
Συνέντευξη με τον ποιητή Νίκο Βλαχάκη με αφορμή τη νέα ποιητική συλλογή του «Autobahn» (εκδ. Βακχικόν).
Συνέντευξη στον Διονύση Μαρίνο
Ένας σύμβουλος δημόσιας διπλωματίας, την ώρα που αποχωρεί από το γραφείο ή τις συναντήσεις του, ενόσω οι υπόλοιποι συνάδελφοί του σκέφτονται πώς θα συνεχίσουν την ημέρα τους, εκείνος αφήνει το βλέμμα του πάνω σε μια λευκή σελίδα σκεπτόμενες λέξεις, νοήματα, στίχους. Θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός διηγήματος, αν δεν ήταν η πραγματικότητα του Νίκου Βλαχάκη.
Όντως είναι σύμβουλος δημόσιας διπλωματίας έχοντας ζήσει σε διάφορες χώρες για τις ανάγκες του επαγγέλματός του και, όντως, γράφει ποίηση. Το Autobahn που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βακχικόν είναι, ήδη, η πέμπτη ποιητική συλλογή του. Μας μίλησε γι' αυτήν, τη Γερμανία (που είναι η βασική επιρροή του γι' αυτό το βιβλίο), αλλά και τις καταγωγικές πηγές του.
Το επάγγελμά σας, σύμβουλος δημόσιας διπλωματίας στο υπουργείο Εξωτερικών, θα έλεγε κανείς πως είναι εξόχως αντιποιητικό. Είναι η ποίηση μια σημαντική καταφυγή σας από την τύρβη της ημέρας;
Θα έλεγα πως όχι. Ιστορικά η ποίηση και η διπλωματία (από την κλασική και την παραδοσιακή της μορφή έως την πιο σύγχρονη εκδοχή της σήμερα ως δημόσια) πάντα ήταν πεδία που αλληλοτροφοδοτούσαν το ένα το άλλο. Ιδιαίτερα η δημόσια διπλωματία η οποία σχετίζεται άμεσα με τον τύπο και την επικοινωνία αποτελεί το κατεξοχήν πεδίο που αυτές οι δύο δραστηριότητες συναντώνται και τέμνονται.
Χωρίς να ακουστεί υπερφίαλο, θα πρέπει να υπενθυμίσω τις περιπτώσεις μεγάλων ποιητών διεθνώς, βραβευμένων με Νόμπελ, που υπηρέτησαν τη χώρα τους και ως διπλωμάτες. Δεν είναι μόνο η γνωστή μας περίπτωση του νομπελίστα μας Γιώργου Σεφέρη, αλλά και άλλοι πολλοί, όπως ο Ίβο Άντριτς από τη Γιουγκοσλαβία, ο Μιγκέλ Άνχελ Αστούριας από τη Γουατεμάλα, o Πάμπλο Νερούντα από τη Χιλή, ο Oκτάβιο Πας από το Μεξικό και ο Πολωνός Τσέσλαβ Μίλος, καθώς και άλλοι πολλοί. Και σήμερα στο ελληνικό ΥΠΕΞ πρέπει να πω αλλά και στο Υπουργείο Τύπου που υπηρετούσα παλιότερα, υπάρχουν αρκετοί συνάδελφοι που επιδίδονται στη λογοτεχνία με πολύ σοβαρές και αξιόλογες συνεισφορές, δεν θέλω να αναφέρω ονόματα για να μην παρεξηγηθώ.
Γενικά υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση της ποίησης με τη διπλωματία, σε σημείο που να αναρωτιέται κανείς αν για έναν διπλωμάτη-λογοτέχνη η ενασχόληση του με τη γραφή αποτελεί προέκταση της δουλειάς του ως έκφραση μιας λογιοσύνης που αρκετοί διπλωμάτες έχουν ή ένα φιλολογικό πάρεργο που ικανοποιεί κάποιες βαθύτερες προσωπικές ανάγκες.
Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει γενικότερα με ποιητές μας που υπήρξαν ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, μια ενασχόληση που εκ πρώτης όψεως δείχνει αντιποιητική, όπως είπατε.
