
Ο Γιώργος Μουφτόγλου μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική συλλογή του «Την ημέρα που ερχόμουν» (εκδ. Βακχικόν).
Επιμέλεια: Book Press
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;
Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής: δεν θα με ενοχλήσει κι αν το πουν, αν δεν βρεθεί κάτι το καινούριο. Δεν έχω, δεν είχα εξαρχής κάποιο τέτοιο κίνητρο, δεν με διέπει κάποια διάθεση ή τάση να ξεχωρίσω, να φέρω κάτι νέο, να «ταράξω νερά» – τα ταραγμένα νερά ταραγμένο σε ξεβράζουν.
Τη μεγαλύτερη βαρύτητα την εναποθέτω στο κίνητρο. Σημασία για εμένα έχει αυτό που ενώνει τις δύο άκρες του ομφάλιου λώρου, όχι ο βαθμός στον οποίο το γέννημα ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα. Αν στο μεσοδιάστημα το έχει θρέψει η ειλικρίνεια, το θάρρος να έχεις ξεγυμνωθεί μπροστά του, αναλαμβάνοντας την ευθύνη της μορφής που θα λάβει, τότε εξ ορισμού ξεχωρίζει, έχει τις δικές σου αποχρώσεις. Κι αυτές, όμως, ποτέ δεν είναι αυθύπαρκτες ή αποκλειστικά δικές σου. Αυτός είναι και ο ευσεβής μου πόθος: οι αποχρώσεις μου να είναι συνονθύλευμα προσωπικών εμπειριών, αλλά και άλλων με τις οποίες έχω ταυτιστεί. Και, ίσως, μακάρι, με αυτές να ταυτιστεί έστω κι ένα άλλος.
Ας είναι ό,τι γράφω ένα διάνθισμα νοερών, έστω, επαφών και ταυτίσεων – δέχομαι η ποίηση να μην είναι, απαραιτήτως, διανθισμένη με γλωσσικές, δομικές ή άλλου είδους καινοτομίες.
Με ποιους στίχους από τη συλλογή σας θα την συστήνατε σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτήν;
Με τους στίχους που κλείνουν τον «Απολογισμό»: «Με λένε Ποίηση. / Είμαι μια μάνα μόνη / κι αναζητώ τη νιότη των παιδιών μου». Είναι προσωπικό το ζήτημα: νιώθω ότι δείχνουν τον δρόμο, μου καλλιεργούν ένα αίσθημα ευθύνης. Ακόμη, όμως, κι αν δεν γράψω τίποτε ξανά, αυτοί οι τρεις στίχοι δεν συμπυκνώνουν μόνο μια πληθώρα μοτίβων και προβληματισμών που διατρέχουν τη συλλογή, αλλά θα ήταν και η μοναδική σκέψη που θα ήθελα να αφήσω σε ομότεχνους και μη.
Ίσως είναι και μια ύστατη πράξη απαγκίστρωσης – γιατί το ποίημα θα παραμείνει, κι ας το αφήσουμε πίσω μας.
Πώς κατανοείτε τον περίφημο στίχο του Γιώργου Σεφέρη «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας»;
Η ποίηση απαθανατίζει. Κρατάει το απολεσθέν εν ζωή, διατηρεί παλμούς. Κι αυτό, όπως και η διερώτηση «Αλλά πού θα είσαι τη στιγμή που θα ‘ρθει / εδώ σ’ αυτό το θέατρο το φως;», που κλείνει το εν λόγω ποίημα του Γ. Σεφέρη, δεν είναι απαραίτητα μια ψυχοσυναισθηματική αγκύλωση στον χρόνο. Ίσως είναι και μια ύστατη πράξη απαγκίστρωσης – γιατί το ποίημα θα παραμείνει, κι ας το αφήσουμε πίσω μας. Γιατί δεν είναι μόνο δικό μας, ακόμη κι αν δικό μας χέρι το έγραψε.
