Πέντε λεπτά με μια συγγραφέα. Σήμερα, η Νατάσα Σιδέρη για τη συλλογή διηγημάτων της «Το μόνο ζώο» (εκδ. Γεννήτρια).
Επιμέλεια: Book Press
Πώς ξεκινήσατε να γράφετε τη συλλογή διηγημάτων σας «Το μόνο ζώο»; Θυμάστε το αρχικό ερέθισμα; Οι ιστορίες σας προέκυψαν σταδιακά ή πιο οργανωμένα, με στόχο τη δημιουργία μιας συλλογής;
Υπάρχει μια στιχομυθία στο O ήλιος ανατέλλει ξανά του Χέμινγουεϊ που σκέφτομαι συχνά όταν ένα έργο τελειώνει και εκ των υστέρων προσπαθώ να θυμηθώ πώς προέκυψε: «Πώς χρεοκόπησες;» ρωτάει ο Μπιλ. «Με δύο τρόπους», απαντάει ο Μάικ, «σταδιακά, και μετά απότομα». Κάπως έτσι συνέβη και σε αυτή την περίπτωση. Αφού έγραψα το πρώτο διήγημα, συνέχισα με ένα δεύτερο και στην πορεία διαπίστωσα πως και τα δύο αφηγούνταν τη συνάντηση ενός ανθρώπου με κάποιο στοιχείο της φύσης με την ευρεία έννοια –της υπαίθρου και του καθαρού αέρα, της φύσης ως το αντίθετο της πόλης– αλλά και με κάποιο στοιχείο που το κεντρικό πρόσωπο ή ο περίγυρός του αντιλαμβάνονται ως τη δική του «φύση».
Την ίδια στιγμή, η μητρότητα, το κοινωνικό φύλο και οι επιτελέσεις του ήταν στοιχεία που επανέρχονταν σε αυτά τα δύο πρώτα διηγήματα. Μάλλον προβλέψιμα, αφού ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο επί κορονοϊού με την ανάγκη για απόδραση από την πόλη να χτυπάει κόκκινο, την κουβέντα για το #metoo να θεριεύει και με δυο μικρά παιδιά διαφορετικού φύλου στο σπίτι να μου μαθαίνουν τον κόσμο από την αρχή. Όταν άρχισα να σχεδιάζω το τρίτο διήγημα, κατάλαβα πως πρόκειται για συλλογή. Τότε μου προέκυψε και η ιδέα να δομηθεί το βιβλίο γύρω από τη φράση «ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που…», μια φράση που πάντα θυμάμαι να παρατηρώ, μια φράση καταστατική για την ιστορία της δυτικής σκέψης. Στο στάδιο της έρευνας πέρασα υπέροχα και φυσικά εντόπισα πολύ περισσότερες εκδοχές από όσες μπόρεσα να χωρέσω στη συλλογή. Αλλά όσο κι αν τα βιβλία δεν τελειώνουν ποτέ, άλλο τόσο τα βιβλία πρέπει κάποια στιγμή να τελειώνουν. Πάντως από το τρίτο διήγημα και μετά μου ήταν σαφές ότι έψαχνα κάτι, και τι ακριβώς ήταν αυτό.
Η πλοκή ή οι χαρακτήρες θεωρείτε ότι είναι ο οδηγός σας όταν γράφετε; Πού ρίχνετε μεγαλύτερο βάρος;
Και στα δύο, αν και όχι ταυτόχρονα. Συγγραφικά ασχολούμαι με δύο είδη: με το θέατρο, από το οποίο ξεκίνησα και το νιώθω ως το σπίτι μου, και με το διήγημα. Συγκεκριμένα με το διήγημα των πέντε με έξι χιλιάδων λέξεων. Δεν έχω γράψει ποτέ ούτε και μου έχει γεννηθεί, προς το παρόν τουλάχιστον, η επιθυμία να γράψω είτε μυθιστόρημα, όπου θα πρέπει να δώσω στον χαρακτήρα μου έναν ολόκληρο κόσμο για να δράσει, είτε μικρότερο διήγημα, όπου δεν θα έχω τον χρόνο να γνωρίσω τον χαρακτήρα.
Ίσως ένας από τους λόγους για αυτό να είναι το γεγονός ότι με κάποιο τρόπο έκανα από την αρχή τον εξής διαχωρισμό: με την πλοκή ασχολούμαι κυρίως στο σπίτι, στα θεατρικά, όπου έχει άπλα και κόσμο και φωνές που πρέπει να δουλέψουν ομαδικά για να υπηρετήσουν ένα σύνολο, ενώ στο πεζό, όπου πάω διακοπές, αφήνομαι να με οδηγήσουν οι χαρακτήρες. Αυτούς ανακαλύπτω σιγά-σιγά, αυτοί βρίσκονται στο επίκεντρο.
