prodimosieysi ernaux

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αφήγημα της Annie Ernaux «Μια γυναίκα» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, πρόλ. Μαριαλένα Σπυροπούλου), το οποίο κυκλοφορεί στις 28 Ιανουαρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Για μένα, η μητέρα μου δεν έχει ιστορία. Ήταν ανέκαθεν εκεί. Όταν μιλάω γι’ αυτήν, η πρώτη μου παρόρμηση είναι να την «παγώσω» σε μια σειρά εικόνων άσχετων με τον χρόνο: «είχε βίαιο ταμπεραμέντο», «ήταν μια γυναίκα που τα έδινε όλα», και να φέρνω στη μνήμη μου ανάκατες σκηνές, όπου εκείνη ήταν παρούσα. Ξαναβρίσκω έτσι μονάχα τη γυναίκα του φαντασιακού μου, την ίδια που, τελευταία, εμφανίζεται στα όνειρά μου, ζωντανή και πάλι, ανέγγιχτη απ’ τον χρόνο, μέσα σε μια ατμόσφαιρα έντασης που θυμίζει ταινία θρίλερ. Θα ήθελα επίσης να αποδώσω την πραγματική γυναίκα, αυτήν που υπήρχε ανεξάρτητα από μένα, που γεννήθηκε στις παρυφές μιας νορμανδικής κωμόπολης και πέθανε στη γηριατρική πτέρυγα ενός νοσοκομείου στα περίχωρα του Παρισιού. Ό,τι πιο σωστό ελπίζω να γράψω έγκειται αναμφίβολα στη συναρμογή του οικογενειακού και του κοινωνικού, του μύθου και της ιστορίας. Το πόνημά μου μπορεί να θεωρηθεί ως ένα λογοτεχνικό τόλμημα εφόσον σκοπός του είναι να βρει την αλήθεια για τη μητέρα μου, μια αλήθεια που προσεγγίζεται μόνο με λέξεις. (Με άλλα λόγια, μήτε οι φωτογραφίες, μήτε οι αναμνήσεις, μήτε οι οικογενειακές μαρτυρίες μπορούν να μου προσφέρουν αυτή την αλήθεια.) Και, συνάμα, θα ήθελα να κρατήσω μια κάποια απόσταση από τη λογοτεχνία.

Το Ιβετό είναι μια παγερή κωμόπολη, χτισμένη σ’ ένα ανεμόδαρτο οροπέδιο, μεταξύ Ρουέν και Χάβρης. Στις αρχές του αιώνα, ήταν το εμπορικό και διοικητικό κέντρο μιας περιοχής πλήρως εξαρτώμενης από τη γεωργία, την οποία ελέγχαν οι μεγαλοκτηματίες. Ο παππούς μου, καραγωγέας σε αγρόκτημα, και η γιαγιά μου, υφάντρα στο σπίτι, εγκαταστάθηκαν εκεί λίγο μετά τον γάμο τους. Και οι δυο κατάγονταν από ένα γειτονικό χωριό, τρία χιλιόμετρα μακριά. Νοίκιασαν ένα χαμηλό σπιτάκι με αυλή, απ’ την άλλη πλευρά της σιδηροδρομικής γραμμής, στα περίχωρα, σε μια αγροτική περιοχή με ακαθόριστα όρια, ανάμεσα στα τελευταία καφενεία κοντά στον σταθμό και τους πρώτους αγρούς αγριοκράμβης. Εκεί γεννήθηκε η μητέρα μου, το 1906, τέταρτη από έξι παιδιά. (Καμάρωνε όταν έλεγε: «Εγώ δεν γεννήθηκα σε χωριό».)

