
«Επέλεξα τη σπονδυλωτή δομή γιατί πιστεύω πως έτσι λειτουργεί η μνήμη μας, αλλά και η ίδια η ζωή όταν την κοιτάμε προς τα πίσω» μας είπε μεταξύ άλλων ο Γιώργος Πολυμενάκος για το μυθιστόρημά του «Ιστορίες από μια αθέατη θάλασσα» (εκδ. Γραφή).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Ο Γιώργος Πολυμενάκος εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 2019 με τη συλλογή διηγημάτων Ιστορίες από την άλλη όχθη (εκδ. Απόπειρα) και στη συνέχεια, τράβηξε την προσοχή με το Σημείο εξόδου ένα (εκδ. Απόπειρα), το πρώτο μέρος μιας δυστοπικής τριλογίας. Με το πρόσφατο μυθιστόρημά του, Ιστορίες από μια αθέατη θάλασσα (εκδ. Γραφή), επιστρέφει στον ρεαλισμό, αφηγούμενος την πορεία μιας ομάδας ανθρώπων από το 1964 ως το 2011, από τις φτωχοσυνοικίες του '60, στη Μεταπολίτευση και το κλίμα ενθουσιασμού που τη χαρακτήρισε, ως την Ελλάδα της Κρίσης και τη ματαίωση.
Ο Γιώργος, ο κεντρικός ήρωας, αλλάζει – όπως αλλάζει και η υπόλοιπη ζωή τριγύρω του. Στις σκιές του σκηνικού, μια μυστηριώδης φιγούρα παραμονεύει, υπενθυμίζοντάς μας το κεντρικό θέμα του βιβλίου: τη φθορά του ανθρώπου και την αντίστασή του απέναντί της.
Οι Ιστορίες από μια αθέατη θάλασσα (εκδ. Γραφή) είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που ξεκινά στις 24 Δεκεμβρίου 1964, παραμονή Χριστουγέννων σε μια φτωχογειτονιά, και κλείνει το 2011, στην Ελλάδα της Κρίσης. Διάφοροι ήρωες παρελαύνουν στις σελίδες – κάθε ιστορία στέκεται και μόνη της, όπως σημειώνεται στο οπισθόφυλλο. Γιατί επιλέξατε τη σπονδυλωτή δομή;
Επέλεξα τη σπονδυλωτή δομή γιατί πιστεύω πως έτσι λειτουργεί η μνήμη μας, αλλά και η ίδια η ζωή όταν την κοιτάμε προς τα πίσω. Δεν θυμόμαστε τις μέρες μας γραμμικά, σαν ένα συνεχές μονοπλάνο. Θυμόμαστε «στιγμιότυπα». Θυμόμαστε έντονα μια Παραμονή Χριστουγέννων του ’64, ένα βλέμμα σε μια σχολική αυλή του ’76 ή μια σιωπηλή διαδρομή προς το νοσοκομείο το 2010.
Επιπλέον, αυτή η δομή δείχνει την εμπιστοσύνη μου στον αναγνώστη. Του αφήνει χώρο να συμπληρώσει μόνος του τα «κενά» ανάμεσα στις ημερομηνίες, να φανταστεί τι συνέβη στα χρόνια που μεσολάβησαν και να συνδέσει τα νήματα
Ήθελα να χτίσω το μυθιστόρημα σαν ένα ψηφιδωτό. Κάθε ιστορία είναι μια ψηφίδα που έχει τη δική της αυτοτέλεια, το δικό της χρώμα και σχήμα. Όταν όμως ο αναγνώστης κάνει ένα βήμα πίσω και δει το σύνολο, αντιλαμβάνεται πως αυτές οι ψηφίδες σχηματίζουν μια ενιαία εικόνα: το πρόσωπο μιας γενιάς και την πορεία μιας χώρας από τη φτώχεια και την αθωότητα, στην ενηλικίωση και τελικά στην Κρίση.
Επιπλέον, αυτή η δομή δείχνει την εμπιστοσύνη μου στον αναγνώστη. Του αφήνει χώρο να συμπληρώσει μόνος του τα «κενά» ανάμεσα στις ημερομηνίες, να φανταστεί τι συνέβη στα χρόνια που μεσολάβησαν και να συνδέσει τα νήματα που ενώνουν τις ιστορίες των χαρακτήρων του βιβλίου. Είναι, αν θέλετε, ο τρόπος μου να αφηγηθώ το πέρασμα του χρόνου χωρίς τον κίνδυνο να φλυαρήσω, εστιάζοντας μόνο στις στιγμές εκείνες που μας αλλάζουν και μας καθορίζουν.
