
Συνέντευξη με τον συγγραφέα Νίκο Μικρόπουλο για το βιβλίο του «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ιστορίες» (εκδ. Βακχικόν)
Του Λεωνίδα Καλούση
80 ιστορίες απ’ όλον τον κόσμο. Πότε ξεκίνησαν να γράφονται και ποιο ήταν το αρχικό ερέθισμα;
Άρχισα να γράφω στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης με την παρότρυνση φίλων: «Φοβερές αυτές οι ιστορίες που μας λες απ’ τα ταξίδια σου! Γιατί δεν γράφεις ένα βιβλίο;» Ωστόσο δεν είχα αυτή την πρόθεση εξ' αρχής. Ήταν η χαρά της γραφής. Όταν μαζεύτηκε αρκετό υλικό σκέφτηκα να το εκδώσω.
Ιστορίες αληθινές, βιωματικές, από τα ταξίδια σας. Εμφιλοχώρησε καθόλου η μυθοπλασία στις διηγήσεις σας και με ποιον τρόπο;
Ξεκίνησα καταγράφοντας ρεαλιστικά κάποιες ιστορίες, απ’ αυτές που σου μπουμπουνίζει η ίδια η ζωή σε τόπους με διαφορετικές εικόνες, ήθη, συμπεριφορές. Άλλες τις «πείραξα» με βάση σενάρια που ήθελα, δεν ήθελα, φοβόμουν μην, συμβούν. Που όμως θα μπορούσαν εύκολα να έχουν συμβεί με βάση τα γεωγραφικά, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτισμικά στοιχεία αυτών των τόπων τα οποία διατηρώ αυστηρώς ακριβή και επιμελώς ερευνημένα. Τέλος, έχοντας φτάσει τα διηγήματα κοντά στον αριθμό του τίτλου Ο γύρος του κόσμου σε 80 ιστορίες που κάποια στιγμή μού κόλλησε, συμπλήρωσα κάνοντας επί χάρτου το ταξίδι σε μια χώρα που πολύ θα ήθελα αλλά φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω ποτέ να επισκεφτώ λόγω απαγορευτικών για ταξίδι, μακροχρόνιων μπελάδων εκεί.
Έχοντας φτάσει τα διηγήματα κοντά στον αριθμό του τίτλου [80], που κάποια στιγμή μού κόλλησε, συμπλήρωσα κάνοντας επί χάρτου το ταξίδι σε μια χώρα που πολύ θα ήθελα αλλά φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω ποτέ να επισκεφτώ λόγω απαγορευτικών για ταξίδι, μακροχρόνιων μπελάδων εκεί.
Ποια ήταν η πιο αλλόκοτη σκηνή που θα συναντήσει ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου σας;
Νομίζω πως θα συναντήσει πολλές και οι απόψεις για την πιο αλλόκοτη θα διαφέρουν. Τολμήματα, αναποδιές, γκάφες, έρωτες, εκεί μακριά παίρνουν άλλες διαστάσεις. Η γνώμη μου; Ίσως θα περιμένατε κάποια σκηνή από τα διηγήματά μου σε εξωτικά μέρη, Γκάνα, Εκουαδόρ, Παταγονία, Λάος, Παπούα-Νέα Γουινέα... Θα σας πω όμως κάτι απ’ τη Βόρεια Ευρώπη. Η σκηνή όπου οι φίλοι που φιλοξενούν τον ήρωα (τους είχε φιλοξενήσει κι ο ίδιος στην Ελλάδα) τον καταγγέλλουν στην αστυνομία επειδή έκοψε ένα τριαντάφυλλο από ένα δημόσιο παρτέρι.
Αντιλαμβανόμαστε ότι σας ενέπνευσαν μεγάλοι ταξιδιώτες και πρωτοπόροι εξερευνητές. Από την ταξιδιωτική λογοτεχνία είχατε κάποιο πρότυπο;
Την ταξιδιωτική λογοτεχνία φυσικά την καταβροχθίζω. Έχω βρεθεί στα πλοία του Μαγγελάνου, του Κουκ, με τις καμήλες του Μάρκο Πόλο, με τους αχθοφόρους του Δόκτορα Λίβινγκστον. Έχω ταξιδέψει με τον Καζαντζάκη και τον Τσάτουιν. Όμως ως πρότυπο γραφής ακολουθώ τον δικό μου τρόπο. Δεν πρόκειται για περιγραφή ταξιδιού αλλά για θραύσματα που συνήθως εκτυλίσσονται σε λίγες ώρες, δίνοντάς μου τη δυνατότητα να εμβαθύνω μέσα στη στιγμή.
Υπάρχει κάτι που συνέχει όλες αυτές τις ιστορίες; Υπάρχει, με άλλα λόγια, ένα κοινό θέμα;
Ναι. Ο ήρωας δεν είναι βέβαια ένα άγραφο χαρτί. Είναι μεγαλωμένος στη σημερινή Ελλάδα με τις εικόνες, τις συνήθειες, τις συμπεριφορές της, το σύστημα αξιών της. Μάλιστα ταξιδεύοντας κουβαλάει στις αποσκευές του απ’ την πατρίδα τη γενική εικόνα που έχει για τον προορισμό του αλλά και την κάθε φορά ψυχολογική του διάθεση. Ε, όλα αυτά μπαίνουν σε δοκιμασία ή και σε σύγκρουση με τις πραγματικότητες που συναντά, πολιτισμικές, ηθικές, πολιτικές. Διαπιστώνει πως όσο καλά διαβασμένος και οργανωμένος να είναι, αν βγει έξω απ’ την τουριστική τροχιά, εκεί υπάρχουν άλλες εκδοχές, διαφορετική φύση, άλλες κοινωνίες ικανές να μας εντυπωσιάσουν, να μας τιμωρήσουν αν δεν τις σεβαστούμε, σε κάθε περίπτωση να μας διδάξουν. Αυτό ακριβώς εκφράζει κι ο ήρωας όταν μονολογεί: «Μάλιστα. Βρίσκομαι χιλιάδες μίλια μακριά απ’ την πατρίδα».























