματα, και μάγισσες με τη δική τους, ξεχωριστή βεστιέρα, με πράσινα βραχιόλια, έξοχα ψέματα, βλέμμα-αγκίστρι και με το τάλαντο της αυτομυθολογίας. Μπορούν να είναι ποιητικά σοφές, εκείθεν της στερεότυπης σκέψης, και όμορφες ακόμα κι αν φορούν ένα σκέτο τσουβάλι. Ξέρουν πώς να το φορέσουν. Έχουν αυτή την χάρη. 

Αναφέρεσαι συχνά στη λαϊκή κουλτούρα, στα μικρά ορόσημα του πολιτισμού μας –«Καφές Λουμίδης, αρέσει ακόμα και στην πεθερά σας»!– που χρωματίζουν την κάθε εποχή. Αναρωτιέμαι αν σε άλλη χώρα θα υπήρχαν τσιγάρα μάρκας Santé: Καπνίστε! Είναι υγεία!

Μπα, ξενέρωτα κράτη δεν βγάζουνε τέτοιες μάρκες. Θυμάσαι σίγουρα πως το Santé, ήταν έξοχο, σέρτικο τσιγάρο, με μοναδικό, κόκκινο πακέτο και, μέσα σε χρυσό κύκλο στο καπάκι, είχε την εικόνα της τότε μοιραίας Ζωζώς Νταλμάς. Το ωραίο θα ήταν να κυκλοφορούσε τώρα το Santé και κάτω απ’ τον τίτλο να είχε την ένδειξη «σκοτώνει». Η Santé (υγεία) σκοτώνει. Κι όχι ότι δεν είναι αλήθεια πως η υγεία ενίοτε εξοντώνει — αυτός σκάει από υγεία, δεν λέμε; Πολλοί υπεραθλητές που δεν κάπνισαν ποτέ πήγαν αδιάβαστοι, οι δυστυχείς, απ’ τον Κόβιντ μέσα σε μια βδομάδα. Ήταν τόσο καθαρό το μέσα τους που δεν άντεξε στην επίθεση; Ποιος ξέρει… Και αμφιβάλλω αν σε άλλη χώρα, ευρωπαϊκή, όπου τα πράγματα είναι ολίγον ντεκαφεϊνέ, θα έβγαινε τσιγάρο με τον τίτλο «Santé». Θα θυμάσαι επίσης ότι εδώ σ’ εμάς κυκλοφορούσε και το «22 – Αντινικότ», στο μπλέ πακέτο. Νικοτίνη αντινικότ γίνεται; Κι όμως. Μήπως ο άλλος δεν είπε, τη σκότωσα γιατί την αγαπούσα; Μην ξεχνούμε ότι σε τέτοιες τρελές αντιφάσεις στηρίχτηκαν μέχρι και θρησκείες, συστήματα και ολόκληρες αυτοκρατορίες. Δεν λέμε «δημοκρατικός συγκεντρωτισμός», ή «χαίρε νύμφη-ανύμφευτε»; Η δυναμική αντίφαση ενυπάρχει κυρίως και στη λογοτεχνία, όπου όλα είναι νόμιμα και αποδεκτά, ιδίως τα θαύματα. Εμείς οι Έλληνες δεν είμαστε σπεσιαλίστες στον διχασμό; Έκαστος στο είδος του κι ο Λουμίδης στους καφέδες. Εξάλλου, πίνω κι εγώ, ακόμα, διπλό, παραδοσιακό καφέ Λουμίδη κάθε πρωί. Το ωραίο είναι πως αρέσει και τον πίνει και η πεθερά μου — 92 χρόνια μετά από εκείνη την διαφήμιση. 

Μπαίνω περισσότερο στην ουσία της πλοκής. Στο βιβλίο σου αφηγείσαι την ιστορία των κοινωνικών κινημάτων στη Θεσσαλονίκη –όταν ακόμα υπήρχε βιομηχανία– και περιγράφεις τις ιδεολογικές διαμάχες που συνεχίζονται μέχρι σήμερα, με μικρές διαφορές. Το «Ήλιος με ξιφολόγχες» φωτίζει το παρελθόν του παρόντος μας.

