
5 λεπτά με έναν συγγραφέα. Σήμερα, ο Παναγιώτης Γούτας, για το μυθιστόρημά του «Η μελωδία των αγαλμάτων» (εκδ. Βακχικόν).
Επιμέλεια: Book Press
Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο σας; Θυμάστε το αρχικό ερέθισμα;
Ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημα Η μελωδία των αγαλμάτων το 2006, ολοκλήρωσα ένα μεγάλο μέρος του μέσα σε ένα, δύο χρόνια, πρόσθεσα κάποιες ενότητες το 2013 και το ολοκλήρωσα το 2025, γειώνοντας την ιστορία στο σήμερα. Αργή ωρίμανση, που λένε. Το αρχικό ερέθισμα ήταν μια απλή ασήμαντη σκηνή καθημερινότητας που αντίκρισα έξω από μια τζαμαρία ενός καφέ-μπαρ της Θεσσαλονίκης, που πια δεν υπάρχει. Αναφέρω και μέσα στο βιβλίο αυτό το αρχικό ερέθισμα, που προκάλεσε ως αλυσιδωτή έκρηξη και την αρχική φράση.
Υφολογικό έναυσμα και ερέθισμα (για όλα μου τα μυθιστορήματα) η προτροπή του αείμνηστου Παναγιώτη Μουλλά, πριν από 25 περίπου χρόνια, να παρεκτρέπομαι κάπου κάπου από την αυτοβιογραφικού τύπου μονοφωνική λογοτεχνία (Τα λάφυρα του Αυγούστου) γράφοντας πολυφωνικά κείμενα με υφολογική ποικιλία.
Στο βιβλίο σας βρίσκουμε ήρωες που μπλέκουν σε παράξενες περιπέτειες, με επίκεντρο ένα μπαρ στη Θεσσαλονίκη που δεν υπάρχει πλέον. Γιατί η επιλογή αυτού του σημείου «συνάντησης»;
Μεγάλο μέρος του στόρι ξετυλίγεται σε ένα μπαρ, μισοπραγματικό, μισοφανταστικό. Το χαρακτηρίζω έτσι γιατί το μπαρ «Ερμής ανάδρομος» είναι μια συνισταμένη όλων των μπαρ όπου υπήρξα θαμώνας τις δεκαετίες ’80 και ’90 στην πόλη. Βέβαια, ο συγγραφέας, όταν θέλει να αποτυπώσει έναν εσωτερικό χώρο, έχει πάντα κάτι συγκεκριμένο στον νου του − έτσι κι εγώ.
Επέλεξα αυτό το σημείο «συνάντησης», όπως λέτε, των ηρώων μου για να αναβιώσω μια εποχή, για να παρουσιάσω τους πρωταγωνιστές στον «φυσικό τους χώρο», δηλαδή στον χώρο εκτόνωσης και περισυλλογής που είχαν επιλέξει, και για να μιλήσω για έναν τρόπο ψυχαγωγίας παλαιότερων εποχών, που ήταν τα μπαράκια, χώροι που σήμερα, όσοι έχουν μείνει, έχουν χάσει πολλή από τη ζεστασιά, την αμεσότητα και την αισθητική του παρελθόντος.
Η πλοκή ή οι χαρακτήρες θεωρείτε ότι είναι ο οδηγός σας όταν γράφετε; Πού ρίχνετε μεγαλύτερο βάρος;
Ανάλογα το λογοτεχνικό είδος. Όταν γράφω διηγήματα, η πλοκή είναι υποτυπώδης, είμαι πιο εξομολογητικός, εσωστρεφής και παραδοσιακός και επικεντρώνομαι περισσότερο στους χαρακτήρες και στο πώς αυτοί συμπεριφέρονται κάποια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής τους. Στα μυθιστορήματά μου λειτουργώ διαφορετικά. Μυθοπλασία βέβαια, αλλά με χαρακτήρες απλωμένους σε βάθος χρόνου, πλοκή και ανατροπές. Άλλου τύπου συγγραφική ελευθερία. Δόκτωρ Τζέκιλ και μίστερ Χάιντ, όπως αντιλαμβάνεστε.
Λένε ότι «ένα μεγάλο μυθιστόρημα, χρειάζεται ένα μεγάλο θέμα». Ποιο θα λέγατε ότι είναι το βαθύτερο θέμα στο δικό σας μυθιστόρημα;
Δεν αυταπατώμαι ότι έγραψα το «μεγάλο μυθιστόρημα» υπό τις αυστηρές, θεωρητικού τύπου, προδιαγραφές ενός Γκέοργκ Λούκατς, ενός Χάρολντ Μπλουμ ή ενός Μιχαήλ Μπαχτίν, όμως νομίζω ότι έγραψα ένα ενδιαφέρον, πολυφωνικό και με αφηγηματική ροή βιβλίο, με διάσπαρτα ποιητικά στοιχεία. Το βαθύτερο θέμα, αν μπορώ να το συνοψίσω μέσα σε μία μόνο φράση, είναι η πολυπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων και το τι μένει από αυτές σε βάθος χρόνου.