Τέσσερα από τα παιδιά δεν έφυγαν ποτέ απ’ το Ιβετό, και η μητέρα μου πέρασε εκεί τα τρία τέταρτα της ζωής της. Εξοικειώθηκαν με το κέντρο της πόλης αλλά δεν έμειναν ποτέ εκεί. «Πήγαιναν στην πόλη» για τη λειτουργία, τον κρεοπώλη, τα ταχυδρομικά εμβάσματα που έπρεπε να στείλουν. Μία από τις ξαδέρφες μου έχει τώρα ένα διαμέρισμα στο κέντρο, που το διασχίζει η Εθνική Οδός 15 όπου μέρα νύχτα κυκλοφορούν φορτηγά. Δίνει υπνωτικό στον γάτο της για να μη βγαίνει έξω και τον πατήσει κάνα αυτοκίνητο. Η γειτονιά όπου η μητέρα μου πέρασε τα παιδικά της χρόνια είναι περιζήτητη από ανθρώπους με υψηλό εισόδημα λόγω της ησυχίας και των παλιών σπιτιών της.

Το μόνο που τη χαλάρωνε ήταν η ανάγνωση αφηγημάτων σε συνέχειες. Είχε ταλέντο στο γράψιμο και στις εξετάσεις για το απολυτήριο δημοτικού βγήκε πρώτη σε όλο το καντόνι. Θα μπορούσε να είχε γίνει δασκάλα, όμως οι γονείς της δεν την άφησαν να φύγει απ’ το χωριό. Το φευγιό από την οικογένεια θεωρείτο πάντα σημάδι δυστυχίας.

Η γιαγιά μου επέβαλε τον δικό της νόμο και φρόντιζε με φωνές και ξυλιές να «στρώνει» τα παιδιά της. Ήταν μια γυναίκα σκληραγωγημένη στη δουλειά, όχι και τόσο καλόγνωμη. Το μόνο που τη χαλάρωνε ήταν η ανάγνωση αφηγημάτων σε συνέχειες. Είχε ταλέντο στο γράψιμο και στις εξετάσεις για το απολυτήριο δημοτικού βγήκε πρώτη σε όλο το καντόνι. Θα μπορούσε να είχε γίνει δασκάλα, όμως οι γονείς της δεν την άφησαν να φύγει απ’ το χωριό. Το φευγιό από την οικογένεια θεωρείτο πάντα σημάδι δυστυχίας. (Στα νορμανδικά, η λέξη «φιλοδοξία» παραπέμπει σε πόνο αποχωρισμού· για παράδειγμα, ένας σκύλος μπορεί να πεθάνει από φιλοδοξία.) Για να καταλάβεις τούτη την ιστορία, που τέλειωσε όταν εκείνη πάτησε τα έντεκα, πρέπει να θυμάσαι όλες τις φράσεις που αρχίζουν με το «κείνα τα χρόνια»: κείνα τα χρόνια, κανείς δεν πήγαινε σχολείο όπως σήμερα, όλοι άκουγαν τους γονείς τους και ούτω καθεξής.

Κρατούσε καλά το σπιτικό της, με άλλα λόγια, κατάφερνε σχεδόν χωρίς λεφτά να ταΐζει και να ντύνει την οικογένειά της. Όταν τα παιδιά της έστεκαν στη σειρά στην εκκλησία, φορούσαν αξιοπρεπή ρούχα καλομανταρισμένα, πεντακάθαρα, πράγμα που τους επέτρεπε να προσεγγίζουν μια αξιοπρέπεια και να ζουν χωρίς να νιώθουν σαν άξεστοι χωριάτες. Γύριζε ανάποδα τους γιακάδες και τις μανσέτες στα πουκάμισα των αγοριών για να κρατάνε διπλό χρόνο. Αξιοποιούσε τα πάντα, το μπαγιάτικο ψωμί, την πέτσα απ’ το γάλα για να φτιάχνει γλυκά, τη στάχτη για την μπουγάδα, τη θέρμη της σόμπας για να αποστεγνώνει δαμάσκηνα ή πιατόπανα, το νερό απ’ το πρωινό νίψιμο για να πλένουμε τα χέρια μες στη μέρα. Ήξερε όλα τα μυστικά του νοικοκυριού που μετρίαζαν τη φτώχεια. Τούτη η γνώση, που μεταδιδόταν από μάνα σε θυγατέρα για αιώνες, σταματάει σε μένα που δεν είμαι πια παρά η αρχειοφύλακάς της.