Όπως αναφέρθηκε, πέρα από την πορεία των ηρώων σας, παρουσιάζετε και την πορεία της ελληνικής κοινωνίας, διακριτικά και κυρίως στο φόντο της δράσης: από τον στίχο των The Doors «We want the world and we want it now» στο μπλουζάκι του ήρωά σας κατά τη Μεταπολίτευση ως την εμφάνιση της Τρόικας στο δελτίο ειδήσεων κλπ. Για ποιον λόγο επιλέξατε το συγκεκριμένο φόντο δράσης (1964-2011); Επηρεάζει με κάποιον τρόπο η Ιστορία τούς χαρακτήρες σας;
Εξαιρετικά εύστοχη ερώτηση και μου δίνει την ευκαιρία να αναδείξω ένα «δεύτερο επίπεδο» ανάγνωσης του βιβλίου: τη σύνδεση του ατομικού με το συλλογικό. Στο βιβλίο μου, η Ιστορία δεν είναι απλώς ένα σκηνικό· είναι ένας από τους πρωταγωνιστές, και διαμορφώνει τις ζωές των ηρώων.
Στη Μεταπολίτευση, το κλίμα της εποχής δίνει την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας («We want the world and we want it now»).
Διάλεξα αυτό το χρονικό πλαίσιο γιατί οριοθετεί την πορεία μιας γενιάς που ξεκίνησε από το «μηδέν» της φτώχειας στη δεκαετία του ’60, πίστεψε πως μπορεί να αγγίξει τον ουρανό στη Μεταπολίτευση, και προσγειώθηκε ανώμαλα στην σκληρή πραγματικότητα του 2011. Η Ιστορία στο βιβλίο δεν είναι απλώς «φόντο»· είναι ο άνεμος που φυσάει και σπρώχνει τους ήρωες, άλλοτε ανοίγοντας τα πανιά τους και άλλοτε τσακίζοντάς τα στα βράχια. Τη δεκαετία του ’60 και στις αρχές του ‘70, η φτώχεια καθορίζει την επιβίωση. Στη Μεταπολίτευση, το κλίμα της εποχής δίνει την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας («We want the world and we want it now»). Και το 2011, η Κρίση δεν είναι απλώς μια είδηση στην τηλεόραση: είναι ο λόγος που κλείνουν τα μαγαζιά, είναι η αιτία που οι άνθρωποι μετράνε τα ψιλά για το εισιτήριο του λεωφορείου ή δυσκολεύονται να καλύψουν τα έξοδα μιας θεραπείας.
Υπάρχει, νομίζω, ένας σιωπηλός παραλληλισμός: καθώς η χώρα νοσεί και περνάει την κρίση της, έτσι και ο ήρωας, ο Γιώργος, έρχεται αντιμέτωπος με τη δική του, προσωπική ασθένεια. Και οι δύο καλούνται να μάθουν να «περπατούν» ξανά, στηριγμένοι σε νέα δεδομένα (με ένα μπαστούνι ή σε ένα καροτσάκι), αναζητώντας την ουσία πέρα από την επίπλαστη ευμάρεια που χάθηκε. Προσπάθησα το βιβλίο μου να μην είναι μια ακόμη ιστορία πόνου, αλλά μια ιστορία προσαρμογής και επιβίωσης.
Στο μυθιστόρημα υπάρχουν αναφορές σχετικές με την ποίηση και τη μουσική. Ορισμένοι ήρωές σας είναι μουσικοί, ενώ αναφέρονται και στίχοι από ποιήματα, όπως του Εμπειρίκου. Τι επιτυγχάνεται με τη διακειμενικότητα; Πώς συνομιλεί η λογοτεχνία με τις άλλες τέχνες στο έργο σας;
Για τους ήρωες του βιβλίου, η μουσική και η ποίηση δεν είναι χόμπι ή πολυτέλεια, είναι ο τρόπος τους να αναπνέουν μέσα σε μια συχνά ασφυκτική πραγματικότητα. Η μουσική λειτουργεί ως ο «συνδετικός ιστός» της φιλίας τους. Ξεκινούν ως πιτσιρικάδες που θέλουν να γίνουν ροκ σταρ για να αποδράσουν από τη φτωχογειτονιά, και καταλήγουν να βρίσκουν στη μουσική τη λύτρωση, ακόμα κι όταν όλα γύρω καταρρέουν. Η τελική συναυλία στο παλιό σινεμά δεν είναι απλώς μια μουσική εκδήλωση, είναι μια πράξη αντίστασης στη φθορά.
