
«Ήθελα εδώ και χρόνια να γράψω ένα μυθιστόρημα για την τρίτη ηλικία. Εδώ χρειάζεται να πω πως όλα τα βιβλία μου έχουν μια κεντρική θεματολογία. Δεν γράφω, δηλαδή, για να διηγηθώ απλώς μια ιστορία. Γράφω για να επισημάνω κάτι ή για να ευαισθητοποιήσω» μας είπε η Γωγώ Ατζολετάκη, μιλώντας για το μυθιστόρημά της «Η τρίτη άνοιξη» (εκδ. Επίμετρο).
Συνέντευξη στην Ελένη Κορόβηλα
Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου σας Η τρίτη Άνοιξη, η ηρωίδα σας, η ηλικιωμένη Αλεξάνδρα, σκέφτεται ότι «εδώ που βρέθηκε, δεν έχει ούτε μπρος, ούτε και πίσω. Εδώ που βρίσκεται τώρα, έχει υποχρεωτική ακινησία». Πώς αλλάζει μια τέτοια βεβαιότητα από έναν άνθρωπο της τρίτης ηλικίας;
Η αλήθεια είναι πως απαιτείται κίνητρο. Μια αλλαγή στάσης και συμπεριφοράς, πιθανώς, από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του. Να νιώσει ο ηλικιωμένος άνθρωπος πως δεν είναι πλέον ένα «ληγμένο προϊόν»... Από την άλλη, θα πρέπει και οι άνθρωποι που έχουν περάσει στη «γκρίζα ζώνη» της ζωής τους, να μην αποδέχονται τους όρους ζωής που τους επιβάλλει πιθανώς ο περίγυρος. Να διεκδικήσουν, ψήγματα έστω, καλής ζωής. Να δραστηριοποιηθούν. Να έχουν ενδιαφέροντα. Να μην αποξενώνονται ψυχικά. Να βγαίνουν έξω. Να διατηρήσουν ή να επαυξήσουν τις φιλίες τους. Είναι πολλά που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος αφ’ εαυτού, χωρίς να περιμένει πάντα το δεκανίκι των άλλων.
Η Αλεξάνδρα, η ηρωίδα σας, είναι μόλις 74 ετών. Πιστεύετε ότι είναι θύμα πατριαρχικών αντιλήψεων που θέλουν τη γυναίκα σε ρόλους φροντίστριας και που όταν εκλείπει το αντικείμενο της φροντίδας (σύζυγος, παιδιά, ηλικιωμένοι, εγγόνια) η γυναίκα παροπλίζεται;
Σημαντική η επισήμανση. Δεν ξέρω αν είναι θύμα πατριαρχικών αντιλήψεων, όπως λέτε, όμως συμβαίνει πολύ συχνά η γυναίκα να νιώθει «έρημη» όταν λείψουν τα αντικείμενα της φροντίδας της. Ακριβώς, επειδή -και λόγω φύσεως- έχει εθιστεί στο να φροντίζει πάντα κάποιον. Αν δεν έχει, λοιπόν, αναπτύξει κάποια αντισώματα αντίστασης, είναι φυσικό να νιώθει άχρηστη και με ζωή κενή, όταν περάσουν και γι’ αυτήν τα χρόνια. Αν δεν έχει ενδιαφέροντα, αν είναι κλεισμένη στον μικρόκοσμό της, αν δεν έχει φροντίσει για προσωπικές «ανάσες» ζωής, τότε τα πράγματα είναι δύσκολα…
Έχω πρόσφατο το παράδειγμα μιας γνωστής μου, που περιποιότανε έως αυτοθυσίας για αρκετά χρόνια την κατάκοιτη μητέρα της. Κι ήταν όλο ενέργεια. Απ’ τα χαράματα. Να την πλύνει, να την γυρίσει, να την τρίψει, να την ταΐσει… Όταν πέθανε η μητέρα, έπαθε κατάθλιψη. Άδειασε η ζωή της. Γιατί δεν είχε πια με τι ν’ ασχοληθεί.
Η σχέση της με τη νύφη της είναι στερεοτυπική. Η πεθερά που έχει παράπονα από τη νύφη και η νύφη που αποδεικνύεται διπλοπρόσωπη. Υπάρχουν στ’ αλήθεια ακόμα αυτές οι γυναίκες στην ελληνική κοινωνία; Μήπως η οικογένεια, όπως την περιγράφετε, έχει πάψει να είναι ένα υγιές οικοσύστημα από το οποίο πρέπει να έχουμε το θάρρος να απομακρυνόμαστε;
Δυστυχώς, υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν τέτοιες γυναίκες, όπως η διπρόσωπη «νύφη» του βιβλίου μου. Όχι μόνο στην ελληνική επικράτεια. Παντού. Γιατί είναι μέσα στη φύση του ανθρώπου να «απαλάσσεται» από αυτόν που παρακωλύει την καθημερινότητά του. Ειδικά στη σύγχρονη κοινωνία περίσσεψε η αναλγησία… Μην ξεχνάμε πως κάποτε -και όχι πολλά χρόνια πριν- οι γέροντες γονείς ζούσαν και τελευτούσαν μαζί με τα παιδιά τους. Γι’ αυτό και τα γηροκομεία ήταν ελάχιστα. Τώρα, ξεφυτρώνουν παντού σαν τα μανιτάρια. Επειδή, φυσικά, άλλαξαν οι δομές της κοινωνίας. Με τα παιδιά, άντρες και γυναίκες, να εργάζονται απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, ποιος θα φροντίζει και θα προσέχει τον γέροντα γονέα;
Πάντως, στο μυθιστόρημά μου εκθέτω την περίπτωση που τα «παιδιά» εξωθούν τη μητέρα τους προς το γηροκομείο, επειδή δεν τη θέλουν πια μέσα στα πόδια τους.