Ο παππούς μου, άντρας γεροδεμένος και ήπιος, πέθανε από κρίση στηθάγχης στα πενήντα του. Η μητέρα μου ήταν δεκατριών χρονών και τον λάτρευε. Χήρα, η γιαγιά μου έγινε ακόμα πιο άτεγκτη και πιο καχύποπτη με όλους. (Δυο εικόνες τρόμου τη στοίχειωναν, η φυλακή για τ’ αγόρια, το μπάσταρδο για τα κορίτσια.) Καθώς η δουλειά της υφάντρας στο σπίτι είχε εκλείψει, αναγκάστηκε να ξενοπλένει και να καθαρίζει γραφεία.

Χήρα, η γιαγιά μου έγινε ακόμα πιο άτεγκτη και πιο καχύποπτη με όλους. (Δυο εικόνες τρόμου τη στοίχειωναν, η φυλακή για τ’ αγόρια, το μπάσταρδο για τα κορίτσια.)

Προς το τέλος της ζωής της, έμενε μαζί με τη μικρότερη κόρη και τον γαμπρό της, σ’ ένα παράπηγμα χωρίς ηλεκτρικό, που άλλοτε χρησίμευε ως τραπεζαρία του διπλανού εργοστασίου, ακριβώς κάτω από τη σιδηροδρομική γραμμή. Η μητέρα μου με πήγαινε να τη βλέπω τις Κυριακές. Ήταν μια κοντή, στρουμπουλή γυναίκα, εντυπωσιακά ευκίνητη παρά το γεγονός ότι γεννήθηκε με το ένα πόδι πιο κοντό από τ’ άλλο. Διάβαζε μυθιστορήματα, μιλούσε λίγο και απότομα, της άρεσε πολύ να πίνει ρακί, που το ανακάτευε με το κατακάθι του καφέ στο φλιτζάνι της. Πέθανε το 1952.

Η παιδική ηλικία της μητέρας μου με δυο λόγια:

μια ακόρεστη όρεξη. Έτρωγε το μισό καρβέλι γυρίζοντας απ’ τον φούρνο. «Μέχρι τα είκοσι πέντε μου, έτρωγα τον αγλέουρα!»,

τα έξι παιδιά στριμωγμένα σ’ ένα δωμάτιο, όπου μοιραζόταν το κρεβάτι με μια από τις αδερφές της, κρίσεις υπνοβασίας όπου την έβρισκαν να στέκει στην αυλή, κοιμισμένη, με τα μάτια ορθάνοιχτα,

τα φορέματα και τα παπούτσια που περνούσαν απ’ τη μια αδερφή στην άλλη, μια κούκλα φτιαγμένη από κουρέλια για τα Χριστούγεννα, τα χαλασμένα απ’ το μηλόκρασο δόντια,

αλλά και οι βόλτες καβάλα στο ψωράλογο, το πατινάζ στην παγωμένη λιμνούλα τον χειμώνα του 1916, το κρυφτό και το σκοινάκι, οι βρισιές και η τελετουργική χειρονομία της περιφρόνησης –να γυρνάει απ’ την άλλη και να χτυπάει ζωηρά τον πισινό της– προς τις «δεσποσύνες» του ιδιωτικού παρθεναγωγείου,

μια ολάκερη ζωή έξω για τη μικρή χωριατοπούλα, που είχε την ίδια δεξιοτεχνία με τα αγόρια: πριόνιζε ξύλα, τίναζε τη μηλιά για να πέσουν τα μήλα, έσφαζε κότες με μια ψαλιδιά βαθιά στον λαιμό. Υπήρχε όμως μια διαφορά: δεν άφηνε κανέναν ν’ ακουμπήσει το «πράμα» της.

