Συνέντευξη με την Κύπρια ποιήτρια και συγγραφέα Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου με αφορμή το νέο της βιβλίο «Τα κόκκινα ελάφια» (εκδόσεις Βακχικόν).
Συνέντευξη στον Διονύση Μαρίνο
Το αίτημα είναι διαρκές και σημερινό: οι γυναίκες ζητούν να αρθρώσουν τη δική τους φωνή στην κοινωνία, να εναντιωθούν στην πατριαρχική δομή της και να ορίσουν τον δικό τους -απρόσβλητο- χώρο. Η λογοτεχνία, ολοένα και περισσότερο, αφουγκράζεται αυτό το αίτημα και το μετατρέπει σε λόγο.
Στο νέο της βιβλίο Τα κόκκινα ελάφια (εκδ. Βακχικόν) η Κύπρια συγγραφέας Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου δίνει φωνή και «όνομα» στις πρωταγωνίστριές της. Κάτι που τις διαφοροποιεί από την κατάσταση του «πράγματος», στην οποία θέλει τις ρίξει η ανδροκρατούμενη κοινωνία.
Είστε κυρίως ποιήτρια. Τι είναι αυτό που σας οδηγεί για δεύτερη φορά στην πεζογραφία;
Η ποίηση είναι γλώσσα και ρυθμός. Προσπαθείς να διευρύνεις τη γλώσσα, για να χωρέσει μια σύλληψη πέρα από την έως τώρα εκφρασμένη εμπειρία και αντίληψη της πραγματικότητας. Το θέμα, η ανάγκη και η έμπνευση, που με οδηγούν στη συγγραφή, καθορίζουν κάθε φορά και τη μορφή. Δεν είναι κάτι που σχεδιάζω και προγραμματίζω. Υπάρχουν κοινά σημεία στα δύο πεζά έργα μου. Στο Χωρίς την Αριάδνη – Στη χώρα του αυτισμού παρέα με την ποίηση (εκδόσεις Γκοβόστη), δίνω φωνή στο αυτιστικό παιδί και υπερασπίζομαι τη σιωπή του απέναντι σε έναν αυτισμό άλλου τύπου· την αυτιστική κοινωνία και πολιτεία στο μοιρασμένο νησί μου.
Τα Κόκκινα ελάφια (εκδόσεις Βακχικόν), δίνουν φωνή στις γυναίκες, που οι προσωπικές τους ζωές συντρίβονται από τις συμβάσεις μιας ανδροκρατούμενης κοινωνίας σε μια περίοδο σκλαβιάς και δουλείας. Η πεζογραφία επομένως, στη δική μου περίπτωσή, ανταποκρίνεται σε κάποιο κοινωνικό αίτημα. Στην ποίηση θέλω να κατανοήσω, στην πεζογραφία να μοιραστώ μια κατανόηση. Ο άνεμος της έμπνευσης, που με ξεβολεύει τόσο πολύ, ώστε να αρχίσω να γράφω, με βρίσκει σε διαφορετική ίσως θέση κι ανάγκη κάθε φορά. Οπόταν είτε με σπρώχνει να χορέψω είτε με βάζει να περπατήσω με ρυθμό.
Στη νουβέλα σας κυριαρχούν οι γυναίκες σε ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Ποιο είναι το βασικό τους αίτημα;
Το βασικό τους αίτημα είναι πρωταρχικά το «Όνομα», που τις διαχωρίζει από το πράγμα. Το «Όνομα» σε καθιστά πρόσωπο και γίνεσαι ορατή. Διεκδικούν το δικαίωμα ελευθερίας, προσωπικής έκφρασης και επιλογής για όλα όσα τις αφορούν. Διεκδικούν το δικαίωμα να αντισταθούν σε ό,τι τις προσβάλλει. Θέλουν να μιλούν και να ακούγεται η φωνή τους.
Στην ποίηση θέλω να κατανοήσω, στην πεζογραφία να μοιραστώ μια κατανόηση.
Η λογοτεχνία είναι αντίδοτο στη βία και στην πατριαρχική δομή της κοινωνίας; Είναι ικανή να «ανοίξει» τα μυαλά;
Θα μπορούσα να σας μιλήσω θεωρητικά. Δεν θέλω και να παραμείνω μόνο στον ιαματικό ρόλο της λογοτεχνίας. Προτιμώ να σας καταθέσω ένα παράδειγμα. Η Περβίν, υπήρξε μαθήτρια μου σε ένα σχολείο της Λευκωσίας. Μετά από μια μεγάλη περιπέτεια και κινδύνους έφτασε από την Τουρκία στην Κύπρο και γράφτηκε στο σχολείο μου. Συντόνιζα τότε ένα πρόγραμμα του Υπουργείου Παιδείας σε συνεργασία με την Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας. Στόχος μας ήταν η στήριξη των παιδιών και των οικογενειών τους, που έρχονταν ως μετανάστες ή ως πρόσφυγες.