Το διατύπωσες άψογα, Σώτη. Όντως, στο πρώτο εξάμηνο του ‘31, η Θεσσαλονίκη είναι μια πολύσπερμη πόλη (σαν μικρογραφία της Ευρώπης, σήμερα) σε εκρηκτική κατάσταση, με πολλαπλές διεκδικήσεις από πολλούς, διαφορετικές ιδεολογίες, κινήματα, παρακράτος, πρόσφυγες, αντισημιτισμό, συγκρούσεις, φονικά, συνομωσίες. Η πόλη δεν είναι χαζοχαρούμενα πολυ-πολιτισμική, όπως λένε (σε στιλ Λος Άντζελες), αλλά ανελέητα διεκδικούμενη. Διαφιλονικούμενη. Στρατηγικά είναι το πιο σημαντικό λιμάνι της ΝΑ Ευρώπης. Το παιχνίδι δεν είναι αθώο, πολιτισμικό, αλλά εθνικό, θανάσιμο. Βαλκανική Κομουνιστική Ομοσπονδία, απειλή του Μουσολίνι, των Βουλγάρων, διείσδυση της Μόσχας, των Ρουμάνων – και ενυπάρχει, εντός, ο βασικός διχασμός, δηλαδή Βενιζελικοί και βασιλόφρονες. Καθημερινές, πολλαπλές συγκρούσεις και απεργίες για το ζήτημα της επεξεργασίας του καπνού και όχι μόνον. Τρελοκομείο.

Όλα αυτά προδιαγράφουν προφητικά το τι θα συμβεί στη συνέχεια.

Κίνημα του ’35, Μάης του ’36 (στην Θεσσαλονίκη πάλι), δικτατορία Μεταξά, εισβολή Μουσολίνι, εισβολή Γερμανοβουλγάρων, κατοχή, αφανισμός των Εβραίων σε όλη την Ευρώπη, εμφύλιος. «Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας». Ο απόηχος φτάνει μέχρι σήμερα. Ζούμε μέρες του ’31, αλλά σε χαμηλότερη ένταση, με τις ίδιες εμμονές, τα ανάλογα ιδεολογήματα, τα ίδια τραβηγμένα χειρόφρενα, σχετικές ρητορικές και ίδια ψεύδη. Το κατάστημα διαθέτει σύστημα χρονοκαθυστέρησης, όπως γράφει και στις τράπεζες. 

Όπως και στα προηγούμενα βιβλία σου, αντλείς από την Ιστορία την οποία συχνά εξετάζεις με ειρωνικό βλέμμα. Αυτό που με ενθουσιάζει, μεταξύ άλλων φυσικά, είναι η διάθεση και η επιτυχημένη προσπάθεια να είσαι δίκαιος απέναντι σε όσα ζήσαμε ως Έλληνες και στους παίκτες της ιστορίας μας. Το σκεφτόμουν από παλιότερα, όταν διάβαζα το «Casa Μπιάφρα».

Παλιά μερικά φορτηγά είχαν στην καρότσα μια επιγραφή που απευθύνονταν στον πίσω οδηγό κι έλεγε: «Κράτα με σε απόσταση όπως την πεθερά σου». (Νάτη, πάλι, η πεθερά – παρεμπιπτόντως η δική μου είναι γλυκύτατη). Χρειάζεται απόσταση από την Ιστορία. Το ξέρεις: προσπαθούμε να κάνουμε λογοτεχνία, όχι προπαγάνδα. Να δείξουμε την κωμικοτραγωδία της ανθρώπινης κατάστασης. Πασχίζουμε να καταλάβουμε πρώτα εμείς, ψάχνοντας βαθιά, κι όχι ιδεολογικά, με συγκατάβαση και μετριοπάθεια, αλλά και με αυστηρότητα. Ψάχνουμε στις πηγές των υδάτων, όχι στα επικαιρικά ψέματα διαφόρων. Ακόμα κι αν έχουμε μια προσωπική θέση, υποκειμενική, την κρατούμε πίσω, και όλα περνούν, όσο γίνεται πιο δίκαια, μέσα από τις περιπέτειες, τα βάσανα, τα αδιέξοδα και την ευτραπελία των λογοτεχνικών ηρώων. Συν ότι η μεγαλύτερη έγνοια είναι η αποπλάνηση-απόλαυση του αναγνώστη. Η μαγγανεία της ανάγνωσης. Το να αρθεί η αφήγηση στην περιωπή του έργου Τέχνης. Από εκεί και πέρα, κι εφόσον ο αναγνώστης γοητευθεί και χαρεί την διαδρομή, ας ψάξει περισσότερο, ό,τι θέλει, αλλού. Ο σώζων εαυτόν σωθήτω και εξ ιδίων τα αλέτρια, που έλεγε μια θεία. 

