
«Τα εισιτήρια είναι πόρτες. Ξεκινά το κεφάλαιο και σου ανοίγει την πόρτα στην εποχή. Ο χαρακτήρας σε παίρνει μαζί του, με το φορτίο ολόκληρης της ζωής του, που τον καθορίζει την ημέρα που πηγαίνει στη συγκεκριμένη συναυλία» λέει μεταξύ άλλων ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου, με αφορμή τη συλλογή διηγημάτων του «30 εισιτήρια – Xίλιες ζωές σε κάθε live» (εκδ. Δίαυλος).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Στη συλλογή διηγημάτων του 30 εισιτήρια – Xίλιες ζωές σε κάθε live ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου χρησιμοποιεί ως σκηνικό κάποιες από τις πιο μεγαλειώδεις συναυλίες που έλαβαν χώρα στη Μεταπολίτευση, τις επισκέψεις συγκροτημάτων όπως οι Police και οι Motörhead, δημιουργών όπως ο Leonard Cohen, για να μιλήσει για μια ολόκληρη εποχή, τις τάσεις που επικράτησαν, τον ψυχισμό των ανθρώπων που την έζησαν, κάποιοι από τους οποίους παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου.
Μιλήσαμε με τον συγγραφέα για τους χαρακτήρες και το soundtrack των ιστοριών του, τον τρόπο που μουσική και λογοτεχνία συνομιλούν στο έργο του και πολλά ακόμη.
Η συλλογή ιστοριών 30 εισιτήρια – Xίλιες ζωές σε κάθε live που κυκλοφορεί αυτόν τον καιρό, περιλαμβάνει διηγήματα με επίκεντρο τη μουσική. Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο σας; Ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα;
Η αρχική ιδέα ανήκε στον Μανόλη Δεληγιναννάκη, τον εκδότη του Δίαυλου, και το θέμα τέθηκε ανοικτά, περισσότερο έχοντας και οι δύο κατά νουν κάτι βιωματικό. Όμως η ιδέα αυτή, μέσα στα δύο τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σε μια συλλογή από διηγήματα («short stories», όπως επιτάσσει η σύγχρονη γλώσσα της επικοινωνίας) που να μην είναι βιωματικά. Να αφορούν χαρακτήρες σε διάφορες χρονικές περιόδους της πρόσφατης ιστορίας της Ελλάδας, κάθε μια από τις οποίες φωτογραφίζεται μέσα στην κάθε συναυλία.
Διηγήματα για το τι νιώθουν, τι περνάνε, πώς αποφασίζουν να δράσουν (προσοχή, όχι «επιλέγουν», αυτό το ουδέτερο ρήμα που εξουδετερώνει την ανθρώπινη στάθμιση και ταυτίζει το δρων πρόσωπο με τον πελάτη του σούπερ μάρκετ), πώς αναγκάζονται να αντιμετωπίζουν τη συγκυρία ή να λειτουργήσουν μέσα στις δεδομένες συνθήκες όταν είναι να πάνε σε μια συναυλία. Ποια τα ζωτικά τους ζητήματα, οι αξίες τους, οι ελπίδες, τα όνειρα και τα κίνητρά τους. Ο καμβάς πάνω στον οποίο απλώνονται αυτές οι ιστορίες είναι 30 πραγματολογικά ελεγμένα συναυλικά γεγονότα, διαλεγμένα ώστε να αποδίδουν την κάθε εποχή.
