
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη βραβευμένη συλλογή διηγημάτων της Ουκρανής πεζογράφου και ποιήτριας Γιούλια Ιλούχα [Yuliia Iliukha], «Οι γυναίκες μου» (μτφρ. Βίκυ Πορφυρίδου), η οποία θα κυκλοφορήσει στις 19 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Βακχικόν.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Μια γυναίκα που περίμενε πώς και πώς την επιστροφή του άντρα της από τον πόλεμο, έμαθε τα νέα από το μέτωπο πριν από το Γενικό Επιτελείο Στρατού.
Γνώριζε τη γεωγραφία της Ουκρανίας άπταιστα και μπορούσε να σχεδιάζει μόνη της ολόκληρους χάρτες. Ένα χωριουδάκι, μια κωμόπολη, ένας οικισμός, μια πόλη. Κουκκίδα, κουκκίδα, κουκκίδα, κουκκίδα. Μια γραμμή μακριά, σαν καρδιογράφημα.
Η γυναίκα δεν έβαζε ποτέ το τηλέφωνό της στο αθόρυβο τα βράδια, και πάντα τσέκαρε όλες τις εφαρμογές μηνυμάτων πριν πέσει για ύπνο, αλλά και μόλις ξυπνούσε το πρωί.
Η γυναίκα έτρεμε όποτε το κινητό της ήταν σιωπηλό. Όταν δεν υπήρχαν ειδήσεις, έβαζε με τον νου της ότι τα νέα ήταν άσχημα. Και όταν τελικά το τηλέφωνο παρήγε έναν ήχο, και σε κάποια εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων εμφανιζόταν ένα σύντομο μήνυμα «+», έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και έγραφε κι αυτή «++».
Η γυναίκα ήταν απίστευτα υπερήφανη. Μια φορά, είχε δημοσιεύσει μια φωτογραφία του άντρα της με τη στρατιωτική στολή του, βάζοντας πάνω στο πρόσωπό του την αστεία φατσούλα μιας γάτας. «Μακάρι να γυρίσει ζωντανός!» είχε σχολιάσει μια κυρία που είχε για εικόνα στο προφίλ της ένα καρτούν. Η γυναίκα ξέσπασε σε κλάματα και έσβησε τη φωτογραφία, αποκλείοντας εκείνη που είχε κάνει το σχόλιο.
Κάθε βράδυ, ξαπλωμένη στο σκοτάδι, η γυναίκα πάσχιζε να θυμηθεί πώς ζούσε πριν. Ήξερε ότι ήταν χαρούμενη, όμως όλες οι λεπτομέρειες είχαν σβηστεί από τη μνήμη της. Προσπαθούσε πολύ, μα αυτός ο πόλεμος την έπνιγε.
Σιχαινόταν να περιμένει, αλλά ήξερε πώς να γεμίζει με πυρομαχικά ένα πολυβόλο.
Κάθε μέρα, η γυναίκα που περίμενε πώς και πώς την επιστροφή του άντρα της από τον πόλεμο, σχεδίαζε μία γραμμή μακριά, σαν καρδιογράφημα, με χέρι σταθερό.
℘
Μια γυναίκα που πετάχτηκε στο σουπερμάρκετ για λίγο γάλα, δεν είχε πια σπίτι για να επιστρέψει.
Με το που βγήκε από το σουπερμάρκετ ΑΤΒ, ένιωσε τη γη να κουνιέται. Έπεσε στο έδαφος, κάνοντας λιώμα το χάρτινο μπουκάλι με το γάλα και ένα ψωμάκι που είχε πάρει για να συνοδεύσει τον καφέ της. Πάνω της έβρεχε σπασμένα γυαλιά, και σαν από ένστικτο κάλυψε το κεφάλι της με τα χέρια της, δίχως να αισθάνεται τα μικροσκοπικά θραύσματα που έσκιζαν το δέρμα της. Οι σειρήνες αεροπορικής επιδρομής ηχούσαν, κόρνες αυτοκινήτων ούρλιαζαν. Στον κρόταφό της πήρε να στάζει αίμα, που κυλούσε τώρα στο μάγουλό της. Μια λίμνη από γάλα απλώθηκε κάτω από το παλτό της. Η γυναίκα περίμενε για λίγα λεπτά, έπειτα στάθηκε στα πόδια της και άρχισε να τρέχει.
Το κτίριο όπου έμενε ανέδιδε καπνό. Έτρεξε προς το μέρος του τόσο γρήγορα, θαρρείς και ήταν σε θέση να το σώσει. Στο πρόσωπό της κυλούσε αίμα· έμπαινε βιαστικά στα αυτιά της.
Είχε σχεδόν φτάσει στον προορισμό της, όταν ένας άντρας ντυμένος στα μαύρα τη σταμάτησε. Η γυναίκα προσπάθησε να του ξεφύγει, όμως εκείνος την έσφιξε στα χέρια του.
«Έχετε κάποιον εκεί μέσα;» φώναξε στο αυτί της.
Η γυναίκα ξάφνου μούδιασε, το σώμα της κρεμάστηκε στα χέρια εκείνου του ξένου με τα μαύρα ρούχα που δεν κατάφερε να την κρατήσει όρθια –σωριάστηκαν κι οι δυο τους στο έδαφος.
«Δεν…» ψιθύρισε η γυναίκα, με το αίμα πασαλειμμένο στα χείλη της. «Δεν έχω κανέναν εκεί μέσα».
Για πρώτη φορά στη ζωή της, η μοναχική γυναίκα χαιρόταν που δεν είχε κανέναν.