Πήγαινε στο δημοτικό σχολείο, όπου έχανε τα μαθήματα αν έπρεπε να δουλέψει στα χωράφια ή όταν αρρώσταινε κάποιο από τα αδέρφια ή τις αδερφές της. Λιγοστές αναμνήσεις, και η πιο έντονη, εκείνη από τις δασκάλες που απαιτούσαν τα κορίτσια να είναι ευγενικά και καθαρά: επιθεωρούσαν γιακάδες και νύχια, τους ζητούσαν να βγάλουν το ένα παπούτσι (ποτέ της δεν ήξερε ποιο πόδι έπρεπε να πλύνει). Η μόρφωση δεν της προκαλούσε κανένα φτερούγισμα ενθουσιασμού. Εκείνη την εποχή, κανείς δεν «έσπρωχνε» τα παιδιά του, έπρεπε να «το ’χουν μέσα τους», και το σχολείο ήταν απλώς ένα στάδιο που περνούσαν μέχρις ότου κερδίσουν μόνα τους τα προς το ζην. Μπορούσες κάλλιστα να χάσεις το μάθημα, δεν ήταν δα και το τέλος του κόσμου. Όχι όμως τη λειτουργία. Ακόμα κι αν στεκόσουν στο πίσω μέρος της εκκλησίας, ένιωθες ότι μοιραζόσουν τον πλούτο, την ομορφιά και το πνεύμα της τελετής (κεντητά φαιλόνια, χρυσά δισκοπότηρα, ύμνοι), ότι δεν «ζούσες σαν το σκυλί». Από πολύ νωρίς, η μητέρα μου ανέπτυξε μια έντονη κλίση προς τη θρησκεία. Η κατήχηση ήταν το μόνο πράγμα που μελετούσε με πάθος, ήξερε απέξω όλους τους ύμνους. (Αργότερα, στην εκκλησία, η απόκρισή της στις προσευχές ήταν με τον ίδιο ασθματικό, δοξαστικό τρόπο, θαρρείς και ήθελε να δείξει πως τις ήξερε.)

enraux exΜήτε ευτυχής μήτε δυστυχής που παράτησε το σχολείο στα δώδεκά της, ήταν ο κανόνας τότε. Έπιασε δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο μαργαρίνης όπου υπέφερε απ’ το κρύο και την υγρασία, ενώ τα μουσκεμένα της χέρια έβγαζαν χιονίστρες που κρατούσαν όλο τον χειμώνα. Ύστερα απ’ αυτό, δεν μπορούσε να «βλέπει μπροστά της» μαργαρίνη. Έτσι λοιπόν, καμιά «ονειρική εφηβεία» για κείνη, αλλά η ατέλειωτη προσμονή του σαββατόβραδου, το βδομαδιάτικο που το δίνει στη μάνα της, κρατώντας κατιτίς ίσα για να προσφέρει στον εαυτό της το αγαπημένο της περιοδικό Le Petit Écho de la Mode και την πούδρα ρυζιού, τα χαχανητά και οι μικροκακίες. Μια μέρα, το κασκόλ του επιστάτη πιάστηκε στον ιμάντα της μηχανής. Κανείς δεν έτρεξε να τον βοηθήσει και χρειάστηκε να απεγκλωβιστεί μόνος του. Η μητέρα μου ήταν ακριβώς δίπλα του. Πώς γίνεται κάποιος που δεν έχει υποστεί τον ίδιο βαθμό αποξένωσης να κατανοήσει τη στάση της;

Στον απόηχο της εκβιομηχάνισης της δεκαετίας του ’20, ιδρύθηκε μια μεγάλη σπαγγοποιία που μάζεψε όλους τους νέους της περιοχής. Η μητέρα μου, όπως και οι αδερφές και τα αδέρφια της, έπιασε δουλειά εκεί. Για πιο βολικά, η γιαγιά μου μετακόμισε σ’ ένα σπιτάκι εκατό μέτρα απ’ το εργοστάσιο, το οποίο νοικοκύρευε τα βράδια, μαζί με τις κόρες της. Η μητέρα μου ένιωθε καλά σ’ αυτούς τους καθαρούς και στεγνούς χώρους, όπου μπορούσες να μιλάς και να γελάς ενόσω δούλευες. Περήφανη που ήταν εργάτρια σ’ ένα μεγάλο εργοστάσιο: ένιωθε πολιτισμένη σε σχέση με τις άξεστες, τα κορίτσια της υπαίθρου που έμειναν πίσω με τις αγελάδες, και ελεύθερη σε σχέση με τις σκλάβες, τα δουλικά των αστικών σπιτιών που ήταν υποχρεωμένα να «γλείφουν τον πισινό των αφεντικών». Κι όμως πίστευε ότι όλα αυτά την απομάκρυναν, με τρόπο ακαθόριστο, απ’ το ένα και μοναδικό της όνειρo: να γίνει πωλήτρια.
 