Άλλωστε, στο ανεξιχνίαστο ερώτημα που κατά καιρούς διατυπώνεται και προσπαθούμε απεγνωσμένα να το απαντήσουμε, δηλαδή στο «γιατί γράφουμε;», μια εκδοχή, μια πιθανή εξήγηση και μια πειστική απάντηση (η αμέσως καλύτερη και ειλικρινέστερη από το «δεν γνωρίζω ακριβώς») είναι «γιατί διαβάζουμε».
Οι ανθρώπινες σχέσεις, μετά τον έρωτα και τον θάνατο, είναι από τα πιο δυσπροσδιόριστα και σκοτεινά θέματα της λογοτεχνίας, που, κατά τη γνώμη μου, απαιτούν και αρκετό χιούμορ για να τις προσεγγίσεις συγγραφικά ή για να τις αποδεχτείς σε ανθρώπινο επίπεδο.
Το μυθιστόρημά σας είναι το δέκατο έβδομο βιβλίο που δημοσιεύετε. Πώς εξελίχθηκε η γραφή σας μέσα στα χρόνια; Τι συνδέει τη Μελωδία των αγαλμάτων με προηγούμενα έργα σας;
Επειδή, όπως σας είπα, πρόκειται για μυθοπλασία, το βιβλίο μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχεια των τριών προηγούμενων μυθιστορημάτων μου (Η ρεβάνς, Γυναίκα στις δύο και μισή, Πάντα είναι Αύγουστος). Υπάρχουν κάποια κοινά στοιχεία μ’ αυτά τα βιβλία (φοιτητική ζωή, η θέση της γυναίκας στην κοινωνία, οικογενειακές σχέσεις, αστάθμητοι παράγοντες στις ανθρώπινες σχέσεις, αστικό τοπίο Θεσσαλονίκης, το παρελθόν που έρχεται ορμητικό στο σήμερα κτλ.) Πιστεύω όμως πως σ’ αυτό το βιβλίο μου οι χαρακτήρες είναι πιο ολοκληρωμένοι, ενώ έχει και τη σημασία του πώς η υπόθεση απλώνεται σε χρονικό βάθος άνω του μισού αιώνα, κάτι που δεν συνέβαινε με τα προηγούμενα βιβλία μου.
Εκτός από συγγραφέας, είσαι και μεθοδικός κι εντατικός αναγνώστης. Πώς η μια πλευρά επηρεάζει την άλλη;
Συγγραφή και ανάγνωση για εμένα είναι δύο έννοιες άρρηκτα συνδεμένες. Δεν μπορείς να γράφεις αν δεν διαβάζεις. Συνέχεια διαβάζω, ακόμη κι όταν διανύω την περίοδο των ωδίνων της συγγραφικής γέννας. Άλλωστε, στο ανεξιχνίαστο ερώτημα που κατά καιρούς διατυπώνεται και προσπαθούμε απεγνωσμένα να το απαντήσουμε, δηλαδή στο «γιατί γράφουμε;», μια εκδοχή, μια πιθανή εξήγηση και μια πειστική απάντηση (η αμέσως καλύτερη και ειλικρινέστερη από το «δεν γνωρίζω ακριβώς») είναι «γιατί διαβάζουμε».
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Παναγιώτης Γούτας σπούδασε νομικά στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και παιδαγωγικά στο Α.Π.Θ. Εργάστηκε επί τριάντα χρόνια στη δημόσια και ιδιωτική εκπαίδευση.
Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1990 με διήγημά του στο περιοδικό Παραφυάδα (τεύχος 6). Από το 2001 εκδίδει βιβλία πεζογραφίας, ποίησης και κριτικών δοκιμίων, και από το 2003 δημοσιεύει βιβλιοκρισίες σε έντυπα και σε ηλεκτρονικά μέσα.

Το διήγημά του «Αϊσέ» μεταποιήθηκε από τον ίδιο σε λιμπρέτο και τον Ιούνιο του 2014 παρουσιάστηκε σε σειρά μουσικοθεατρικών παραστάσεων στο θέατρο ΑΥΛΑΙΑ. Από το 2013 είναι μέλος της Ε.Λ.Θ, ενώ από τον Μάιο του 2026 είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Από τον Σεπτέμβριο του 2024 έθεσε σε λειτουργία τη λογοτεχνική αρχειοθήκη (blog) «Λάφυρα του Αυγούστου» (pgoutas.blogspot.com). Το μυθιστόρημα Η μελωδία των αγαλμάτων είναι το δέκατο έβδομο βιβλίο του.
