Εννοείται, βέβαια, πως κάτι πρέπει να κάνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι όταν τους βάλεις σε μια συνθήκη, αλλά αν παρατηρήσετε στα περισσότερα από τα διηγήματα της συλλογής, με εξαίρεση το «Προς Κέρο» που είναι ίσως και το πιο θεατρικό από όλα, ο πραγματικός χρόνος που περνάει από την αρχή μέχρι το τέλος του διηγήματος είναι από μερικά λεπτά μέχρι το πολύ μία ώρα. Κατά βάση, όλα συμβαίνουν μέσα στο κεφάλι των χαρακτήρων.
Στη συλλογή διηγημάτων σας διάφορα ζώα τοποθετούνται στο επίκεντρο, δεν είναι απλώς μέρη του «σκηνικού». Μεταξύ άλλων, στην πρώτη ιστορία, μια οικογένεια επισκέπτεται μια αγροτουριστική μονάδα γεμάτη με αγελάδες, ενώ στην ιστορία «Ο τρίτος Γιάννης», ο ήρωας προσπαθεί να μεγαλώσει κάποια λυκάκια στο χωριό του πατέρα του. Πώς λειτουργούν, συμβολικά, αυτά τα στοιχεία, σε σχέση με τον άνθρωπο;
Θα κρατήσω τη λέξη «λειτουργία» που μου ταιριάζει περισσότερο από την έννοια του συμβολισμού για Το μόνο ζώο. Το κάθε ζώο που εμφανίζεται στα τέσσερα διηγήματα όπου υπάρχει ζωική παρουσία έχει πράγματι μια συγκεκριμένη λειτουργία, έναν ρόλο που του ανατίθεται μέσα στην αφήγηση.
- Στο «Κρότων η Ρίκινος», για παράδειγμα, το τσιμπούρι γίνεται ο πρώτος κρίκος μιας αλυσίδας που οδηγεί μέχρι την έγκυο ηρωίδα της ιστορίας, και μετά ξανά μερικά βήματα προς τα πίσω, προς μια μητρική «φύση» που πλέον αναδύεται ως ερώτημα.
- Στην «Ξοδεμένη», αντίστοιχα, όπου το σύστημα είναι πιο ιεραρχικό και οι ρόλοι απολύτως διακριτοί μέσα στο πλαίσιο της κτηνοτροφικής μονάδας, οι αγελάδες λειτουργούν ως ένα μέσο σύνδεσης της μητρότητας με τη γραμμή αναπαραγωγής, αλλά και ως ένας τρόπος για να αναδειχθεί η αποσύνδεση που νιώθει μια γυναίκα που δεν συμμετέχει στον κύκλο της αναπαραγωγής – από επιλογή ή κατ’ ανάγκη.
- Στο «Τέρας», πάλι, το χταπόδι του διηγήματος λειτουργεί ως μια κάπως γελοία εκδοχή του ζώου-μηχανή του Καρτέσιου.
- Όσο για το διήγημα με τα λυκάκια στο οποίο αναφερθήκατε, εδώ ταιριάζει καλύτερα η λέξη σύμβολο, μόνο που αυτό το σύμβολο (ο λύκος ως ο εχθρός που οι άντρες χρειάζεται να καθυποτάξουν ως τεκμήριο της γενναιότητάς τους) είναι ένα σύμβολο σπασμένο και εξαφανισμένο το οποίο ο ήρωας προσπαθεί να επαναφέρει με την ελπίδα πως έτσι θα αποκαταστήσει και το μπερδεμένο αντρικό πρότυπο της γενιάς του.
Ένα θέμα με το οποίο καταπιάνεστε επίσης είναι η μητρότητα και η σύνδεσή της με τη συνέχιση της ανθρωπότητας, ιδίως στην ιστορία «Άπειροι πίθηκοι», με αφηγήτρια μια δότρια ωαρίων. Δεδομένου ότι η μητρότητα είναι ένα σημαντικό θέμα στη λογοτεχνία, που όμως εξετάζεται διαφορετικά ανά περίοδο, πώς το προσεγγίσατε;
Μεγάλο θέμα, θα προσπαθήσω να είμαι συνοπτική. Καταρχάς συμφωνώ μαζί σας και στα δύο σημεία. Η μητρότητα είναι πράγματι σημαντική στην ιστορία της λογοτεχνίας, και σίγουρα οι αναπαραστάσεις της αλλάζουν ανάλογα με την εποχή, με το ποιος γράφει και γιατί γράφει. Όσο για τη δική μου προσέγγιση, καταρχάς είναι σίγουρα προϊόν της εποχής της: μιας εποχής έντονων διεργασιών στον χώρο του φεμινισμού, αύξησης του αριθμού των γυναικών που γράφουν –προφανώς κάποιες φορές και για τη μητρότητα– και καταφέρνουν να εκδοθούν σε σύγκριση με προηγούμενες γενιές, αλλά και τεχνολογικών εξελίξεων που αλλάζουν το τοπίο και εγείρουν σημαντικά ερωτήματα ως προς την ίδια την έννοια της μητρότητας. Τι είδους σχέση, για παράδειγμα, έχει ένα παιδί που γεννιέται μέσω εξωσωματικής με δότρια με τη γυναίκα αυτή, η οποία δεν μπορεί να λογιστεί, όπως στην περίπτωση της υιοθεσίας ή της παρένθετης μητρότητας, ως η «βιολογική του μητέρα»; Είναι έστω και λίγο μητέρα του ή καθόλου, παρά το γεγονός ότι το παιδί αυτό κουβαλάει το γενετικό της υλικό; Αυτά περί ευρύτερου πλαισίου.