Όπως οι περισσότερες πολυμελείς οικογένειες, η οικογένεια της μητέρας μου ήταν μια κανονική φυλή: η γιαγιά μου και τα παιδιά της είχαν τον ίδιο τρόπο συμπεριφοράς και αποδοχής της μοίρας τους ως χωρικοί και εργάτες συνάμα. Αυτό σήμαινε ότι οι άνθρωποι τους αναγνώριζαν αμέσως, «οι Ντ…» Πάντα φωνακλάδες, άντρες και γυναίκες. Παρά το χαρωπό και πληθωρικό του χαρακτήρα τους, ήταν καχύποπτοι, αρπάζονταν εύκολα κι έλεγαν στα ίσα αυτό που είχαν να πουν. Πάνω απ’ όλα, η περηφάνια για το τσαγανό τους στη δουλειά. Δύσκολα δέχονταν πως υπήρχε άλλος καλύτερός τους. Ξεπερνούσαν τα όρια της τάξης τους, πιστεύοντας πως ήταν «κάποιοι». Αυτό ίσως εξηγεί τη μανία με την οποία τα έδιναν όλα στη δουλειά, στο φαγητό, στο γέλιο μέχρι δακρύων, ίσα για να πουν, μετά από μια ώρα, «πάω να πέσω στη στέρνα, να πνιγώ».

Απ’ όλους, η μητέρα μου είχε το πιο περήφανο, το πιο δυναμικό ταμπεραμέντο. Ήξερε καλά ότι ανήκε στην κατώτερη τάξη και το απεχθανόταν, αρνούμενη να την κρίνουν μόνο από την κοινωνική της θέση. Συχνά, έλεγε για τους πλούσιους, «Δεν είναι καλύτεροι από μας». Ήταν μια ελκυστική ξανθιά με γκρίζα μάτια, τροφαντή που ακτινοβολούσε από υγεία («Και τι δε θα ’διναν για να ’χουν την υγειά μου!»). Διάβαζε οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια της, της άρεσε να τραγουδάει τα σουξέ της εποχής, να φτιασιδώνεται, να πηγαίνει με παρέα στον κινηματογράφο ή στο θέατρο για να δει τον Ροζέ της ντροπής και τον Αρχισιδηρουργό. Πάντα έτοιμη να «το ρίξει λιγάκι έξω».

Περήφανη που ήταν εργάτρια σ’ ένα μεγάλο εργοστάσιο: ένιωθε πολιτισμένη σε σχέση με τις άξεστες, τα κορίτσια της υπαίθρου που έμειναν πίσω με τις αγελάδες, και ελεύθερη σε σχέση με τις σκλάβες, τα δουλικά των αστικών σπιτιών που ήταν υποχρεωμένα να «γλείφουν τον πισινό των αφεντικών». Κι όμως πίστευε ότι όλα αυτά την απομάκρυναν, με τρόπο ακαθόριστο, απ’ το ένα και μοναδικό της όνειρo: να γίνει πωλήτρια.