Νομίζω συμβαίνουν και τα δύο και έτσι η διπλωματία ως παρατήρηση του γίγνεσθαι μιας χώρας, από τη μια, και η λογοτεχνία ως άσκηση ύφους και έκφρασης από την άλλη, αλληλοσυμπληρώνονται και αλληλοτροφοδοτούνται. Άλλωστε η λογοτεχνία μιας χώρας είναι το καλύτερο μέσο γνωριμίας με τον πολιτισμό της και την πραγματικότητά της. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει γενικότερα με ποιητές μας που υπήρξαν ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι, μια ενασχόληση που εκ πρώτης όψεως δείχνει αντιποιητική, όπως είπατε. Τέτοια είναι η περίπτωση επίσης του πολύ σπουδαίου ποιητή μας Τάκη Παπατσώνη, που διετέλεσε Γενικός Δ/ντής του Υπουργείου Οικονομίας και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Τύπου.
Αυτό οφείλεται σίγουρα στην ανάγκη αναζήτησης μιας “προσωπικής καταφυγής από την τύρβη της ημέρας” και της ενίοτε πληκτικής καθημερινότητας της γραφειοκρατίας και της διεκπεραίωσης, αλλά νομίζω έχει να κάνει και με την ανάγκη να πει κάποιος τα πράγματα πιο ελύθερα μέσα από τον συμβολισμό της ποίησης, τα οποία ίσως δεν μπορεί λόγω της ιδιότητας του να τα εκφράσει με την αμεσότητα που θα ήθελε. Αυτό καθιστά την ποίηση είτε ως μια αλληγορική μορφή ενός ποιητικού ημερολογίου –τουλάχιστον σε εμένα προσωπικά έτσι λειτούργησε ενίοτε– είτε ως έναν κώδικα ερμηνείας μιας δεδομένης πραγματικότητας στη χώρα που ζεις και εργάζεσαι, πράγμα όμως που το καθιστά γοητευτικό ως γλωσσικό παίγνιο αλληλεπίδρασης, γιατί αυτό είναι εν τέλει η ποίηση. Ένα γλωσσικό παίγνιο με τόπους, χρόνους, χώρες, ανθρώπους και γλώσσες.
Κάθε φορά που έρχομαι σε μια καινούργια πόλη νιώθω την ανάγκη να πάω πιο πέρα από την εξωτερική της όψη, να γνωρίσω τον βαθύτερο χαρακτήρα της, μέσα από την ιστορία της, να καταλάβω τον ψίθυρο της.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συνομιλείτε ποιητικά με μια ξένη πόλη. Τι είναι αυτό που σας ωθεί να μελετήσετε ποιητικά την κάθε πόλη στην οποία εργάζεστε;
Κάθε φορά που έρχομαι σε μια καινούργια πόλη νιώθω την ανάγκη να πάω πιο πέρα από την εξωτερική της όψη, να γνωρίσω τον βαθύτερο χαρακτήρα της, μέσα από την ιστορία της, να καταλάβω τον ψίθυρο της, μέσα από τα φανερά ή αφανή τείχη της, τις μεγάλες της στιγμές αλλά και τις λησμονημένες της. Τους ανθρώπους της που την κατοικούν ως φορείς της μνήμης της, και ως συνέχεια των γενεών που την κατοίκησαν ή την έζησαν στο παρελθόν. Επιδιώκω να "συνομιλήσω" με αυτή την πλευρά της πόλης, που είναι και η πιο δυσδιάκριτη. Έτσι, μέσα από τα μνημεία της, τα μουσεία της, τα κειμήλια της, τις μουσικές της ή τη λογοτεχνία της, αλλά και τα καφέ της, τα μπουλεβάρτα της -όπως λέμε- περιδιαβαίνεις στην ουσία μια πνευματικότητα, μια άυλη συσσώρευση νοημάτων που τείνει να μετεξελιχθεί σε μια ποιητική του χώρου και του χρόνου ταυτόχρονα.
Αυτή η γνωστική κατά βάση διαδικασία, μου επιτρέπει να ξεκινήσω μια διαδικασία οικείωσης με τον αστικό χώρο που με περιβάλλει αλλά και ταυτόχρονα να ενταχθώ σε αυτόν. Σε μια τέτοια προοπτική πια βλέπεις τον εαυτό σου "ως μέρος του άστεως που υπερασπίζεται την ισηγορία των στρουθίων", όπως έχω γράψει στην προηγούμενη ποιητική μου συλλογή τα Λυρικά Ελάχιστα (εκδ. Βακχικόν) η οποία "διαδραματίζεται" -αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη- ποιητικά στην Αθήνα.