Η λογοτεχνία και η μουσική στο βιβλίο «μιλούν» εκεί που οι ήρωες μένουν «άφωνοι».
Όσον αφορά τη διακειμενικότητα, τη χρήση δηλαδή στίχων του Εμπειρίκου ή αναφορών στον Ρίτσο και τον Καββαδία, αυτή λειτουργεί ως «μεγεθυντικός φακός». Ο στίχος του Εμπειρίκου «η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», ειπωμένος κάποτε από τον Γιώργο, ενώ ο ίδιος άνθρωπος δυσκολεύεται πλέον να περπατήσει, δημιουργεί μια σπαρακτική αντίθεση ανάμεσα στη φθαρτή ανθρώπινη σάρκα και την άφθαρτη ομορφιά της τέχνης. Η λογοτεχνία και η μουσική στο βιβλίο «μιλούν» εκεί που οι ήρωες μένουν «άφωνοι». Όταν ο πόνος ή η αμηχανία τούς στερεί τα λόγια, έρχεται ένας στίχος ή μια μελωδία να εκφράσει αυτό που νιώθουν. Η τέχνη είναι, τελικά, μια θάλασσα, που δεν είναι αθέατη, στην οποία μπορούν πάντα να ταξιδεύουν, ακόμα κι όταν είναι καθηλωμένοι σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου ή σε μια γκρίζα πόλη.
Παρούσα στο μυθιστόρημα είναι μια μαυροφορεμένη, σκοτεινή φιγούρα – με την εμφάνισή της ανοίγει και κλείνει το βιβλίο. Ένα πλάσμα που θυμίζει τον θάνατο. Ποιον ρόλο διαδραματίζει στο έργο; Πώς συνδέεται με το κυρίως θέμα του βιβλίου;
Η παρουσία αυτής της φιγούρας διατρέχει το βιβλίο σαν μια αινιγματική σκιά, λειτουργώντας ως ένα διαρκές ερωτηματικό. Ποιος είναι τελικά αυτός ο μαυροφορεμένος επισκέπτης; Είναι η προσωποποίηση του Θανάτου; Είναι η Μοίρα που γράφει στο τεφτέρι της; Ή μήπως είναι απλώς η προβολή των πιο βαθιών φόβων των ηρώων τις στιγμές που ακροβατούν στο μεταίχμιο;
Λειτουργεί ως απειλή ή ως υπενθύμιση του πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος που μας αναλογεί;
Ο άνθρωπος με τα μαύρα, στο έργο διαδραματίζει έναν ρόλο αμφίσημο. Εμφανίζεται σε κομβικές στιγμές κινδύνου ή απελπισίας, αλλά ο ρόλος του είναι τελικά να πάρει κάτι από τους ήρωες ή μήπως, με την παρουσία του καταφέρνει να τους πεισμώσει να γαντζωθούν πιο σφιχτά από τη ζωή; Λειτουργεί ως απειλή ή ως υπενθύμιση του πόσο πολύτιμος είναι ο χρόνος που μας αναλογεί;
Συνδέεται άμεσα με το κεντρικό θέμα του βιβλίου, που είναι η αναμέτρηση με τη φθορά. Αν η ιστορία του «τελευταίου φύλλου» -που σχηματίζεται από τους τίτλους των μερών του βιβλίου- είναι μια παραβολή για το τέλος, τότε αυτή η φιγούρα είναι εκείνη που περιμένει το φύλλο να πέσει. Το ερώτημα όμως που θέτει το βιβλίο είναι αν αυτή η πτώση είναι αναπόφευκτη ή μήπως υπάρχουν δυνάμεις, όπως η αγάπη και η συντροφικότητα, που μπορούν να «ξεγελάσουν» ακόμα και έναν τέτοιο επισκέπτη, κρατώντας το φύλλο στη θέση του για λίγο ακόμα.
