
Πέντε λεπτά με μία συγγραφέα. Σήμερα, η Κυριακή Μπεϊόγλου με αφορμή το βιβλίο της «Η ιστορία μιας στιγμής» (εκδ. Εύμαρος)
Επιμέλεια: Book Press
Αν και έλκει την καταγωγή του από πολύ παλιά, ελάχιστοι δημοσιογράφοι στις μέρες μας ασκούνται στην υψηλή τέχνη του χρονογραφήματος. Τι σας ώθησε σ’ αυτή τη «φόρμα» γραφής;
Δεν ήταν κάτι που έγινε εκ προ μελέτης. Όταν ο Νικόλας Βουλέλης, τότε διευθυντής της Εφημερίδας των Συντακτών, μου ζήτησε να γράφω συχνότερα χρονογραφήματα γιατί «κάτι είχαν» το έκανα χωρίς πολλή σκέψη και βέβαια χωρίς ποτέ να φανταστώ την απήχηση που θα είχαν στους αναγνώστες. Ούτε και την περίπτωση να γίνουν ποτέ κείμενα ενός βιβλίου είχα σκεφτεί. Το ένα έφερε το άλλο και έτσι φτάσαμε σήμερα να έχουμε δύο μικρά τομίδια από τις εκδόσεις Εύμαρος, το «Λίγο ακόμα μαζί» και πρόσφατα το «Η ιστορία μιας στιγμής».
Από πού αντλείτε τα θέματά σας; Ποιες είναι οι βασικές πηγές έμπνευσής σας;
Οι ιστορίες έρχονται και σε βρίσκουν ή σε έχουν βρει κάποια στιγμή στο παρελθόν και ανακινούνται μέσα σου από κάποιο ερέθισμα στον ενεστώτα χρόνο σου. Νομίζω πως ψάχνω περισσότερο εκείνα τα μικρά που σωπαίνουν, που περιμένουν, που δεν κραυγάζουν αλλά είναι και εκείνα που μας καθορίζουν ως ανθρώπους.
Αν και τα κείμενα σε μια εφημερίδα είναι καταδικασμένα από τους νόμους του εφήμερου, τα δικά σας κείμενα συνάχθηκαν σε ένα ακόμη βιβλίο (το δεύτερο κατά σειρά). Υπήρξε κάποια επιλογή από το σύνολο των κειμένων;
Ναι, τα κείμενα είναι πια αμέτρητα. Ήταν πολύ δύσκολο, και κάποιες φορές βασανιστικό θα έλεγα, να διαλέξω τι θα βάλω και τι θα αφήσω έξω. Ένιωθα σαν να άφηνα έναν άνθρωπο δικό μου ακάλεστο σε μια γιορτή. Επίσης επειδή η δουλειά αυτή, η καθημερινή γραφή ενός χρονογραφήματος, συνδέεται πολύ με την προσωπική σου ζωή είναι δύσκολο να είσαι αντικειμενικός για το ποια αξίζουν να περιέχονται σε ένα βιβλίο. Κάποια κείμενά μας είναι σημαντικά για εντελώς διαφορετικούς λόγους.
Για μένα η εφημερίδα, η καθημερινή γραφή, ήταν πάντα μια σπουδαία υπόθεση, ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα και νιώθω τυχερή.
Υπήρξαν στιγμές που σκεφτήκατε να μην «χαραμίσετε» ένα θέμα για τη στήλη σας και να κάνετε κάτι μ’ αυτό; Ένα διήγημα ή κάτι μεγαλύτερο;
Η αλήθεια είναι πως είναι πολλοί οι άνθρωποι του εκδοτικού χώρου αλλά και της λογοτεχνίας που μου λένε πως «χαραμίζω» μια καλή ιστορία γράφοντάς την ως χρονογράφημα στην εφημερίδα. Δεν μπορώ όμως να το δω διαφορετικά. Για μένα η εφημερίδα, η καθημερινή γραφή, ήταν πάντα μια σπουδαία υπόθεση, ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα και νιώθω τυχερή. Κάθε μέρα δίνεις εξετάσεις, κάθε μέρα οφείλεις στους αναγνώστες σου να δίνεις κάτι από την ψυχή σου.
Οι αναγνώστες των εφημερίδων είναι ασκημένοι στο να διαβάζουν κείμενα που ξεφεύγουν από τα στενά όρια της ειδησεογραφίας;
Νομίζω πως ναι. Μου έγινε αισθητό από τον πρώτο χρόνο που άρχισα να γράφω «διαφορετικά» κείμενα για την πολιτική, την κοινωνία, και την καθημερινότητά. Είναι ένας διαφορετικός τρόπος για να «ενημερώσεις» το κοινό για κάτι που συμβαίνει στην ειδησεογραφία και αυτός. Και στο χρονογράφημα έχεις πολλούς «συμμάχους», όπως την λογοτεχνία και την φιλοσοφία. Τους συμμάχους αυτούς τους έχεις πάντα δίπλα σου να ενδυναμώνουν το κείμενό σου. Ας μην ξεχνάμε πως μεγάλοι συγγραφείς και φιλόσοφοι έγραφαν και γράφουν χρονογραφήματα και επιφυλλίδες σε εφημερίδες και οι στήλες τους είχαν και έχουν «φανατικούς» αναγνώστες.
