Ασφαλώς, δεν είναι ένα «υγιές οικοσύστημα» αυτό, όμως οι λύσεις δεν είναι πάντα εύκολες. Απαιτείται πολλή αγάπη (πού να τη βρεις ;), δοτικότητα, και χρήματα οπωσδήποτε… Πάντως, στο μυθιστόρημά μου εκθέτω την περίπτωση που τα «παιδιά» εξωθούν τη μητέρα τους προς το γηροκομείο, επειδή δεν τη θέλουν πια μέσα στα πόδια τους. Είναι διαφορετική περίπτωση από έναν γονέα που είναι κλινήρης ή που έχει σοβαρά προβλήματα υγείας. Εκεί, αλλάζουν οι παράμετροι.
Αν και ο τίτλος του βιβλίου σας είναι Η τρίτη Άνοιξη υπάρχει η αίσθηση ότι η Αλεξάνδρα δεν έχει ζήσει την πρώτη ή την δεύτερη και ότι ζει κατευθείαν την τρίτη μέσω της επαφής με την τέχνη. Πώς η επαφή με την τέχνη δίνει προοπτική;
Έδωσα στο βιβλίο τον τίτλο Η τρίτη Άνοιξη με τη σκέψη ότι η Αλεξάνδρα έχει ζήσει ήδη την πρώτη και τη δεύτερη άνοιξη. Θεωρώντας ότι πρώτη άνοιξη στη ζωή μιας γυναίκας είναι η εφηβεία. Εκεί που ανθίζει ως θηλυκό. Δεύτερη άνοιξη είναι η εποχή που παντρεύεται, κάνει παιδί, οικογένεια – εκεί βρίσκεται στην πλήρη άνθηση. Κι όταν πια πιστεύει πως τελείωσαν όλα τα καλά της χρόνια, δίνεται η ευκαιρία στην Αλεξάνδρα για μια «τρίτη άνοιξη» στη ζωή της. Άνοιξη- άνοιγμα-επαναγέννηση…
Η τέχνη -σε όλες της τις μορφές- είναι η μόνη που θα σου ανοίξει ορίζοντες. Αν το επιθυμείς, φυσικά.
Όσο για την τέχνη, δεν το συζητώ. Η τέχνη δίνει πάντα προοπτικές. Κάθε είδους τέχνη. Λογοτεχνία, ας πούμε, κατ’ αρχάς. Το να ταξιδεύεις, να διδάσκεσαι και να προβληματίζεσαι μέσω ενός βιβλίου. Ή η μουσική – η εκλεπτυσμένη μουσική. Ή οι παραστατικές τέχνες. Θέατρο, χορός, εικαστικά, κινηματογράφος… Τι προοπτική μπορεί να σου δώσει η μπιρίμπα; Απλώς περνάς καλά δυο-τρεις ώρες με τους φίλους σου. Ή το μπαράκι για ένα ποτάκι; Σπατάλη χρόνου για να ‘χεις την ψευδαίσθηση ότι διασκεδάζεις. Και την άλλη μέρα ξυπνάς με το κεφάλι κουδούνι και άδειος ψυχικά.
Η τέχνη -σε όλες της τις μορφές- είναι η μόνη που θα σου ανοίξει ορίζοντες. Αν το επιθυμείς, φυσικά. Είναι και θέμα εσωτερικής ωρίμανσης και αναζήτησης.
Η σχέση που αποκτά η Αλεξάνδρα με τη Νόρα ίσως είναι η πρώτη ισότιμη σχέση στη ζωή της. Είναι κι ένα σχόλιο για τη φιλία, τη γυναικεία φιλία και εν γένει, την καλλιέργεια σχέσεων εμπιστοσύνης χωρίς να συνδεόμαστε με οικογενειακούς δεσμούς;
Ασφαλώς η οικογένεια, η δεμένη οικογένεια, είναι το παν. Και μακάρι όλοι να βιώνουμε ισχυρούς οικογενειακούς δεσμούς. Όμως, συχνά λέμε πως τους φίλους μας τους διαλέγουμε, ενώ τους συγγενείς μας όχι. Και έτσι είναι. Τον φίλο σου, αν δεν σου κάνει, τον κόβεις. Τον συγγενή σου δεν μπορείς. Πόσες φορές δεν έχουμε δει αδέρφια να σκοτώνονται για περιουσιακά και κληρονομικά; Και πόσες φορές δεν έχει συμβεί, σε δύσκολες καταστάσεις να μας συμπαρίστανται οι φίλοι πολύ περισσότερο από τους συγγενείς;
Η ηρωίδα μου, η Αλεξάνδρα, απελευθερώνεται ουσιαστικά μέσα απ’ αυτή τη φιλία. Κι αυτό είναι σπουδαίο. Ένας καλός φίλος, που μας αγαπά ανιδιοτελώς και μας νοιάζεται, είναι άγγελος επί της γης.