Σε κάθε διήγημα παρακολουθούμε έναν και περισσότερους χαρακτήρες που ακούν τα αγαπημένα τους συγκροτήματα, καθορίζονται από αυτά, πηγαίνουν σε συναυλίες. Πρόκειται για ιστορίες πάθους για συγκεκριμένες μουσικές, ή υπάρχει και κάτι περισσότερο;
Ζούμε στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης, οπότε για να τη στείλουμε στα βράχια, η γραφή είναι πολυεπίπεδη, συναισθηματική και στο φόντο ιστοριογραφική. Με φόντο τις συγκεκριμένες συναυλίες, κάθε διήγημα αποπειράται να κλέψει την προσοχή του αναγνώστη με το τι συμβαίνει στο μπακγκράουντ, ή γύρω από τους κεντρικούς χαρακτήρες: Το ξύπνημα της νεολαίας στην πρώτη συναυλία μετά την μεταπολίτευση, των Police, τον Μάρτιο του 1980. Την συναυλία-σταθμό του Rory Gallagher, με το άγριο ξύλο και τα δακρυγόνα, λίγες ημέρες πριν έρθει η πολιτική αλλαγή με τις εκλογές του ’81. Την Αθήνα πρώτη πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, το καλοκαίρι του ’85 (όταν και μας επισκέπτεται, στο πλαίσιο αυτών των εκδηλώσεων, ο τεράστιος Miles Davis).
Μέσα από τις ιστορίες των χαρακτήρων είναι εύλογο να προκύπτουν ορισμένα κοινωνιολογικά ζητήματα, τα οποία η επίσημη μουσική ιστοριογραφία τα προσπερνά: Η ανάγκη που ένιωθε η νεολαία των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης για σύγκρουση με το επίσημο κράτος, που το προσωποποιούσε στην αστυνομία.
Η πρώτη φορά που οι μουσικές φυλές του new wave συρρέουν στο μεγαλύτερο μουσικό Φεστιβάλ της Ευρώπης, το Rock In Athens ’85, μια ιστορική διήμερη σύναξη νεαρών μουσικόφιλων, που ζουν κι αναπνέουν την ελευθερία να αυτοπροσδιοριστούν μουσικά – κι εκεί φυσικά πέφτει επίσης ξύλο. Η ενηλικίωση του ροκ και οι κουβέντες για τις αμφίσημες φιλανθρωπικές του προθέσεις, με τη μνημειώδη συναυλία της Διεθνούς Αμνηστίας τον Οκτώβριο του 1988. Η καθηλωτική συναυλία των Pink Floyd -χωρίς τον Roger Waters- την παραμονή της ημερολογιακής εκκίνησης του καλοκαιριού του «βρώμικου ‘89». Μέσα από τα κείμενα, ανακαλεί ο αναγνώστης τη συναυλιακή άνθηση της δεκαετίας του ’90 που μας φέρνει ως μουσικό κοινό σε συγχρονισμό με τα διεθνή μουσικά δρώμενα, με σχήματα στην ακμή τους (Metallica), βετεράνους στην καλύτερη στιγμή τους (Tina Turner), ανερχόμενους (The Godfathers), ή διακαείς πόθους που βλέπουμε για πρώτη φορά, έστω ετεροχρονισμένα (Scorpions). Τέλος, καλείται να ξανανιώσει το τι συνέβη σε διάφορους ανθρώπινους τύπους της εφήμερα ευήμερης ελληνικής κοινωνίας στην εποχή του «εκσυγχρονισμού», την ώρα που στις 16 Σεπτεμβρίου του 1998, στο Ο.Α.Κ.Α. βρισκόμαστε ενώπιον του ίδιου του ροκ εν ρολ, με σάρκα και οστά: των Rolling Stones.
Μέσα από τις ιστορίες των χαρακτήρων είναι εύλογο να προκύπτουν ορισμένα κοινωνιολογικά ζητήματα, τα οποία η επίσημη μουσική ιστοριογραφία τα προσπερνά: Η ανάγκη που ένιωθε η νεολαία των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης για σύγκρουση με το επίσημο κράτος, που το προσωποποιούσε στην αστυνομία. Η σχεδόν φυσική σύνδεση των οργανωμένων οπαδών ποδοσφαιρικών ομάδων με το χέβυ μέταλ την δεκαετία του ‘80. Η επίπλαστη οικονομική ευμάρεια του τέλους της δεκαετίας του ’90, όπου αξία είχε το ποιος είχε το πιο ακριβό πούρο και τα πιο «ψαγμένα γούστα», κι ας ήταν και «μούφα». Η Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, με τον συναυλιαστή να πηγαίνει με έξι ευρώ στην τσέπη να δει το κάποτε αγαπημένο του συγκρότημα. Ο δηθενισμός στις μουσικές ταυτότητες, το άθραυστο κοινό παρελθόν των φίλων που απομακρύνονται και ξανασμίγουν, η διαπροσωπική προδοσία, η επιφανειακότητα στις συνήθειες των ανθρώπων στην μετα-covid εποχή, αλλά και η πεισματική αφοσίωση στο να μην εγκαταλείψουν τη σχέση τους με τη μουσική, που παρατηρείται διαχρονικά.