Η Περβίν είχε κάθε δυνατή στήριξη από το σχολείο. Μάθαινε ελληνικά κι είχε μεγάλη θέληση να ολοκληρώσει τη μόρφωσή της. Μού περιέγραφε τις συνθήκες ζωής στο χωριό της και όσα την ανάγκασαν να φύγει. Μου έλεγε πως τα αγόρια στο χωριό της μετά το δημοτικό συνέχιζαν τη φοίτησή τους στο γυμνάσιο. Εκείνη ως κορίτσι έπρεπε να κλειστεί στο σπίτι και να παντρευτεί τον άντρα που θα επέλεγαν οι γονείς της. Γνώριζε όμως πως υπάρχουν χώρες, όπου οι κοπέλες ζουν ελεύθερες, κάνουν παρέα με όποιον θέλουν, σπουδάζουν, εργάζονται. Παντρεύονται αυτόν που θα αγαπήσουν. Με αυτό το όνειρο έφυγε από τη χώρα της.
«Πώς έμαθες γι’ αυτές τις γυναίκες», τη ρώτησα. «Από τα βιβλία», μού απάντησε. «Διάβασα κάποια βιβλία, που μου είχε δώσει ένας δάσκαλος». Ναι, είναι ικανή η λογοτεχνία και το βιβλίο γενικότερα να «ανοίξει» τα μυαλά και να σπρώξει κάποιον στο προσωπικό του ταξίδι, στην αναζήτηση, στην ελευθερία. Η Περβίν έγραψε μια αφήγηση για ένα κομμάτι της ζωής της, που αργότερα έγινε ένα μικρό βιβλίο. Το εικονογράφησε μια συμμαθήτριά της. Το σχολείο φρόντισε να εκδοθεί. Το διάβασαν πολλοί αναγνώστες, μικροί και μεγάλοι. Αντίτυπα υπάρχουν στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη. Η Περβίν και η ιστορία της έχει καταγραφεί από τη Λουκία Ρικάκη στην ταινία της «Όνειρα σε άλλη γλώσσα». Ναι, είναι ικανή η λογοτεχνία να «ανοίξει» τα μυαλά των ανθρώπων, να τους ανοίξει δρόμους.
Πίσω από την επινόηση υπάρχουν αληθινά πρόσωπα και καταστάσεις. Αδυνατώ να αφηγηθώ τα πραγματικά γεγονότα και τις προσωπικές τους ιστορίες, συντρίβομαι από την Ιστορία – και τις ιστορίες τους.
Οι ιστορίες των γυναικών στο βιβλίο σας είναι επινοημένες ή έχουν στοιχεία από τη σκληρή πραγματικότητα;
Με την ιστορία της Περβίν, που μόλις ανέφερα, είναι φανερό πως η επινόηση είναι ένα σχήμα, ένα λογοτεχνικό τέχνασμα. Πίσω από την επινόηση υπάρχουν αληθινά πρόσωπα και καταστάσεις. Αδυνατώ να αφηγηθώ τα πραγματικά γεγονότα και τις προσωπικές τους ιστορίες, συντρίβομαι από την Ιστορία – και τις ιστορίες τους. Η επινόηση είναι ο άλλος τρόπος να μεταφέρω τα στοιχεία της σκληρής πραγματικότητας, να εκφράσω συναισθήματα, δυσκολίες, που θα ήθελα να τακτοποιήσω μέσα μου και να τα μοιραστώ με τον αναγνώστη.
Ολοένα και περισσότερο οι συγγραφείς και οι ποιητές από την Κύπρο έχουν αξιοπρόσεκτη παρουσία στα ελληνικά γράμματα. Βλέπετε να αναπτύσσεται έντονο λογοτεχνικό κλίμα στο νησί;
Χαίρομαι που το ακούω. Η λογοτεχνία στην Κύπρο από τις μεσαιωνικές «Ρίμες της αγάπης» έως και σήμερα έχει τις πολύ καλές της στιγμές. Έχει και τις κορυφές της. Μάλλον παραμένουν ακόμη άγνωστες στον ελλαδικό χώρο. Τώρα όμως πολλά έργα Κυπρίων δημιουργών εκδίδονται στην Ελλάδα. Η πρόσληψή τους από το ελλαδικό αναγνωστικό κοινό φαίνεται πως διευκολύνεται από μια τάση για αμφίδρομη σχέση των δημιουργών.
Αναπτύσσεται άραγε έντονο λογοτεχνικό κλίμα στο νησί; Το παρακολουθώ ως φαινόμενο. Βρίσκεται εν εξελίξει. Προσπαθώ να το διακρίνω διαχωρίζοντας το από την εντύπωση της εικόνας, τον θόρυβο του διαδικτύου, το life style εκδηλώσεων που η εποχή μας και τα μέσα της ευνοούν. Προσπαθώ και ξεχωρίζω βέβαια σημαντικά βιβλία. Ναι, είναι αισιόδοξο αυτό που βλέπω. Αν κρατάω μια επιφύλαξη, είναι γιατί δεν βλέπω στην Κύπρο ανάλογη παρουσία αναγνωστών και κριτικών. Εύχομαι όμως η ανάπτυξη να επιβεβαιωθεί με σημαντικά έργα που θα τα διαβάσει και θα τα αναγνωρίσει ένα απαιτητικό αναγνωστικό κοινό και θα τα συζητήσουν οι κριτικοί. Αυτό θα το περιέγραφα ως έντονο λογοτεχνικό κλίμα.