Αναπτύσσεις δηλαδή αυτή τη συνομιλία με την ιστορία της πόλης μέσα από τη συμ-βίωση με την πνευματική υποβλητικότητα που σε περιβάλλει και η οποία εμένα προσωπικά μου προκαλεί τον ποιητικό συνειρμό ως ένα είδος σχολίου της καθημερινότητας που έχει τις ρίζες της όμως στην ιστορία. Προσωπικά δεν με έλκουν τόσο οι σιγανές ποιητικές φωνές των κλειστών δωματίων, της κάμαρας, ή της ψυχολογίζουσας ποιητικής φόρμας, χωρίς να αγνοώ τη σημασία που έχουν για κάποιους δημιουργούς.
Μ' αρέσουν όμως οι "μεγάλες αφηγήσεις" που μπορούν να γίνουν στιβαρές απεικονίσεις ενός συλλογικού "εμείς", όσο κι αν αυτό σήμερα θεωρείται ξεπερασμένο, τουλάχιστον από κάποιους. Η τέχνη όμως εν τέλει πρέπει να αφορά τους πολλούς, δεν μπορεί να είναι προσωπική υπόθεση, κατά τη γνώμη μου. Αλλιώς δεν έχει νόημα να εξωτερικεύεται και να αναζητά ακροατήρια. Οι ποικίλες ιστορίες των διαφόρων ευρωπαϊκών πόλεων, ο βόμβος τους που ακούγεται στη σιγαλιά του σούρουπου καθώς περπατάς σε μια αλέα είναι για μένα μια γοητευτική πρόκληση δημιουργίας.
Ποια είναι η «καρδιά» της Γερμανίας; Είναι οι σιδηρόδρομοί της; Η βαριά ιστορία της; Το τραύμα που κουβαλάει;
Είναι όλα αυτά που λέτε και συνοψίσατε πολύ ωραία αλλά και άλλα πολλά ακόμη. Η "βαριά ιστορία της" είναι στην ουσία όλη αυτή η ιστορία της ηπειρωτικής Ευρώπης, του ευρωπαϊκού Mainland, που δεν είναι άλλο από αυτό που ονομάστηκε "Καρολίγγεια Ευρώπη". Ένας χώρος που προσπαθεί αέναα να ενοποιηθεί και να διαμορφώσει ενιαία πολιτική ταυτότητα είτε με τη μορφή της αυτοκρατορίας είτε με τη μορφή της ένωσης των πριγκηπάτων είτε με τη μορφή του έθνους-κράτους. Αυτή η διαδικασία είναι συνεχής αλλά και διαρκώς αναιρούμενη από τις εσωτερικές της αντιφάσεις, τις αναστολες της, γεγονός που δημιουργεί μείζονα ιστορικά γεγονότα στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Γεννά τραγωδίες αλλά και μεγάλη πνευματική δημιουργία, μεταρρυθμίσεις θρησκευτικές και πολιτικές.
Η ιστορία της Γερμανίας είναι μια ιστορία ενηλικίωσης όχι μόνο ενός έθνους, αλλά ενός ολόκληρου πολιτισμικού συνόλου που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε από τις παρυφές της ύστερης αρχαιότητας έως τις απαρχές της νεωτερικότητας.
Η ιστορία της Γερμανίας είναι μια ιστορία ενηλικίωσης όχι μόνο ενός έθνους, αλλά ενός ολόκληρου πολιτισμικού συνόλου που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε από τις παρυφές της ύστερης αρχαιότητας έως τις απαρχές της νεωτερικότητας, διαμέσου του Μεσαίωνα. Για να γράψω μερικούς στίχους χρειάστηκε να ανατρέξω σε βιβλία για να καταλάβω την εξέγερση των χωρικών στη Γερμανία το 1524-25, την οποία θεωρώ μια πολύ σοβαρή μετασχηματιστκή στιγμή της γερμανικής ιστορίας, όπως και τον τριακονταετή πόλεμο του 1618-1648.