Τι είδους σχέση, για παράδειγμα, έχει ένα παιδί που γεννιέται μέσω εξωσωματικής με δότρια με τη γυναίκα αυτή, η οποία δεν μπορεί να λογιστεί, όπως στην περίπτωση της υιοθεσίας ή της παρένθετης μητρότητας, ως η «βιολογική του μητέρα»;
Από εκεί και πέρα, στο στενότερο πλαίσιο της δικής μου δουλειάς, νομίζω πως είτε πρόκειται για θέατρο είτε για πεζό, η πρώτη μήτρα είναι το βίωμα. Στη συνέχεια, το βίωμα μπλέκεται με αφηγήσεις και αναγνώσματα, αναμετράται με το σήμερα και το χθες και προκύπτει μια ανάγκη να τοποθετηθεί σε μια απόσταση που θα μου επιτρέψει να μιλήσω για αυτό μ’ έναν τρόπο που να αφορά και άλλους ανθρώπους σήμερα. Οι «Άπειροι Πίθηκοι» που αναφέρατε είναι το μοναδικό διήγημα που έγραψα, σε μια πολύ πρωταρχική μορφή, κατά τη διάρκεια των δυόμισι μηνών που πέρασα ακίνητη στο κρεβάτι σ’ ένα δωμάτιο νοσοκομείου λόγω μιας επιπλοκής στην εγκυμοσύνη μου, η οποία προέκυψε μέσω εξωσωματικής. Για να γράψω για το βίωμα, χρειάστηκε να δημιουργήσω μια συνθήκη δυστοπίας που μου φάνηκε η πλέον κατάλληλη λόγω της κριτικής απόστασης που εξασφαλίζει.
Το διήγημα εστιάζει στην ταξικότητα, την αδιαφάνεια και την εμπορευματοποίηση της διαδικασίας της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Τοποθετείται σε ένα κοντινό μέλλον αλλά ταυτόχρονα πατάει πάνω σε ένα από τα θεμέλια της δυτικής φιλοσοφικής παράδοσης: πάλι ο Καρτέσιος, αφού ο συλλογισμός της γυναίκας δότριας ακολουθεί τη μορφή ενός καρτεσιανού στοχασμού διανθισμένου μ’ ένα διακειμενικό παιχνίδι που εμπλέκει την Ιστορία της θεραπαίνιδας της Μάργκαρετ Άτγουντ. Όλα αυτά τα πάρε-δώσε και τις επαναλήψεις μνημονεύει, άλλωστε, κι ο τίτλος του διηγήματος, ο οποίος αναφέρεται στο θεώρημα των άπειρων πίθηκων. Σύμφωνα με αυτό, αν ένας πίθηκος πατάει πλήκτρα ανεξάρτητα και τυχαία στη γραφομηχανή για απεριόριστο χρονικό διάστημα, είναι σχεδόν βέβαιο πως κάποια στιγμή θα πληκτρολογήσει οποιοδήποτε κείμενο, ακόμα και τα άπαντα του Σαίξπηρ.
H πρώτη μήτρα είναι το βίωμα. Στη συνέχεια, το βίωμα μπλέκεται με αφηγήσεις και αναγνώσματα, αναμετράται με το σήμερα και το χθες και προκύπτει μια ανάγκη να τοποθετηθεί σε μια απόσταση που θα μου επιτρέψει να μιλήσω για αυτό μ’ έναν τρόπο που να αφορά και άλλους ανθρώπους σήμερα.
Έχετε συγγραφέα-πρότυπο, κάποια ή κάποιον που να θεωρείτε δάσκαλό σας;
Έχω πολλούς και πολλές, και δεν είναι όλοι λογοτέχνες. Ο Ζακ Ντεριντά, ο Σάμιουελ Μπέκετ, ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, η Χέρτα Μύλλερ, o Λάζλο Κρασναχορκάι, ο Ισμαήλ Κανταρέ, η Νικόλ Λορώ, καθώς και ολόκληρη η αρχαία τραγωδία ήταν αναγνωστικοί σεισμοί από τους οποίους μου πήρε καιρό να συνέλθω. Δεν μπορώ όμως να ξεχωρίσω μόνο έναν ή μία. Τουλάχιστον όχι ακόμα.
