Επί κάμποσες δεκαετίες μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, το ζήτημα των Εβραίων στην Ελλάδα δεν συζητιόταν καθόλου. Ή είναι δική μου εντύπωση; Στο σχολείο είχα μια αγαπημένη φίλη με το επώνυμο Καμπελή –το θυμήθηκα επειδή στο βιβλίο σου αναφέρεσαι στο Πογκρόμ του Κάμπελ– αλλά δεν είχαμε συζητήσει ποτέ για τους Έλληνες Εβραίους. Συζητούσαμε για πάρα πολλά θέματα, αλλά ποτέ γι’ αυτό. Νομίζω μάλιστα, χωρίς να είμαι σίγουρη, πως όταν ήμουν μικρή, στην οικογένεια, η οποία αφηγούνταν την Ιστορία όπως τη συνέφερε, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ταυτίζονταν μάλλον με τις διώξεις των κομμουνιστών παρά με τη γενοκτονία των Εβραίων. Πιστεύεις ότι ο λαϊκός ελληνικός αντισημιτισμός –δεξιός και αριστερός– αποτελεί ακόμα στοιχείο του πολιτικού μας τοπίου; 

Σίγουρα ναι, αλλά είναι ξεθυμασμένος, ή, εν υπνώσει. Καταρχήν, ο αντισημιτισμός σε ήπια μορφή ενσταλάζεται στα δυτικά κράτη εμμέσως, δια της θρησκείας, των Ιουδαίων, την σταύρωση κλπ. Όχι συνειδητά, από κυβερνητική πρόθεση, αλλά έτσι συμβαίνει. Στα ευρέα στρώματα που εκκλησιάζονται ενυπάρχει και καλλιεργείται αθέλητα, από τα ίδια τα Πάθη του Χριστού. Αυτό είναι μια μνήμη και μια αίσθηση που δεν ξεριζώνεται εύκολα, άσχετα αν δεν είναι επιθετική ιδεολογική θέση του χριστιανού. Αλλά κυοφορείται εντός του, υπό σπλάχνων, ως χαλαρή προκατάληψη. Κι αυτή η προκατάληψη που μπορεί να γίνει ψυχικό ρεφλέξ, απαιτεί πολλή σκέψη και προσπάθεια από το υποκείμενο για να ξεπατωθεί. Να απαλλαγεί απ’ την ήπια, μακροχρόνια πλύση που έχει υποστεί. Σε δύσκολες εποχές συγκρούσεων, αυτός ο ακίνδυνος, πλην εγγενής, αντισημιτισμός που υποβόσκει, εγείρεται, χειραγωγείται και καναλιζάρεται προς τα δεξιά ή τα αριστερά, με τα γνωστά επιθετικά και κάποτε φονικά αποτελέσματα. Το έχουμε δει να συμβαίνει αρκετές φορές στη Ιστορία.

Η Σαλονίκη του μεσοπολέμου είναι πανέμορφη, μαγική. Αλλά ταυτόχρονα είναι και κλωβός παχύνσεως κάθε τερατωδίας που θα δούμε στη συνέχεια σε όλη την Ευρώπη.

Το 1931, στη Θεσσαλονίκη, λόγω ακραίων συγκυριών, βλέπουμε τον αντισημιτισμό, όχι μόνο να εκρήγνυται, αλλά να προαναγγέλλει εφτά χρόνια πιο νωρίς την Νύχτα των Κρυστάλλων στο Βερολίνο του 1938, και όλη τη τραγωδία που ακολούθησε μετά. Η Σαλονίκη του μεσοπολέμου είναι πανέμορφη, μαγική. Αλλά ταυτόχρονα είναι και κλωβός παχύνσεως κάθε τερατωδίας που θα δούμε στη συνέχεια σε όλη την Ευρώπη. Ευτυχώς, τουλάχιστον, υπήρξε, τότε, ακόμα και ως επινόηση, η μυθιστορηματική Ντανιέλ, που ήταν η μαγνόλια μιας άλλης τυραννίας. Κυκλοφορεί ακόμα μέσα στο μυαλό μου, με τη μοτοσικλέτα της.