![]() |
|
Ο Νίκος Βλαχάκης γεννήθηκε στο χωριό Βρύσες Μεραμπέλλου Κρήτης (Δημ. Αγ. Νικολάου) το 1967. Είναι διδάκτορας Φιλοσοφίας, και επιπλέον έχει σπουδάσει Δημόσια Διοίκηση και Διεθνείς Σχέσεις. Εργάζεται ως Σύμβουλος Δημόσιας Διπλωματίας στο Υπουργείο Εξωτερικών, έχοντας υπηρετήσει στις ελληνικές Πρεσβείες πόλεων του εξωτερικού (Τίρανα, Βρυξέλλες, Σόφια, Βουδαπέστη, Βερολίνο και σήμερα στο Βουκουρέστι), με κάθε μια από τις οποίες έχει συνδέσει και μια ποιητική του συλλογή. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, και έχει λάβει μέρος σε διεθνή ποιητικά φεστιβάλ. Το βιβλίο Autobahn - Χρονικά των Ηλίανθων είναι η πέμπτη ποιητική του συλλογή, και αποτελεί ένα νοητό ταξίδι στην ιστορία της Γερμανίας και της Ευρώπης. |
Γεγονότα που χωρίς την κατανόηση τους δεν μπορεί κανείς να πιάσει εύκολα το νήμα της συνέχειας που οδηγεί στον 20ο αιώνα με τους δύο παγκόσμιους πολέμούς που όπως είπατε διαμόρφωσαν το "ιστορικό τραύμα" της χώρας. Ναι οι σιδηρόδρομοι συμβολίζουν την βιομηχανική εποχή στην οποία η Γερμανία προσέρχεται αργότερα από την Αγγλία ή την Γαλλία ας πούμε λόγω της καθυστερημένης της ενοποίησης, αλλά όταν πια το κάνει αναδεικνύεται σε μια μεγάλη δύναμη με αξιώσεις παγκόσμιας ισχύος. Γίνεται το σύμβολο λοιπόν μιας νέας αυτοπεποίθησης, και άρα θα μπορούσε να πει κάποιος ότι οι σιδηρόδρομοι είναι η "ατσάλινη καρδιά" της.
Κάποια στιγμή στον πάγκο ενός παλαιοβιβλιοπώλη του Βερολίνου ανακάλυψα ένα άλμπουμ του 19ου αιώνα για παιδαγωγική πατριδογνωστική χρήση των γερμανόπαιδων που στην ουσία απευθυνόταν στους μικρούς αναγνώστες σα να πρόκειται για άγνωστη χώρα καθώς μιλούσαν για τα διαφορετικά κρατίδια. Αυτό μου προξένησε μεγάλη εντύπωση γιατί ήταν εμφανής η προσπάθεια των συγγραφέων να διαμορφώσουν κοινή εθνική συνείδηση μέσα από την κοινή πρόσληψη ενός απέραντου και σχετικά άγνωστου γεωγραφικού χώρου.
Είναι πολλά που συνιστούν την ουσία της Γερμανίας και αυτό είναι η σπουδαια γερμανική κλασική φιλοσοφία φερ'ειπείν, ή η ζωγραφική της και η αρχιτεκτονική της.
Ο βασικός αφηγητής, δε, ήταν ένας μικρός εξερευνητής πεζοπόρος! Η ενοποίηση λοιπόν αυτής της τεράστιας ευρωπαϊκής ηπειρωτικής ενδοχώρας με τους μέλανες δρυμούς της που προκαλούσε φόβο ακόμη και στις ρωμαϊκές λεγεώνες, αυτό είναι η βαριά ιστορία. Σε μια ποδηλατοδρομία μια φορά στα περίχωρα της Φραγκφούρτης έχασα τον προσανατολισμό μου ανάμεσα στις πυκνές συστάδες ενός περιαστικού δάσους, κι εκεί κατάλαβα ότι ο φόβος είναι αυτό που σε κυριαρχεί σε τέτοιες συνθήκες. Η ενοποίηση λοιπόν αυτού του χώρου έγινε για να υπερνικηθεί ο φόβος των ανθρώπων από την κυριαρχία μιας δαιμονικής φύσης γεμάτης άγνωστους κινδύνους και αυτό έγινε δυνατό μόνο στις συνθήκες της βιομηχανικής νεωτερικότητας με τους σιδηροδρόμους αλλά και τους μεγάλους αυτοκινητόδρομους (Autobahn).
