Οι εκδόσεις Γεννήτρια είναι ίσως το νεότερο εκδοτικό εγχείρημα στον χώρο της ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας. Ιδρυτής και ιθύνων νους των εκδόσεων, ο συγγραφέας και μεταφραστής Παναγιώτης Κεχαγιάς, ο οποίος και απάντησε στις ερωτήσεις μας.
Συνέντευξη στον Κώστα Αγοραστό
Η ανακοίνωση της έναρξης λειτουργίας των εκδόσεων Γεννήτρια έγινε πριν από λίγες εβδομάδες, κι αυτό που είναι πρόδηλο, είναι η προσπάθεια για μια ολοκληρωμένη πρόταση (κειμένων, αισθητικής, διαδικτυακού αποτυπώματος) ενός νέου εκδοτικού – χωρίς να λείπουν οι αναπόφευκτες αστοχίες. Η δημιουργία ενός εκδοτικού οίκου ήταν κάτι που είχατε στο μυαλό σας από τη στιγμή που ξεκινήσατε να γράφετε ή προέκυψε μέσα στα χρόνια από την εμπειρία σας ως συγγραφέα και μεταφραστή;
Ξεκίνησα να γράφω στην τρυφερή ηλικία των 17, και πιο σοβαρά από τα 24 και μετά, σε μια εποχή που στο μυαλό μου δεν υπήρχε καν η ολοκλήρωση ενός διηγήματος, πόσο μάλλον ενός μυθιστορήματος. Η δημιουργία ενός εκδοτικού οίκου ήταν νομίζω στην ίδια κατηγορία με την κατάκτηση ενός ολυμπιακού μεταλλίου. Όμως πάντα μου άρεσαν τα βιβλία ως αντικείμενα. Όσο πιο καλοφτιαγμένα, όσο πιο όμορφα, όσο πιο φροντισμένα, τόσο το καλύτερο – κάποιοι με λένε φετιχιστή. Ο ιός της εκδοτικής διαδικασίας μπήκε το 2012, όταν με δυο φίλους κάναμε την Pilotless Press, ένα μικρό εκδοτικό εγχείρημα εκτός εμπορίου. Από τότε, είχα πάντα στο μυαλό μου τη δημιουργία ενός δικού μου εκδοτικού οίκου, αλλά δεν είχε ακόμη προκύψει η συναστρία που θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Οι αστοχίες με πονάνε αλλά έχω αποδεχτεί πως είναι απαραίτητο κομμάτι της διαδικασίας.
Αυτό που θα ήθελα θα ήταν η Γεννήτρια να αποκτήσει μία θέση σε αυτό το οικοσύστημα, σε αυτό που εγώ βλέπω ως χρυσή εποχή μικρών εκδοτικών (την οποία μακάρι να ακολουθήσει και μια χρυσή εποχή μικρών βιβλιοπωλείων).
Τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί μια εντυπωσιακή αύξηση των νέων μικρών εκδοτικών οίκων, οι οποίοι εκ των πραγμάτων επιλέγουν να εστιάσουν σε συγκεκριμένα είδη, ενώ όλοι τους φροντίζουν ιδιαίτερα τόσο τα εξώφυλλα και το αισθητικό μέρος των βιβλίων τους όσο και τις μεταφράσεις και τις επιμέλειες των κειμένων τους. Ποια είναι αυτά τα στοιχεία με τα οποία θα ξεχωρίσουν οι εκδόσεις Γεννήτρια;
Δεν έχω καμία ιδιαίτερη φιλοδοξία να ξεχωρίσω από την υπόλοιπη εκδοτική διαδικασία. Όπως πολύ σωστά είπατε, η δουλειά που γίνεται αυτή τη στιγμή από τους μικρούς εκδοτικούς είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Εγώ αυτό που θα ήθελα θα ήταν η Γεννήτρια να αποκτήσει μία θέση σε αυτό το οικοσύστημα, σε αυτό που εγώ βλέπω ως χρυσή εποχή μικρών εκδοτικών (την οποία μακάρι να ακολουθήσει και μια χρυσή εποχή μικρών βιβλιοπωλείων). Αν με ρωτάτε τι είναι αυτό που θα προσφέρει η Γεννήτρια, τότε η απάντηση είναι η ίδια που θα έδινε κάθε μικρός εκδότης: το βλέμμα, το αισθητήριο, η αισθητική του βιβλίου.
Ένα δομικό χαρακτηριστικό –και σχεδόν αναπόφευκτο για νέους εκδοτικούς οίκους– αποτελεί το γεγονός του υπερσυγκεντρωτισμού αρμοδιοτήτων σε ένα άτομο. Εσείς λειτουργείτε έτσι εκ φύσεως, είναι κάτι που το έχετε αποδεχτεί ή έχετε σκεφτεί έναν διαφορετικό τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας για τις εκδόσεις Γεννήτρια;
Δεν θα τον ονόμαζα «υπερσυγκεντρωτισμό», γιατί αυτό υποδηλώνει μια άλλη, πιο σωστή συνθήκη. Καλώς ή κακώς, ένας μικρός εκδοτικός, λόγω των οικονομικών συνθηκών του κλάδου, δεν μπορεί να αντέξει πολλά έξοδα – τουλάχιστον στην αρχή. Εκ των πραγμάτων λοιπόν, καλείται ένας άνθρωπος-ορχήστρα να ανέβει στη σκηνή και να παίξει αν όχι την Ενάτη του Μπετόβεν, τότε ένα κουαρτέτο εγχόρδων του Ντβόρζακ. Αυτό είναι κάτι που αν δεν το αποδεχτείς δεν πρόκειται να περάσεις καλά ως μικρός εκδότης. Προφανώς και μπορείς να σχεδιάσεις για το μέλλον έναν άλλο τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας, αλλά αυτά θα εξαρτηθούν αποκλειστικά από τη διάρκεια του εκδοτικού και από τις πιθανές επιτυχίες. Στο κάτω-κάτω, στο παρόν ζούμε όλη μας τη ζωή και σε αυτό πρέπει να λειτουργούμε.