Όλα αυτά φωτογραφίζονται μέσα στο βιβλίο. Άλλοτε η φωτογραφία είναι από Kodak Instamatic, άλλοτε φωτοσκιασμένη πιο γοητευτικά από την πραγματικότητα, σε στυλ Χέλμουτ Νιούτον. Καμιά ματιά όμως δεν οφείλει να έχει συγκεκριμένη πιστότητα εικόνας. Δεν είναι σελίδες ντοκιμαντέρ, ούτε ρεπορτάζ, ούτε «κριτικής».
Τα τραγούδια των Police, του Leonard Cohen, του Bruce Springsteen, των Motörhead και πολλών, πολλών ακόμα αντηχούν στις σελίδες. Μιλήστε μας λίγο για το «soundtrack» της συλλογής. Ποια συγκροτήματα ξεχωρίσατε, με ποιον σκοπό και τι τα ενώνει μεταξύ τους;
Η συλλογή των ιστοριών δεν βασίστηκε στο ποια είναι «τα αγαπημένα» μου συγκροτήματα. Ούτε καν βασίστηκε σ’ αυτήν την κατάρα που γιγαντώθηκε με τα social media, τις λίστες με τα καλύτερα, είτε τραγούδια, είτε συναυλίες, τις λίστες «έτσι πιστεύω εγώ, κι ακούστε πόσο καλά είναι, γιατί εγώ ξέρω».
Το μουσικό κέντρο βάρους φαίνεται να γέρνει προς το κλασσικό ροκ, αν και, υπάρχουν βραδιές άλλου μουσικού ύφους, τις οποίες χιλιάδες θεατές βίωσαν μυσταγωγικά, μαζί με τους χαρακτήρες του βιβλίου
Δεν έχει, λοιπόν, σημασία στο βιβλίο «αν ήταν καλό» το συγκρότημα ή ο καλλιτέχνης τη συγκεκριμένη βραδιά, αυτή η στριμόκωλη τάση του μουσικού γραφιά που χρησιμοποιεί κατά κόρον τα είκοσι επίθετα που υποδεικνύει κάθε λυσάρι έκθεσης Γ’ Γυμνασίου. Οπωσδήποτε, όλες οι συναυλίες του βιβλίου, υπήρξαν σημαδιακές για το ελληνικό κοινό, για μια σειρά από λόγους. Όχι μόνο οι τριάντα στις οποίες δρουν οι χαρακτήρες, αλλά και άλλες τόσες οι οποίες αναφέρονται ως εύφλεκτο cargo του παρελθόντος του καθενός απ΄ αυτούς. Το να έχεις δει, ή να έχεις χάσει έναν καλλιτέχνη αποτελεί εφαλτήριο, μετασχηματιστή διάθεσης. Οπωσδήποτε έτσι είναι για τα πρόσωπα που μας συστήνει το βιβλίο. Στις σελίδες του μαθαίνουμε, ή καταλαβαίνουμε, το γιατί.