Είναι όμως και πολλά άλλα που συνιστούν την ουσία της Γερμανίας και αυτό είναι η σπουδαια γερμανική κλασική φιλοσοφία, φερ'ειπείν, ή η ζωγραφική της και η αρχιτεκτονική της με το Bauhaus, το πρωτοποριακό θέατρο του μεσοπολέμου και άλλα πολλά. Είναι αυτά τα πολλά πρόσωπα της χώρας, γοητευτικά και αποτρόπαια συνάμα, αν λάβεις υπ' όψη σου τη ναζιστική εμπειρία, η οποία όμως δεν είναι το μόνο χαρακτηριστικό που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε αυτή τη μεγάλη χώρα. Απεναντίας είναι όλα τα υπόλοιπα που σας ανέφερα.
Θα μπορούσατε να γράψετε μια αντίστοιχη ποιητική συλλογή για την Ελλάδα ή χρειάζεται να έχετε έναν βαθμό συναισθηματικής απόστασης;
Μα βέβαια, είναι κάτι που διαρκώς τριβελίζει τη σκέψη μου, αλλά θεωρώ ότι πολλά ποιητικά έργα έχουν συνοψίσει αυτό που θα λέγαμε ότι συμβολοποιεί την Ελλάδα. Για να σας δώσω δύο παραδείγματα: μετά την Αμοργό (εκδ. Πατάκη) του Γκάτσου, που αποτελεί νομίζω μια τέτοια σύνοψη, θα έλεγε κανείς ότι τελειώσαμε, τα είπαμε όλα. Πρόσφατα με αφορμή το θάνατο του σπουδαίου Νίκου Παναγιωτόπουλου ήρθα σε επαφή με το αριστουργηματικό του έργο Σύσσημο (ή άλλα Κεφάλαια) (εκδ. Το Ροδακιό) όπου ανακαλύπτεις σε αυτό μια ποιητική πολυεστιακότητα που περιέχει τουλάχιστον 10 Αμοργούς!
Μετά απ’ αυτά τα έργα λοιπόν αναρωτιέμαι τι θα μπορούσαμε να πούμε εμείς οι υπόλοιποι…; Πριν μερικά χρόνια προσπάθησα μέσα από τη συλλογή μου Περί Τύρβης και σκιάς- Idola Tribus (Γαβριηλίδης, 2016) μια αναλυτική των “ειδώλων της φυλής” σαν γνωσιοθεωρητική κατηγορία που προσδιόρισε ο φιλόσοφος Φράνσις Μπέϊκον, σε άμεση αναφορά όμως κυρίως με την Κρήτη -απ’ όπου κατάγομαι- και τους πατρογονικούς μας μύθους που αποτελούσαν ταυτόχρονα και οικογενειακά αφηγήματα.
Η νεοελληνική ποίηση είναι κατά βάση ελληνοκεντρική αν και δεν λείπουν οι μεγάλες διασταυρώσεις με θέματα και μοτίβα της παγκόσμιας ποίησης. Ακόμη και η ευρωπαϊκή ποίηση έχει τις ελληνικές της στιγμές.
Η νεοελληνική ποίηση είναι κατά βάση ελληνοκεντρική αν και δεν λείπουν οι μεγάλες διασταυρώσεις με θέματα και μοτίβα της παγκόσμιας ποίησης. Ακόμη και η ευρωπαϊκή ποίηση έχει τις ελληνικές της στιγμές και αυτό προσπάθησα να δείξω και στην Autobahn στο ποίημα “Ο ήλιος του Ομήρου πάνω από τα κεφάλια μας” όπου επιχειρώ μια ποιητική απάντηση στο ρεύμα του γερμανικού ποιητικού ρομαντισμού και τις “οφειλές” του στην αρχαία ελληνική τέχνη σε σχέση με τη σύγχρονη επικαιρότητα όμως.Ο λόγος είναι ότι η ελληνική γλώσσα και πολιτισμός αποτελούν ένα είδος καταγωγικής συνείδησης για τον παγκόσμιο πολιτισμό και αυτή η αναγνώριση δεν έχει να κάνει με κάποια εθνικιστική εμμονή αλλά μια πραγματικότητα που πρέπει κριτικά και αυτοκριτικά να την επεξεργαζόμαστε εμείς ως νεοέλληνες, σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουμε πάνω σε ένα τέτοιο υπόβαθρο.