℘
Μια γυναίκα που έθαψε τον γιο της στον μπαξέ, έφτιαξε για κείνον έναν σταυρό από δύο σανίδες πεύκου δεμένες με σύρμα. Ο γιος της ήταν που τις είχε φέρει, για να επισκευάσει το σπίτι τους την άνοιξη. Όμως ξέσπασε ο πόλεμος, και για κάποιους ανθρώπους η άνοιξη δεν έφτασε ποτέ.
Ο γιος της πέθανε ακαριαία. Η γυναίκα μετά βίας μπόρεσε να το συνειδητοποιήσει.
Οι πρώτες δύο βόμβες έπεσαν κάπου μακριά. Όμως ένα θραύσμα της τρίτης τον σκότωσε καθώς οι δυο τους έτρεχαν από την εξωτερική κουζίνα, που χρησιμοποιούσαν τα καλοκαίρια, προς το κελάρι. Η γυναίκα κατέρρευσε πλάι του. Δεν μπόρεσε ούτε να ουρλιάξει. Μόνο μούγκριζε, λες και ήταν εκείνη που είχε πληγωθεί, και γρατζουνούσε το παγωμένο έδαφος με τα νύχια της.
Όταν ο ήχος των εκρήξεων πήρε να απομακρύνεται, σηκώθηκε στα γόνατά της, γέρνοντας βαριά πάνω στα χέρια της. Κοίταξε τον γιο της. Το μισό του κεφάλι έλειπε. Η γυναίκα σύρθηκε ως τον τοίχο της κουζίνας και, πιέζοντας την πλάτη της πάνω του, άρχισε να κοπανάει το κεφάλι της, άθικτο όπως ήταν, πάνω στα τούβλα. Δεν έκλαιγε – μόνο βαριανάσαινε και μούγκριζε. Το κεφαλομάντιλό της γλίστρησε, και τα άσπρα της μαλλιά βάφτηκαν γρήγορα με αίμα. Ένας γείτονας που σύρθηκε στην αυλή της μισή ώρα αργότερα, νόμιζε πως είχε τραυματιστεί στο κεφάλι.
Η γυναίκα κατάφερε να θάψει τον γιο της μόνο όταν ξεπάγωσε το έδαφος. Της πήρε μερικές μέρες να σκάψει μια τρύπα, που δεν ήταν καν αρκετά βαθιά. Τύλιξε το σώμα του με το πλαστικό που είχε αγοράσει εκείνος για να καλύψει το θερμοκήπιο. Ήταν άθεος, αλλά του έφτιαξε έναν σταυρό όπως και να ’χει – το χοντρό, άκαμπτο σύρμα έσκιζε το δέρμα των δαχτύλων της. Με το ίδιο σύρμα στερέωσε μια μεταλλική πινακίδα στον σταυρό, κι εκεί έγραψε το όνομα του γιου της και τις ημερομηνίες γέννησης και θανάτου του, με ένα κομμάτι κιμωλία.
Η γυναίκα περνούσε τη νύχτα στο κελάρι, όταν ένιωσε πόνο στο στήθος. Δεν βγήκε έξω το πρωί.
Αρκετές μέρες αργότερα, η βροχή ξέπλυνε την επιγραφή στην πινακίδα. Ο σταυρός έμεινε να στέκει εκεί, ανώνυμος.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ουκρανία, 2022. Μετά τη ρωσική εισβολή στα ουκρανικά εδάφη, ο διεθνής Τύπος σπεύδει να μετρήσει νεκρούς και τραυματίες, να καταγράψει στρατηγικές, να κάνει προβλέψεις. Τι συνέβη όμως στους πολίτες της χώρας; Τι απέγιναν οι γυναίκες; Γυναίκες που ήρθαν αντιμέτωπες με την ατέρμονη βία του πολέμου. Κάποιες αναγκάστηκαν να σωπάσουν, άλλες έχασαν τους αγαπημένους τους, μερικές δεν το έβαλαν κάτω και κατάφεραν να επιβιώσουν, άλλες κατέρρευσαν.
Σε όλες αυτές έρχεται να δώσει φωνή η Γιούλια Ιλούχα, φωτίζοντας σε σαράντα σύντομα διηγήματα την επίδραση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου στις ψυχές των απλών ανθρώπων. Μέσα από θραύσματα ζωής ποιητικά, με πρωταγωνιστές ανώνυμους, αυτές οι συναισθηματικά φορτισμένες αφηγήσεις, που κινούνται ανάμεσα στον πόνο και τη χαρά, έρχονται να τονίσουν ένα μήνυμα αντιπολεμικό, άχρονο και οικουμενικό.
Λίγα λόγια για την συγγραφέα
Η Γιούλια Ιλούχα (Yuliia Iliukha) είναι Ουκρανή συγγραφέας, ποιήτρια και δημοσιογράφος. Έχει γράψει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, ποιητικές συλλογές και παιδικά βιβλία. Η συλλογή διηγημάτων της Οι γυναίκες μου κέρδισε το βραβείο καλύτερου βιβλίου του BBC Ουκρανίας 2024, το λογοτεχνικό βραβείο Rotahorn 2024 και το διεθνές βραβείο σύντομης συλλογής του περιοδικού 128 LIT 2023, ενώ συμπεριλήφθηκε στη μακρά λίστα για το ουκρανικό βραβείο Drahomán 2024, και στη βραχεία λίστα για το βραβείο λογοτεχνίας της EBRD 2025. Έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά, σλοβακικά, γαλλικά και σουηδικά, και είναι το πρώτο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά.




