Όπως είναι λογικό, στο βιβλίο δεν υπάρχουν αρκετές ακόμη σημαδιακές συναυλίες, καθώς οι χαρακτήρες που μου χτυπούσαν την πόρτα να τους συμπεριλάβω, δεν χώρεσαν: οι Dr. Feelgood, οι Rage Against The Machine, οι Residents. Για κάποιες έχω ήδη γράψει σε βιβλία που προηγήθηκαν και, ενώ θα είχαν θέση εδώ, απέφυγα σκόπιμα να επαναληφθώ: Nick Cave, Iron Maiden, Saxon, Dire Straits, Ramones. Το μουσικό κέντρο βάρους φαίνεται να γέρνει προς το κλασσικό ροκ, αν και, υπάρχουν βραδιές άλλου μουσικού ύφους, τις οποίες χιλιάδες θεατές βίωσαν μυσταγωγικά, μαζί με τους χαρακτήρες του βιβλίου: Phil Collins στο Σ.Ε.Φ. στην Ελλάδα που ζει την μετά την Ολυμπιάδα του ’04, Leonard Cohen στην Μαλακάσσα λίγο πριν ξεσπάσει η παγκόσμια οικονομική κρίση, McLaughlin/DeLucia/DiMeola την βραδιά που κηδεύεται ο Ανδρέας Παπανδρέου.
Το αφηγηματικό νήμα που ενώνει κάποιες από τις ιστορίες φαίνεται να είναι η πορεία των συναυλιών στην Αθήνα (και όχι μόνο): ξεκινάμε από το 1980 και φτάνουμε ως το μελλοντικό 2027, στο Ηρώδειο, σε μια συναυλία των Waterboys. Πόσο αλλάζει η πόλη και η μουσική κουλτούρα μέσα σε αυτό το διάστημα; Πώς αυτές οι αλλαγές αποτυπώνονται στους ήρωές σας;
Η διαδοχή των ιστοριών ακολουθούν μια, σε πρώτη ανάγνωση, χρονολογική σειρά, όμως έχουν τη δομή του tracklist ενός live. Ξεκινά με την αβεβαιότητα, την προσμονή και την επιθυμία να ζήσεις την πρώτη φορά, εξελίσσεται μέσα από πολλά και διάφορα σκαμπανεβάσματα διαθέσεων σε μικρούς θριάμβους, παραφορές και αγωνίες και καταλήγει στην κορύφωση. Με μια συναυλία που δεν έχει γίνει ακόμη και μάλλον δεν θα γίνει και ποτέ καθώς το Ηρώδειο θα παραμείνει κλειστό: Τους Waterboys στις 14 Ιουνίου 2027. Η σημασία της είναι συμβολική για μια σειρά από ανθρώπινα γνωρίσματα που διαποτίζουν όλο το βιβλίο: φιλία, έρωτας, άδολο γλέντι με το κοινό μουσικό βίωμα, ασίγαστη επιθυμία να πας παρακάτω.
Ορισμένους χαρακτήρες θα τους ξαναβρείς στην συνέχεια. Αλλαγμένους, ανυποχώρητους, με απώλειες, σε αναμέτρηση με τον χρόνο και με εξοπλισμό την επιθυμία τους για να πάνε σε μια ακόμη συναυλία.
Οι συναυλίες έχουν κεντραριστεί ιδίως με βάση τη μοναδικότητά τους στην δεδομένη εποχή. Μία φορά είδαμε τους Police, τον Rory Gallagher, τον Bruce Springsteen, τον Miles Davis, τους Stones, την Tina Turner, τους AC/DC, τον Phil Collins, τους Black Sabbath με την αυθεντική τους σύνθεση. Tους Clash και τον Screamin’ Jay Hawkins στην τελευταία τους συναυλία ever. Τους Aerosmith, τους ZZ Top. Επίσης σημαδιακή ήταν η πρώτη φορά που είδαμε κάποιους καλλιτέχνες που έκτοτε ξαναήρθαν (Motorhead, Depeche Mode, Stranglers, Cure, Metallica, Santana). Όμως, επειδή υπάρχουν και καλλιτέχνες που έχουν έρθει πολλές φορές στην Ελλάδα (σε πέντε διαφορετικές δεκαετίες, πλέον), ορισμένες ιστορίες του βιβλίου είναι πορείες ζωής: ο Τάκης, πιστός του Eric Burdon για δεκαετίες, ακολουθεί με πείσμα τις εμφανίσεις του ήρωά του, από το 1984 μέχρι το 2019 και ακούει διαφορετικά το νόημα του κάθε στίχου του “It’s My Life” στα 60 του. O Θράσος, το πανκιό που το ‘88 ζει στην υπό κατάληψη Βίλλα Αμαλίας, νιώθει το νεύρο και την ασίγαστη ενέργεια του Iggy Pop μέχρι και το 2022, όταν έχει γίνει στέλεχος φαρμακευτικής εταιρίας.