Ποιες είναι οι ποιητικές αναφορές σας; Με ποιους ποιητές (Έλληνες και ξένους) αισθάνεστε πιο κοντά;
Κατά καιρούς έχω έλθει σε επαφή και έχω επηρεαστεί έντονα από διάφορα ρεύματα, αλλά και ποιητές Έλληνες και ξένους. Αυτό που θα λέγαμε ποιητική νεωτερικότητα είναι αυτό που νιώθω ότι με διαμόρφωσε. Δεν θα πω μόνο για την ποίηση του Ελύτη ή του Ρίτσου και του Σεφέρη, ή ακόμη και του Σολωμού και του Παλαμά ή του Σικελιανού και του Καβάφη που είναι οι μεγάλες κορυφές στη νεοελληνική ποίηση και έχουν επηρεάσει όλους μας στον έναν ή τον άλλο βαθμό. Κατά καιρούς όμως και σε διάφορα στάδια της πορείας μου έχω σταθεί στον ωραίο Κάλβο, στον Καρυωτάκη και τον Λαπαθιώτη, ενώ πρόσφατα στη διάρκεια της πανδημίας η διάθεση μου με οδήγησε στους Σαχτούρη και Καρούζο, ενώ είχε προηγηθεί λίγος Παπατσώνης.
Ενώ ξεκίνησα μικρός σχετικά να γράφω ποίηση μια μεγάλη περίοδο στα φοιτητικά μου χρόνια διάβαζα μαγικό ρεαλισμό και λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία χωρίς να γράφω.
Ο Εμπειρίκος επίσης και ο Εγγονόπουλος είναι το πιο καθάριο απόσταγμα του ελληνικού υπερρεαλισμού. Επίσης τελευταία όλο και περισσότερο επιδιώκω να διαβάσω και τους πιο σύγχρονους της γενιάς του ‘70 και του ‘80. Κατά καιρούς λοιπόν θα έλεγα ότι έχω έλθει κοντά σε όλους αυτούς αλλά ταυτόχρονα αμέσως μετά ακολουθώ μια πορεία αποστασιοποίησης γιατί αλλιώς κινδυνεύεις να μιμηθείς το ύφος τους ή να μπεις στη σφαίρα επιρροής τους και αυτό δεν βοηθά στη διαμόρφωση του δικού σου προσωπικού ποιητικού τρόπου.
Ενώ ξεκίνησα μικρός σχετικά να γράφω ποίηση μια μεγάλη περίοδο στα φοιτητικά μου χρόνια διάβαζα μαγικό ρεαλισμό και λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία χωρίς να γράφω. Με απασχολούσε πολύ το να γράψω σε πεζό. Κάτι που όμως δεν έγινε λόγω απορρόφησης από την βιοτική μέριμνα και την ανάγκη να ολοκληρώσω σπουδές κλπ. Η αιτία όμως για να ξαναγράψω ποίηση ήταν η γοητευτική ανακάλυψη του Α. Γκίνσμπεργκ και δι’αυτού, της γενιάς των «μπήτνικς», αλλά και μεγάλων στιγμών της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας, όπως του W.B. Yeats και του Walt Whitman, του T.S. Eliot, αλλά και της γαλλόφωνης ποίησης επίσης, όπως του Μπωντλαίρ και του Μαλαρμέ αλλά και του Ελυάρ. Επίσης ο Νερούδα ήταν ένας από τους πρώτους ξένους ποιητές που ανακάλυψα, όπως και ο Μαγιακόφσκι επίσης.
Σε αυτή μου τη συλλογή, την τελευταία, επιχειρώ μια συνομιλία με τον Γκίνσμπεργκ με ένα συγκεκριμένο ποίημα του κυρίως ως ποιητική ρητορική θα έλεγα. Θεωρώ ότι η ποίηση του 21ου αιώνα μπορεί να οριστεί ως μετα-σουρεαλιστική με μια έννοια, χωρίς να έχει ακριβώς προσδιορίσει μια συγκεκριμένη αισθητική ταυτότητα ή να έχει κυριαρχήσει ένα ρεύμα με διαμορφωμένη ταυτότητα. Σε ένα τέτοιο κλίμα περιπλανώμαι ποιητικά μάλλον σήμερα.
*Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Σαν Nορμάλ» θα κυκλοφορήσει στις 12 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
