Πάντως, για να συνεισφέρω κι εγώ, με ταπεινότητα, στις φαντασιώσεις σου, προσθέτω τα εξής: όταν ήμουν νέα δεν οδηγούσα «μοτοσικλέτα» αλλά κάτι μηχανάκια –σου κάνουν τα μηχανάκια ή παραείναι «άκια»;– κι επίσης, ήμουν-είμαι-και θα είμαι οδηγός αυτοκινήτου που σανιδώνει αδυσώπητα.

Το ξέρω πως ήσουν είσαι και θα είσαι μια γενναία αμαζόνα που κυνηγάει ανθρώπινα λιοντάρια, γκαζώνοντας λέξεις με υψηλά οκτάνια…

Σε αποχαιρετώ προτού συνεχίσεις το δούλεμα.

* Η Σώτη Τριανταφύλλου είναι συγγραφέας. Τελευταίο της βιβλίο, το μυθιστόρημα «Άκου το λιοντάρι» (εκδ. Πατάκη)

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Διανύουμε περίοδο μονοφωνίας, συμμόρφωσης και σιδερωμένων ιδεών»

Δημοσθένης Κούρτοβικ: «Διανύουμε περίοδο μονοφωνίας, συμμόρφωσης και σιδερωμένων ιδεών»

Μια συνομιλία με τον Δημοσθένη Κούρτοβικ, με αναφορές σε παλιότερα και νεότερα βιβλία του, καθώς και με αφορμή το τελευταίο βιβλίο του που έγραψε από κοινού με τον Κώστα Κατσουλάρη, «Σκοντάφτοντας σε ανοιχτά σύνορα» (εκδ. Πατάκη).

Συνέντευξη στη Λίνα Σόρογκα ...

Σπύρος Κατσούλας: «Η γεωπολιτική δεν είναι μια φωτογραφία της στιγμής»

Σπύρος Κατσούλας: «Η γεωπολιτική δεν είναι μια φωτογραφία της στιγμής»

Μια συζήτηση με τον διεθνολόγο Σπύρο Κατσούλα, με αφορμή το βιβλίο του «Διλήμματα στο τρίγωνο: Οι ΗΠΑ και οι ελληνοτουρκικές σχέσεις» (εκδ. Διόπτρα). Σημειώνει, μεταξύ άλλων: «Στον συρρικνωμένο γεωπολιτικό χάρτη του εικοστού πρώτου αιώνα, οι εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο αντηχούν σε Ουάσιγκτον, Μόσχα και Πεκίνο. ...

Αλεξάνδρα Κ*: «Κουβαλάμε στα σώματά μας τις πληγές των γυναικών που προηγήθηκαν, ακόμα κι αν δεν έχουμε ακούσει ποτέ το όνομά τους»

Αλεξάνδρα Κ*: «Κουβαλάμε στα σώματά μας τις πληγές των γυναικών που προηγήθηκαν, ακόμα κι αν δεν έχουμε ακούσει ποτέ το όνομά τους»

Μια συνομιλία με την Αλεξάνδρα Κ*, με αφορμή τη νέα της συλλογή διηγημάτων «Πράγματα που σκέφτεται η παρθένος Μαρία καπνίζοντας κρυφά στο μπάνιο» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Φωτογραφία: © Γιώργος Καπλανίδης

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Διαβάζον...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Η μοναχοκόρη» της Γκουαδαλούπε Νέτελ (κριτική) – Οι πολλαπλές αποχρώσεις της μητρότητας

«Η μοναχοκόρη» της Γκουαδαλούπε Νέτελ (κριτική) – Οι πολλαπλές αποχρώσεις της μητρότητας

Για το βιβλίο «Η μοναχοκόρη» της Γκουαδαλούπε Νέτελ [Guadalupe Nettel] (μτφρ. Νάννα Παπανικολάου, εκδ. Ίκαρος). Kεντρική εικόνα: έργο της street artist Οla Volo © olavolo.com.

Γράφει η Φανή Χατζή

Όσο η άποψη ότι ο γενε...

