
5 λεπτά με έναν συγγραφέα. Σήμερα, ο Αντώνης Τουμανίδης για το μυθιστόρημά του «Άντερσεν» (εκδ. Ελληνικά γράμματα).
Επιμέλεια: Book Press
Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο σας; Θυμάστε το αρχικό ερέθισμα;
Ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο πριν την πανδημία. Επιθυμούσα, διακαώς, να αποτίσω έναν φόρο τιμής, με τον δικό μου ιδιαίτερο τρόπο, στον παραμυθά των παραμυθάδων, στον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Δεν ήθελα όμως να πειράξω τα παραμύθια του. Ήθελα τα παραμύθια του, αφού τα ξαναγνωρίσει το αναγνωστικό κοινό στην αρχική τους πρωτόλεια -και ενίοτε σκοτεινή- μορφή, να με καθοδηγήσουν σε κάτι νέο που θα έχει την ένταση της αστυνομικής λογοτεχνίας σε συνδυασμό με τον συγγραφικό τρόμο.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σημειωθεί πως ο Άντερσεν έγραφε τα παραμύθια του για όλους, όχι μόνο για τα μικρά παιδιά – επί της ουσίας, έγραφε μαγικές ιστορίες που απευθύνονταν και στους ενήλικες και οι οποίες δεν είχαν πάντα χαρούμενο τέλος.
Η πλοκή ή οι χαρακτήρες θεωρείτε ότι είναι ο οδηγός σας όταν γράφετε; Πού ρίχνετε μεγαλύτερο βάρος;
Πλοκή και χαρακτήρες πάνε, πραγματικά, χέρι χέρι. Υπάρχουν στιγμές κατά τη διάρκεια της συγγραφής όπου η πλοκή λειτουργεί ως οδηγός: θέτει το πλαίσιο, δίνει κατεύθυνση και «ασκεί πίεση» στους χαρακτήρες να αντιδράσουν, να πάρουν αποφάσεις και να εξ-ελιχθούν μέσα από τις καταστάσεις που προκύπτουν.
Από την άλλη πλευρά, δεν είναι λίγες οι φορές που οι ίδιοι οι χαρακτήρες ανεξαρτητοποιούνται. Τότε είναι που αρχίζουν να «αντιστέκονται» στην αρχική ιδέα, να δρουν απρόβλεπτα και να οδηγούν την ιστορία σε απρόβλεπτα μονοπάτια.
Με ποιον τρόπο το μυθιστόρημά σας συνομιλεί με το έργο του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν;
Το μυθιστόρημά μου συνομιλεί σε έναν πρώτο βαθμό με τον ίδιο τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν – με τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του, με τα πάθη του, με τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες, με τις αγωνίες του. Σε έναν δεύτερο βαθμό συνομιλεί με το έργο του παραμυθά των παραμυθάδων και, μάλιστα, το χρησιμοποιεί ως πρωτόλειο υλικό αφού ο δολοφόνος της ιστορίας «δημιουργεί» εμπνεόμενος από τα κείμενα του Δανού λογοτέχνη.
Υπάρχουν πολλές «σχολές» όσον αφορά στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Ποια προτιμάτε; Ποιες είναι οι επιρροές σας;
Προσωπικά θεωρώ μία σχολή κορυφαία: εκείνη της βασίλισσας του εγκλήματος, της Άγκαθα Κρίστι. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται την αγωνία, τις ανατροπές και, κυρίως, την ανθρώπινη φύση μέσα από φαινομενικά απλές ιστορίες είναι αξεπέραστος. Ιδιαίτερα ξεχωρίζω την εκδοχή της Μις Μαρπλ − μια ηρωίδα που λειτουργεί υπόγεια, σχεδόν αθόρυβα, αλλά με οξυδέρκεια που διαπερνά τα πάντα. Σε αντίθεση, ποτέ δεν ένιωσα την ίδια σύνδεση με τον Ηρακλή Πουαρό, ίσως γιατί η προσέγγισή του είναι πιο επιδεικτική και «θεατρική».
Ο Άντερσεν, ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα παραμύθι, μεταμορφωμένο σε αστυνομική ιστορία, που εισάγει στοιχεία τρόμου.
Παραδόξως, ενώ επηρεάζομαι από αυτή τη βρετανική παράδοση, η γραφή μου καταλήγει να έχει έναν πιο «αμερικάνικο» ρυθμό και ύφος. Με ενδιαφέρει η ένταση, η ατμόσφαιρα, η σταδιακή οικοδόμηση ενός κόσμου όπου το οικείο μετατρέπεται σε απειλητικό χωρίς προειδοποίηση.
Ο Άντερσεν, ωστόσο, δεν είναι απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, ένα παραμύθι, μεταμορφωμένο σε αστυνομική ιστορία, που εισάγει στοιχεία τρόμου. Ο τρόμος, όμως, δεν λειτουργεί απλώς ως διακοσμητικό στοιχείο. Είναι διαρκώς παρών, καραδοκεί, και σε αρκετές στιγμές παίρνει τον πρώτο λόγο, επηρεάζοντας όχι μόνο την εξέλιξη της ιστορίας αλλά και την ψυχολογία των χαρακτήρων.
Πόσο νωρίς ή πόσο αργά γνωρίζετε το τέλος της ιστορίας σας;
Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημά μου γνώριζα ένα μέρος από το τέλος της ιστορίας ήδη από το προσχέδιο. Σταδιακά, βέβαια, αυτό το τέλος απέκτησε δυναμική και έγινε διπλό και διττό... ο αναγνώστης θα ανακαλύψει τι εννοώ.
Τι θα δούμε στα επόμενα μέρη της τριλογίας σας;
Δύο νέοι δολοφόνοι, δύο νέοι παραμυθάδες. Το δεύτερο μέρος θα λειτουργεί αυτόνομα, αλλά θα υπάρχουν αναφορές στον Άντερσεν − κάποιοι ήρωές του, μάλιστα, θα κάνουν και ένα μικρό «πέρασμα». Το τρίτο μέρος, παρόλο που θα λειτουργεί αυτόνομα, θα έχει και τον ρόλο της κατακλείδας με τη σύνδεση με τα προηγούμενα βιβλία να είναι αναπόφευκτη.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Αντώνης Τουμανίδης γεννήθηκε στη Σκύδρα το 1979. Σπούδασε ιστορία της τέχνης και αρχαιολογία στην Ελλάδα, καθώς και τεχνοκριτική, κινηματογράφο και θρησκειολογία στη Γαλλία. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου θρησκευτικής γλυπτικής από το Πανεπιστήμιο του Μπορντό και μιλάει τέσσερις γλώσσες.

Είναι συγγραφέας, βραβευμένος σεναριογράφος, παραγωγός, μέλος του Σωματείου Σεναριογράφων Αμερικής (WGA East) και μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Το Άντερσεν είναι το πέμπτο του βιβλίο και το πρώτο της Τριλογίας των δολοφόνων.






