Αισθάνεστε ότι με το βιβλίο σας συνομιλείτε με την τάση που παρατηρείται διεθνώς στη λογοτεχνία για μυθιστορήματα με χαρακτήρες τρίτης ηλικίας;
Και όχι μόνο στη λογοτεχνία. Και στο θέατρο και στον κινηματογράφο, επίσης. Όμως, Η τρίτη Άνοιξη δεν είναι απότοκος αυτής της τάσης. Ήθελα εδώ και χρόνια να γράψω ένα μυθιστόρημα για την τρίτη ηλικία. Εδώ χρειάζεται να πω πως όλα τα βιβλία μου έχουν μια κεντρική θεματολογία. Δεν γράφω, δηλαδή, για να διηγηθώ απλώς μια ιστορία. Γράφω για να επισημάνω κάτι ή για να ευαισθητοποιήσω.
Χρόνια πίσω, λοιπόν, παρατηρούσα όλη αυτή την κατάσταση, που έχει δημιουργηθεί, με μοναχικούς και καταθλιπτικούς γέροντες, με απόμαχους της ζωής, που ματαίως περιμένουν κάποιον να τους επισκεφθεί, με το τηλέφωνο που ποτέ δε χτυπά... Σας θυμίζω και το φιλμάκι που έχει κάνει η υπέροχη συνάδελφος ηθοποιός, η Τζένη Ρουσσέα, που υποδύεται μια γερόντισσα που μιλάει στο σπίτι μόνη της, σαν να απευθύνεται σε κάποιον.
Όταν έσπασε η μητέρα μου το ισχίο της και νοσηλεύτηκε σε δημόσιο νοσοκομείο, δίπλα της υπήρχε μια κυρία -όχι μεγάλης ηλικίας- που σε διάρκεια τεσσάρων ημερών την επισκέφθηκε μόνο μια φορά η κόρη της και για δέκα λεπτά… Δουλειές, έλεγε, πνιγόταν στη δουλειά. Πόνος είν’ αυτός!
Το μήνυμα που θέλω να περάσω μ’ αυτό το βιβλίο είναι ότι οι άνθρωποι της «γκρίζας ζώνης» δεν είναι προϊόντα προς απόσυρση.
Βλέποντας όλ’ αυτά κι ακούγοντας διάφορες ιστορίες και σε γηροκομεία, σιγά-σιγά διαμορφώθηκε Η τρίτη Άνοιξη. Έχει πολλή αλήθεια αυτό το βιβλίο. Αληθινές καταστάσεις. Όμως, δεν ήθελα απλώς να εκθέσω τη μίζερη ζωή που ζουν πολλοί γέροντες και γερόντισσες. Αυτά τα ξέρουμε. Το μήνυμα που θέλω να περάσω μ’ αυτό το βιβλίο είναι ότι οι άνθρωποι της «γκρίζας ζώνης» δεν είναι προϊόντα προς απόσυρση. Και πως τα πράγματα δεν τελειώνουν πάντα εκεί που εμείς νομίζουμε ότι τελειώνουν. Σε όποια ηλικία κι αν βρισκόμαστε, πάντα υπάρχει περιθώριο για ένα άνοιγμα, για μια καινούργια προοπτική ζωής, για μια «τρίτη Άνοιξη».
* Η ΕΛΕΝΗ ΚΟΡΟΒΗΛΑ είναι δημοσιογράφος.
Δυο λόγια για τη συγγραφέα
Η Γωγώ Ατζολετάκη κατάγεται από τη Σητεία της Κρήτης. Σπούδασε θέατρο στη Δραματική σχολή του Γιώργου Θεοδοσιάδη και στην πολύχρονη καριέρα της είχε, και έχει μέχρι σήμερα, μια γόνιμη θεατρική πορεία, άλλοτε ως θιασάρχις και άλλοτε σε συνεργασία με διάφορους παραγωγούς, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα ρεπερτορίου.
Παράλληλα, επιτυχημένη ήταν η διαδρομή της στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο και στον κινηματογράφο. Έχει συγγράψει και έχει μεταφράσει θεατρικά έργα, που έχουν ανεβεί στη σκηνή, και, ως αρθρογράφος-σχολιογράφος, έχει συνεργαστεί με εφημερίδες, λογοτεχνικά περιοδικά και διαδικτυακά ΜΜΕ. Είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων.
