«TACK»: Μια ταινία για τη δύναμη του καλού με πρωταγωνίστριες τις Σοφία Μπεκατώρου και Αμαλία Προβελεγγίου

«TACK»: Μια ταινία για τη δύναμη του καλού με πρωταγωνίστριες τις Σοφία Μπεκατώρου και Αμαλία Προβελεγγίου

Για το ντοκιμαντέρ «TACK» (παραγωγή Onassis Culture) της Βάνιας Τέρνερ με πρωταγωνίστριες τη Σοφία Μπεκατώρου, που πρώτη ξεκίνησε το ελληνικό #MeToo, και την Αμαλία Προβελεγγίου, της οποίας η καταγγελία για βιασμό από τον προπονητή της από τα έντεκά της οδήγησε στην πρώτη δίκη-ορόσημο όχι μόνο για τη δικαίωσή της αλ...

Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος στη Στέγη με «Γκοντό» και ιταλικό θίασο: μια παράσταση-σταθμός

Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος στη Στέγη με «Γκοντό» και ιταλικό θίασο: μια παράσταση-σταθμός

Ο Θεόδωρος Τερζόπουλος σκηνοθετεί το εμβληματικό κείμενο του Σάμιουελ Μπέκετ «Περιμένοντας τον Γκοντό» (1948) στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης από τις 15 μέχρι και τις 19 Μαΐου. Η παράσταση είναι στα ιταλικά με ελληνικούς υπέρτιτλους.

Επιμέλεια: Book Press

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Μαργαρίτα Ιορδανίδη» του Μιχάλη Μακρόπουλου (προδημοσίευση)

«Μαργαρίτα Ιορδανίδη» του Μιχάλη Μακρόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου «Μαργαρίτα Ιορδανίδη», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 19 Απριλίου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εἶχαν πιάσει γιὰ τὰ καλὰ οἱ ζέστες, καὶ τὴν ἑπόμενη Κυριακὴ κανόνισαν ν...

«Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή» του Αντρές Μοντέρο (προδημοσίευση)

«Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή» του Αντρές Μοντέρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Αντρές Μοντέρο [Andrés Montero] «Ο θάνατος έρχεται στάζοντας βροχή» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου), το οποίο κυκλοφορεί στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η μονομαχ...

«Σχολείο για την αγάπη» της Ολίβια Μάνινγκ (προδημοσίευση)

«Σχολείο για την αγάπη» της Ολίβια Μάνινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ολίβια Μάνινγκ [Olivia Manning] «Σχολείο για την αγάπη» (μτφρ. Φωτεινή Πίπη), το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Όταν έφτασαν στην κορυφή του λό...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Μεγάλο το θέμα, μικρό το δέμας: 21 βιβλία για τη «μικρή» ή τη «σύντομη» ιστορία του… οτιδήποτε

Μεγάλο το θέμα, μικρό το δέμας: 21 βιβλία για τη «μικρή» ή τη «σύντομη» ιστορία του… οτιδήποτε

Υπάρχει μια «μικρή» ή μια «σύντομη» ιστορία για το… οτιδήποτε. Οι τίτλοι βιβλίων που επιχειρούν (και καταφέρνουν) να συμπυκνώσουν μεγάλα θέματα σε, συνήθως, ολιγοσέλιδα βιβλία είναι πάρα πολλοί. Εντυπωσιακά πολλοί. Στην παρακάτω πολύ ενδεικτική επιλογή είκοσι ενός βιβλίων μπορεί καν...

Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου 2024: «Με ένα βιβλίο πετάω!» ξανά... – 12 βιβλία για το μεγάλο ταξίδι της ανάγνωσης

Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου 2024: «Με ένα βιβλίο πετάω!» ξανά... – 12 βιβλία για το μεγάλο ταξίδι της ανάγνωσης

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου (23 Απριλίου) επιλέγουμε 12 βιβλία που μας βάζουν στα ενδότερα της λογοτεχνίας και μας συνοδεύουν στο ταξίδι της ανάγνωσης.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Στις 23 Απριλίου γιορτάζουν τα βιβλ...

Δεν είναι «έγκλημα πάθους» είναι γυναικοκτονία: 5 μελέτες για την έμφυλη βία

Δεν είναι «έγκλημα πάθους» είναι γυναικοκτονία: 5 μελέτες για την έμφυλη βία

Πέντε μελέτες αναδεικνύουν τις νομικές και κοινωνικές διαστάσεις των γυναικοκτονιών και συμβάλλουν στην κατανόηση των αιτίων που προκαλούν την πιο ακραία μορφή έμφυλης βίας. Επειδή οι γυναικτοκτονίες δεν είναι «εγκλήματα πάθους» αλλά ανθρωποκτονίες με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Γράφει η Φανή Χ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