Έχετε ασχοληθεί ιδιαιτέρως με το δυστοπικό μυθιστόρημα, γράφοντας τα έργα της «Τριλογίας των φάρων». Το νέο σας βιβλίο, όμως, είναι περισσότερο ρεαλιστικό. Με ποιον τρόπο συνομιλεί με τα προηγούμενα έργα σας;
Εκ πρώτης όψεως, μπορεί να φαίνονται εντελώς διαφορετικά. Η «Τριλογία των φάρων» είναι μια δυστοπική αλληγορία για το μέλλον, όπου οι ήρωες παλεύουν με θανατηφόρους ιούς, φασιστικά καθεστώτα ή την κλιματική κατάρρευση. Αντίθετα, οι Ιστορίες από μια αθέατη θάλασσα πατούν γερά στο ρεαλιστικό παρελθόν και το παρόν της χώρας μας. Όμως, αν ξύσει κανείς την επιφάνεια, θα δει ότι τα έργα συνομιλούν στενά, γιατί στον πυρήνα τους πραγματεύονται ακριβώς το ίδιο θέμα: την ανθρώπινη αντοχή απέναντι στον ζόφο και τον εγκλεισμό.
Στη δυστοπική τριλογία, ο εγκλεισμός επιβάλλεται από εξωτερικές απειλές. Στο νέο μου βιβλίο, ο εγκλεισμός είναι εξίσου αληθινός, αλλά έχει άλλη μορφή, είναι η φτώχεια που σε εγκλωβίζει σε μια γειτονιά, είναι η οικονομική κρίση που διαλύει τις βεβαιότητες, ή είναι μια, πιθανόν ανίατη, ασθένεια που σε φυλακίζει σε ένα σώμα που σε προδίδει. Η συνομιλία, λοιπόν, βρίσκεται στην απάντηση που δίνουν οι χαρακτήρες σε αυτή την πολιορκία. Είτε βρίσκονται σε ένα μελλοντικό δυστοπικό περιβάλλον, είτε σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου στην Αθήνα του 2011, το καταφύγιό τους είναι κοινό: η αλληλεγγύη, ο έρωτας, η φιλία που αντέχει στον χρόνο, και το φως που κουβαλάμε μέσα μας, ο εσωτερικός μας «φάρος» – που πρέπει πάση θυσία να τον κρατάμε αναμμένο.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Πολυμενάκος γεννήθηκε το 1959 στο Γύθειο. Μεγάλωσε και ζει στο Πέραμα, τη δυτικότερη συνοικία του Πειραιά.

Τον Δεκέμβριο του 2019 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του Ιστορίες από την άλλη όχθη από τις εκδόσεις Απόπειρα – δεύτερη έκδοση Σεπτέμβριος 2021. Τον Δεκέμβριο του 2020, το διήγημά του «Γουχάν, Τικόπια, Αθήνα» διακρίθηκε ως ένα από τα πέντε καλύτερα του διαγωνισμού «Πεζογραφία δωματίου ή Ημέρες Εγκλεισμού» των εκδόσεων Κίχλη. Τον Νοέμβριο του 2021 εκδόθηκε από την Απόπειρα το μυθιστόρημά του Σημείο εξόδου ένα, το οποίο επιλέχθηκε ως ένα από τα δέκα καλύτερα μυθιστορήματα εκείνης της χρονιάς στα λογοτεχνικά βραβεία του περιοδικού «Ο Αναγνώστης». Ξεκίνησε την «Τριλογία των φάρων» με το Σημείο εξόδου ένα, τη συνέχισε με το Σκοτεινό φως (εκδόσεις Γραφή, 2023) και την ολοκλήρωσε με το Μόνο ένα θαύμα (εκδόσεις Γραφή, 2024).
Γράφει στίχους από το 1985. Τραγούδια του («Χειμωνιάτικα μπαρ», «Παραισθήσεις», «Ο τόπος που μεγάλωσα», «Πίνω, πίνω» και άλλα πολλά), έχουν μελοποιήσει και ερμηνεύσει διάφοροι Έλληνες καλλιτέχνες. Έχει δημιουργήσει το πειραματικό ντοκιμαντέρ «Ο τόπος».
