Συνηθίζω να παραπέμπω στο οπισθόφυλλο και στην αναφορά «μια συλλογή διηγημάτων που διαβάζεται όπως παρακολουθείται μια ταινία του Ρόμπερτ Ώλτμαν». Αν έχει δει κανείς το “Nashville” ή το «Στιγμιότυπα», ας πούμε, παίρνει αλλιώς γραμμή το τι παίζεται. Ορισμένους χαρακτήρες θα τους ξαναβρείς στην συνέχεια. Αλλαγμένους, ανυποχώρητους, με απώλειες, σε αναμέτρηση με τον χρόνο και με εξοπλισμό την επιθυμία τους για να πάνε σε μια ακόμη συναυλία. Εξάλλου, αλήθεια, δεν είναι; Όποιος πάει σε συναυλίες, συναντάει κάποια πρόσωπα που τα έχει ξαναδεί. Σε κάποια συστήνεται, με κάποια μοιράζεται τη μοναδικότητα της πολυτέλειας της ζωντανής μέθεξης μιας συναυλίας. Μια συναυλία δεν είναι ποτέ ίδια με κάποια άλλη, όπως και οι βραδιές καθενός από μας στην πορεία της ζωής.

Τα εισιτήρια είναι πόρτες. Ξεκινά το κεφάλαιο και σου ανοίγει την πόρτα στην εποχή. Ο χαρακτήρας σε παίρνει μαζί του, με το φορτίο ολόκληρης της ζωής του, που τον καθορίζει την ημέρα που πηγαίνει στη συγκεκριμένη συναυλία. Για να ζήσει, να αποδράσει, να γιορτάσει, να εκτονωθεί, να λυτρωθεί. Από τα δεσμά της εποχής, των άλλων, του εαυτού του.
Έντονη χρήση της αργκό του μουσικόφιλου κοινού, χρήση στίχων από τα τραγούδια: με ποιους τρόπους αποτυπώνετε πιστά τον κόσμο των ηρώων σας;
Ελάχιστα πράγματα δείχνουν πιο ψεύτικα στο τυπωμένο χαρτί, από το να βάζει ο συγγραφέας να μιλούν όλοι οι χαρακτήρες όπως μιλάει ο ίδιος. Ή να μιλούν όλοι οι χαρακτήρες σαν σε επιτροπή εξεύρεσης εργασίας, προσεκτικά, με το σεις και με το σας, ακόμη και όταν βρίσκονται υπό πίεση, ή όταν ζουν κάτι έντονο. Ή να βλέπεις ότι εκφράζονται με τα νοηματικά και λεκτικά κλισέ της εποχής του συγγραφέα (λ.χ. «τοξικό», «σεξιστής», «κάνω δράσεις»), και όχι της δικής τους, στην οποία μπορεί οι εκφράσεις αυτές να μην χρησιμοποιούνταν ή να μην σήμαιναν το ίδιο. Ναι, οι χαρακτήρες μου σκέφτονται και τα λένε πολλές φορές έξω από τα δόντια, ή όπως τα έχουν μέσα τους.
Το να μεταφράζεις στίχους διάσημων τραγουδιών είναι επικίνδυνο, καθώς όλοι τούς έχουν στο μυαλό τους σε μια ξένη γλώσσα και σημαίνουν ό,τι καταλαβαίνει ο καθένας.