Ελληνική και μεταφρασμένη λογοτεχνία (πεζογραφία, ποίηση): Ποιο θα είναι το εκδοτικό σας ισοζύγιο;
Την παρούσα στιγμή –δηλαδή στη γραμμή της εκκίνησης– εγώ θα ήθελα να μπορώ να βγάζω τρία βιβλία την άνοιξη και τρία το φθινόπωρο: σε κάθε κύκλο δύο τίτλους μεταφρασμένης λογοτεχνίας και έναν ελληνικό. Για παράδειγμα, η πρώτη μας τριάδα αποτελείται από: Τα κομμάτια που λείπουν του Ανρί Λεφέβρ (ένας κατάλογος με έργα τέχνης που έχουν χαθεί ή ποτέ δεν ολοκληρώθηκαν), Η καρδιά το καταχείμωνο του Κέβιν Μπάρρυ (μία καταδικασμένη ερωτική ιστορία από τον μεγάλο Ιρλανδό συγγραφέα που έγραψε το Νυχτερινό πλοίο για την Ταγγέρη) και Το μόνο ζώο της Νατάσας Σίδερη (μια συλλογή διηγημάτων με θέμα τη μητρότητα και τη θέση του ανθρώπου στον κόσμο). Βέβαια, η δραστηριότητα ενός εκδοτικού βρίσκεται μονίμως υπό αίρεση, οπότε τίποτα από όλα αυτά δεν είναι γραμμένο στην πέτρα.
Θα ήθελα να μπορώ να βγάζω τρία βιβλία την άνοιξη και τρία το φθινόπωρο: σε κάθε κύκλο δύο τίτλους μεταφρασμένης λογοτεχνίας και έναν ελληνικό.
Κλείνοντας θα ήθελα να μου πείτε δύο λόγια για την «Κίτρινη σειρά» σας. Οι ειδικές εκδόσεις για βιβλία εμβληματικά, που σημείωσαν μια ξεχωριστή εκδοτική πορεία είναι κάτι που συνηθίζεται, και σε μικρό διάστημα αυτές οι εκδόσεις καθίστανται και συλλεκτικές. Οι εκδόσεις Γεννήτρια με την «Κίτρινη σειρά» φιλοδοξούν να κάνουν συλλεκτικό όλο της τον κατάλογο: αυτό δεν αποδυναμώνει την έννοια του συλλεκτικού;
Εδώ θα διαφωνήσω μαζί σας. Η Κίτρινη Σειρά δεν είναι μια συλλεκτική σειρά, δεν αποσκοπεί δηλαδή να γίνει μια συλλογή. Είναι πρώτα και κύρια μια εναλλακτική μορφή βιβλίου που εγώ τη θεωρώ πολύ όμορφη (σκληρόδετα, πανόδετα) και η οποία δυστυχώς δεν είναι τόσο διαδεδομένη όσο θα επιθυμούσα. Για εντελώς οικονομικούς παράγοντες που δυστυχώς όλοι γνωρίζουμε, τέτοιες εκδόσεις δεν μπορούν να είναι μαζικής παραγωγής και έτσι τις περιόρισα σε ένα μικρό κομμάτι του τιράζ. Μένει να κριθεί αν αυτά τα βιβλία ενδιαφέρουν το κοινό. Αν ναι, η Κίτρινη Σειρά θα ευδοκιμήσει.
Στα επόμενα 10 χρόνια τι θα θέλατε να έχουν επιτύχει οι εκδόσεις Γεννήτρια και τι να έχουν αποφύγει;
Κοιτάξτε, έχω σταματήσει εδώ και καιρό να σκέφτομαι το μέλλον. Προτιμώ να λειτουργώ στο παρόν, να σχεδιάζω τα προσεχώς και τίποτε παραπάνω. Οπότε αυτή τη στιγμή εγώ μπορώ να δω μέχρι δύο εκδοτικούς κύκλους πιο πέρα – μέχρι την επόμενη άνοιξη δηλαδή. Από εκεί και πέρα ούτε μπορώ ούτε και θέλω να προβλέψω κάτι. Για να μην αφήσω την ερώτηση αναπάντητη, όμως, αυτό που θα ήθελα να πετύχει η Γεννήτρια σε δέκα χρόνια είναι να συνεχίσει να υπάρχει με τους όρους που έχω θέσει στην ίδρυσή της και να έχω βγάλει μερικά βιβλία που θεωρώ πως αξίζει να διαβαστούν. Αυτό από μόνο του είναι μια τεράστια πολυτέλεια.
* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ είναι δημοσιογράφος.

