Κι αν απομονώσω πλήρως τον εν λόγω στίχο, έρχεται στον νου μου μία ακόμη διάσταση, αυτής της υπέρβασης του ατομικού, αυτή στην οποία και η πιο προσωπική ιστορία, ο πιο εξομολογητικός στίχος, διέπονται από μια οικουμενικότητα. Αυτό που η Κούλα Αδαλόγλου γράφει στη «Διπλή άρθρωση»: «προσωπεία φορώ / φωνές δανείζομαι». Το ποίημα, τα λόγια μας είναι πράγματι παιδιά πολλών ανθρώπων. Κι εμείς είμαστε πράγματι «αφηγητές στην ποίηση» (παραφθείροντας τον τίτλο του ποιήματος στο οποίο αναφέρομαι).
Ελληνική ποίηση, μεταφρασμένη ποίηση. Ποιο είναι το δικό σας «αναγνωστικό ισοζύγιο»;
Εδώ αμφιταλαντεύομαι, γιατί η απάντησή μου, ενδεχομένως, να διέφερε πλήρως αν το «αναγνωστικό ισοζύγιο» αφορούσε ελληνική και ξενόγλωσση ποίηση.
Στην προκειμένη περίπτωση ο ζυγός ίσως να γέρνει στην ελληνική ποίηση. Αυτό αφορά στον εμβυθιστικό τρόπο με τον οποίο επιθυμώ/προσπαθώ να διαβάζω: θέλω να ταυτίζομαι όχι μόνο με το ποιητικό υποκείμενο, αλλά ίσως και με το ίδιο το χέρι που το ζωογονεί (αποφεύγοντας, ασφαλώς, αναγνωστικές αυθαιρεσίες) – με τη μουσικότητα, την προφορικότητα που διέπουν τον στίχο. Αυτό είναι συχνά δύσκολο στη μεταφρασμένη ποίηση, εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο μια τέτοια προσέγγιση έχει καταστεί δυνατή κατά τη μεταφραστική απόπειρα.
Και όταν έχει δοθεί τέτοια προσοχή, ώστε η μεταφρασμένη εκδοχή ν’ αγγίζει το πρωτότυπο στο μεδούλι, το θαυμάζω και το τιμώ.
Άρα ο ζυγός γέρνει στην ελληνική ή στην αγγλική, γιατί κατανοώ τις γλώσσες, μπορώ να τις διαβάσω με αυτόν τον τρόπο. Από την άλλη δεν φοράω παρωπίδες, ούτε δύναμαι να διδαχθώ όλες τις γλώσσες του κόσμου, ώστε να διαβάσω όλων των γλωσσών ποίηση (μολονότι θα το ήθελα πολύ). Γι’ αυτό προσπαθώ να διατηρώ την ισορροπία, ν’ αναζητώ και να εξετάζω μεταφραστικά εγχειρήματα.
Σε κάποιες περιπτώσεις είναι λειτουργικό το ζήτημα, αλλά έχει και μια ανώτερη διάσταση αυτή η προσπάθεια διατήρησης ισορροπίας: την πίστη μου στη διαγλωσσική ένωση, ταύτιση, νοητή αγκαλιά, μέσω της ποίησης. Και όταν έχει δοθεί τέτοια προσοχή, ώστε η μεταφρασμένη εκδοχή ν’ αγγίζει το πρωτότυπο στο μεδούλι, το θαυμάζω και το τιμώ.
Κάθε εικόνα, κάθε νότα, κάθε καρέ είναι ποιήματα εν τη γενέσει.
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -εικαστικά, μουσική, κινηματογράφος κ.ά.- το ποιητικό σας έργο;
Σε αρκετά μεγάλο βαθμό, θα έλεγα. Είναι εμφανές, άλλωστε, και στην πρώτη μου συλλογή. Από την αναφορά στο «What ever happened to baby Jane?», τη διακειμενικότητα όχι μόνο μέσα από την αναφορά ή την παραφθορά στίχων τραγουδιών που κουβαλούν ιδιαίτερο βάρος όχι μόνο για εμένα, αλλά και για την ίδια τη συλλογή – όλα συνυφαίνουν από τη ματιά του δικού μου ψυχισμού ένα εικονοπλαστικό συγκείμενο, ένα πλέγμα συνειρμικών (ετερογενών ενίοτε) ταυτίσεων, αμφιβολιών, συνδέσεων. Κάθε εικόνα, κάθε νότα, κάθε καρέ είναι ποιήματα εν τη γενέσει.
