Όταν γράφεις για αληθινούς ανθρώπους, οι οποίοι ακούνε αληθινή μουσική και πηγαίνουν σε συναυλίες που παίζουν αληθινοί καλλιτέχνες και συγκροτήματα, το να σεντράρεις στο κοινό καθωσπρεπισμό και σιδερωμένο πλάγιο λόγο μού δείχνει γελοίο. Γράψε άρθρο γνώμης για κανένα politically correct site, «για να μην θιγούν» 368 κοινωνικές υπο-ομάδες που έχεις στο στείρο μυαλό σου να κολακεύσεις και λυπήσου το χρόνο μας κι εσύ και τα κλισέ σου. Γι’ αυτό το ΑΙ δεν βρίσκει σοβαρό εμπόδιο στην επερχόμενη δικτατορία του: ακόμη και εκ θέσεως «δημιουργικοί» άνθρωποι, όπως κάποιοι που αποφασίζουν να γράψουν βιβλία, σκέφτονται με το μυαλό στοκαρισμένο από κλισέ. Άλλοι σκύβουν τη μέση σε μια λογική φτιασιδώματος του λόγου που λειτουργεί σαν αποχυμωτής του όποιου συναισθήματος. Αν ο καταναλωτής τέχνης θέλει κόκα κόλα, που πάει με όλα, δεν είναι ανάγκη να αγοράσει βιβλίο. Ας δει καμιά σειρά με εφτά σαιζόν όπου στο τέλος όλοι έχουν δίκιο και όλοι άδικο ταυτόχρονα, να νιώσει ήσυχος και δικαιωμένος για τη σχετικότητα των πάντων.
Όσον αφορά τα σημεία του βιβλίου όπου επιχειρώ μια απόδοση των στίχων στα ελληνικά, ναι, εν γνώσει μου το κάνω. Το να μεταφράζεις στίχους διάσημων τραγουδιών είναι επικίνδυνο, καθώς όλοι τούς έχουν στο μυαλό τους σε μια ξένη γλώσσα και σημαίνουν ό,τι καταλαβαίνει ο καθένας. Τα ελληνικά, όμως, δίνουν μια εντελώς ιδιαίτερη οπτική πάνω σε κάτι που είναι γραμμένο στα αγγλικά και το βιβλίο αυτό είναι ένα ελληνικό βιβλίο, για πράγματα που νιώθουν χαρακτήρες που σκέφτονται στα ελληνικά. Είναι μια οιωνεί μεταφραστική διαδικασία, ιδιαίτερα δύσκολη, καθώς κινδυνεύεις να εκτεθείς. Όμως έχουν περιληφθεί σε σημεία των ιστοριών για να προεκτείνουν την πλοκή ή να υπογραμμίσουν αυτό που ο χαρακτήρας νιώθει να τον διατρέχει την συγκεκριμένη στιγμή.
Βασίζεστε κυρίως στην έρευνα -έχετε γράψει και μη μυθοπλαστικά κείμενα για τη μουσική-, σε αυτοβιογραφικά στοιχεία ή στην επινόηση;
Απαντώ στην ερώτηση αυτή πάντα με μεγάλη διάθεση, καθώς είναι λογικό να μου τίθεται πιο συχνά από άλλες. Έχω τελειώσει σχολή δημοσιογραφίας 31 χρόνια πριν, έχω γράψει 7 βιβλία (τα 4 επιστημονικά), έχω συμμετάσχει σε συλλογικά έργα, δημοσιεύσει δεκάδες άρθρα γνώμης πάνω στην πρακτική του ποινικού δικαίου και την εγκληματολογία, όμως σε καμία περίπτωση δεν είμαι δημοσιογράφος για να σκοπεύω να «ανακαλύψω και να αναδείξω» κάτι που ο αναγνώστης δεν ξέρει, ούτε θέλω να αποπνέουν τα βιβλία μου διδακτισμό. Σε καθένα, οι πληροφορίες και οι λεπτομέρειες που συναποτελούν τον καμβά των κειμένων έχει περάσει μια επεξεργασία, ώστε να μην υπάρχουν κενά και …ακυρότητες ή αφηρημενολογίες. Η συμβαντολογική βάση των συναυλιών είναι στέρεα, ίσα για να γίνεται αξιόπιστη η ιστορία που εκτυλίσσεται. Καταλαβαίνω την ανάγκη κατάταξης και τυποποίησης που κυριαρχεί στον σύγχρονο δημόσιο λόγο, είμαι αντίθετος όμως στο υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίζεται («δεν έχω ιδέα, αλλά θα αποφασίσω τι πρέπει να καταλάβω εγώ και κατά συνέπεια από το φίλτρο της προχειρότητάς μου, θα καθορίσω τι πρέπει να ξέρει ο αναγνώστης»).
Ας είμαστε ειλικρινείς: σήμερα, δεν έχει αξία να γράψεις το ποιες «ήταν οι καλύτερες συναυλίες», ούτε το «ποιες ήταν οι καλύτερες που πήγα εγώ», να το υπογράψεις και να θεωρείς ότι αξίζει να γίνει βιβλίο. Δεν θα ενδιαφερθούν παρά λίγοι, άσε που πολλοί θα ενοχληθούν επειδή πήγαν και οι ίδιοι και δεν σκέφτηκαν να το γράψουν πρώτοι, επειδή είναι βέβαιοι ότι θα μπορούσαν να το γράψουν καλύτερα, ή επειδή θα αναλωθούν ως αναγνώστες στο τι «δεν έπρεπε» να γράψεις, γιατί «έπρεπε» να γράψεις κάτι άλλο. Τέτοιες άνυδρες, ανταγωνιστικές σκέψεις δεν υπάρχει λόγος να τις φυτιλιάζει κανείς όταν αποφασίζει να κυκλοφορήσει πρώτη ύλη, δηλαδή διηγήματα.
Είναι μια πολυδιάσταστη, παγκόσμια και ιδίως, λαϊκή γλώσσα η δημοφιλής μουσική που κυκλοφόρησε μεταξύ 1955 και 1995 και δεν πρόκειται να ξεθωριάσει ποτέ.
Από την άλλη, η χρήση της λέξης «επινόηση» παραπέμπει συνειρμικά στο «σκαρφίζομαι κάτι ανύπαρκτο», οπότε, αφού το γραφόμενο δεν βασίζεται στην «αυτοβιογραφική προσέγγιση», έχει την ελαφρότητα μιας κατασκευασμένης, γι’ αυτό και ελάχιστα πιστευτής, ιστορίας. Έχει, άραγε, σημασία, ανακρινόμενος ο συγγραφέας, να σου «ομολογήσει» αν και κατά πόσο είναι «αλήθεια» κάτι απ' όσα έχεις γράψει, για να το κατατάξεις πρώτα και μετά να το αξιολογήσεις πριν καν το διαβάσεις; Πού πάει η χαρά της ανάγνωσης; Πού πάει η αδιαμεσολάβητη επαφή με το κείμενο; Πρέπει μήπως σήμερα να πατήσει ο αναγνώστης την επιφάνεια του κινητού του την εφαρμογή «mode ανάγνωσης φιλομαθές - κάτι μου λέει που μπορεί να μην ξέρω» ή τη διπλανή «mode ανάγνωσης ανύποπτο - προϊόν φαντασίας»; Δυστυχώς, είναι υπαρκτές αυτές οι στενωποί της σκέψης κι ευχαριστώ που μου δίνετε την ευκαιρία να τις επισημάνω.
Με ποιον ιδιαίτερο τρόπο θεωρείτε πως η τέχνη της μουσικής συνομιλεί με αυτήν της λογοτεχνίας;
Το να γράφεις για κάτι που αντιλαμβάνεσαι πρωτογενώς με άλλες αισθήσεις, όπως η μουσική, ή μια παράσταση, είναι εξ ορισμού κάπως παράδοξο. Όμως, η γενιά μου, ή για να το πω πιο «μοντέρνα» και «συμπεριληπτικά», η GEN–X, έχει ένα ιδιότυπο πλεονέκτημα στην παραδοξότητα αυτή. Μεγάλωσε διαβάζοντας μουσικά περιοδικά και συζητούσε πολύ για την μουσική, είτε ακούγοντάς τη συγχρόνως, είτε όχι. Έτσι, λοιπόν, ασκηθήκαμε στο να κάνουμε τον μεταφραστή των συναισθημάτων που μας προκαλούσε η οπτικοακουστική επαφή με τη μουσική: βινύλια, κασσέττες, βίντεο κλιπ και ιδίως, μια ζωντανή συναυλία. Είναι μια πολυδιάσταστη, παγκόσμια και ιδίως, λαϊκή γλώσσα η δημοφιλής μουσική που κυκλοφόρησε μεταξύ 1955 και 1995 και δεν πρόκειται να ξεθωριάσει ποτέ. Αυτή η γλώσσα βοηθά να φτάνει ο συγγραφέας αμεσότερα στον αναγνώστη, καθώς του μεταφέρει αβίαστα μια δέσμη από ακουστικές και οπτικές πληροφορίες που προσδιορίζουν πολύ γρήγορα τον χρόνο, το κλίμα και την διάθεση. Τον μπάζουν στο νόημα. Και μετά παρακολουθεί το τι συμβαίνει με τους χαρακτήρες.
Η λογοτεχνία δίνει το κάτι παραπάνω, δημιουργεί έναν χαρακτήρα με παρελθόν, παρόν, χαρακτηριστικά, πολλές φορές ακόμη και σωματομετρικά, με κοινωνικό περιβάλλον, πληγές από το παρελθόν, ή επιθυμίες και όνειρα. Ο χαρακτήρας είναι που φέρνει τον αναγνώστη στο τι σημαίνει η ιστορία που διαβάζει. Τα σημαινόμενα του συγκεκριμένου βιβλίου πηγάζουν από τη μουσική, αλλά επεκτείνονται και στην ουσία αφορούν άλλα πεδία, ερωτήματα για το πολιτισμικό αποτύπωμα της Ελλάδας, την ωρίμανση μέσα από τους καιρούς που αλλάζουν, τον διάλογο μεταξύ τέχνης και των εραστών της, ζητήματα διαχρονικότητας και εφήμερου, πράγματα που απασχολούν όλους μας. Οι συναυλίες είναι το δόκανο. Λίγο πολύ, κάτι έχει πάρει τ' αυτί μας για κάποιες, κι έχουμε πάει σε κάποιες άλλες.
Ευχαριστώ θερμά για την φιλοξενία.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Παναγιώτης Παπαϊωάννου είναι μαχόμενος δικηγόρος Αθηνών και Δρ. Εγκληματολογίας, έχοντας τα τελευταία είκοσι χρόνια δημοσιεύσει βιβλία, έρευνες και άρθρα σχετικά με την Εγκληματολογία.
Συμμετέχει ως ομιλητής σε επιστημονικά συνέδρια, ημερίδες και σεμινάρια, ενώ σε τακτική βάση καλείται να παρεμβαίνει στα media για ζητήματα που άπτονται όψεων του εγκληματικού φαινομένου και της λειτουργίας του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης.

Πριν όμως συμβούν όλα αυτά, είχε ήδη μεγαλώσει αγαπώντας, βιώνοντας και σπουδάζοντας εντατικά το ροκ, στις περισσότερες από τις εκφάνσεις του που συνδέονται με τη γενιά του, αυτήν των εφήβων της δεκαετίας του ’80. Έκανε επί σειρά ετών ραδιοφωνικές εκπομπές, μεγάλωνε και εμπλούτιζε τη δισκογραφική συλλογή του, παρακολουθούσε με προσήλωση συναυλίες, σύχναζε σε μέρη όπου υπήρχε μουσική, συνηθέστατα ροκ.
Ακόμη και σήμερα βιοπορίζεται σε έναν επαγγελματικό στίβο που δεν γνωρίζει δίχτυ ασφαλείας, ενώ εξακολουθεί να γράφει τη γνώμη του για επιστημονικά και μη θέματα, ασκώντας παράλληλα όλες τις παραπάνω δραστηριότητες κατά καθήκον, κατά κλίση και κατά βούληση.
