Όμως, σε μια εποχή και σε μια κωμόπολη όπου το βασικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής ήταν να μαθαίνεις όσο περισσότερα μπορούσες για τους άλλους, όπου η συμπεριφορά των γυναικών αποτελούσε αντικείμενο διαρκούς παρακολούθησης –πράγμα που θεωρείτο απολύτως φυσιολογικό–, ήταν αναπόφευκτο να βρίσκεσαι διχασμένη ανάμεσα στην επιθυμία να «χαρείς τα νιάτα σου» και τον φόβο της «δακτυλοδεικτούμενης». Η μητέρα μου πάσχιζε ν’ ανταποκρίνεται στην πιο ευνοϊκή εικόνα που είχαν οι άνθρωποι για τα κορίτσια που δούλευαν στο εργοστάσιο: «εργάτρια αλλά τουλάχιστον σοβαρή». Πήγαινε στη λειτουργία και μεταλάβαινε, έπαιρνε αντίδωρο, κεντούσε τα προικιά της στις καλόγριες του ορφανοτροφείου, δεν σεργιάνιζε ποτέ μόνη μ’ ένα αγόρι στο δάσος. Πώς να ξέρει ότι οι κοντές φούστες (η ίδια τις δίπλωνε στη μέση για να κονταίνουν), τα κομμένα αλά γκαρσόν μαλλιά, το «τολμηρό» βλέμμα της, το γεγονός ιδίως ότι δούλευε με άντρες, σήμαιναν ότι ποτέ δεν θα την έβλεπαν ως το «καθωσπρέπει κορίτσι» που ήθελε διακαώς να είναι.

Η νιότη της μητέρας μου είχε κι αυτό το στοιχείο: μια προσπάθεια να ξεφύγει απ’ το πιο πιθανό πεπρωμένο της, δηλαδή την αναπόφευκτη φτώχεια, την απειλή του αλκοόλ και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να συμβεί σε μια εργάτρια όταν «αφήνεται» (τσιγάρο δημοσίως, σεργιάνι στους δρόμους τα βράδια, τσαλακωμένα και λεκιασμένα ρούχα). Το είδος του κοριτσιού που κανείς «σοβαρός νεαρός» δεν θέλει.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γιοζεφίνε η αοιδός, του Φραντς Κάφκα (προδημοσίευση)

Γιοζεφίνε η αοιδός, του Φραντς Κάφκα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από την ανθολογία του Franz Kafka «Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επίμετρο: Κατερίνα Καρακάση) που κυκλοφορεί στις 6 Αυγούστου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στὴ συναγωγή μας... ...

Σάγκι Μπέιν, του Ντάγκλας Στιούαρτ (προδημοσίευση)

Σάγκι Μπέιν, του Ντάγκλας Στιούαρτ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βραβευμένο με Booker 2020 μυθιστόρημα του Douglas Stuart «Σάγκι Μπέιν» (μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου), που κυκλοφορεί στις 30 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Άγκνες αναδύθηκε έγκαιρα α...

Χίλιοι διάβολοι, του Φρανκ Γκολντάμερ (προδημοσίευση)

Χίλιοι διάβολοι, του Φρανκ Γκολντάμερ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Frank Goldammer «Χίλιοι διάβολοι» (μτφρ. Γιώτα Λαγουδάκου), που κυκλοφορεί την 1 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Χέλερ μπήκε στο εστιατόριο από την ανοιχτή πόρτα στη...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Μαρία Κάλλας: Τα βιβλία για τη μελαγχολική ντίβα

Μαρία Κάλλας: Τα βιβλία για τη μελαγχολική ντίβα

Μια μέρα σαν σήμερα, 16 Σεπτεμβρίου 1977, πέθανε στο Παρίσι από καρδιακή προσβολή στα 54 της χρόνια η «θεία» Μαρία Κάλλας. 

Της Ελένης Κορόβηλα

Η μεγαλύτερη ντίβα της όπερας, η Μαρία Κάλλας, γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 2 Δεκεμβρίου 1923. Η κόρη τ...

Τάβι Βάρτια: «Ήθελα να γράψω μια δυνατή ιστορία αγάπης και επιβίωσης»

Τάβι Βάρτια: «Ήθελα να γράψω μια δυνατή ιστορία αγάπης και επιβίωσης»

Συνέντευξη με τον Φινλανδό σκηνοθέτη, σεναριογράφο και συγγραφέα Taavi Vartia, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Κλεμμένη νύφη» (μτφρ. Όικαρινεν-Βασιλοπούλου Γιάννα, εκδ. Βακχικόν)

Της Ελένης Κορόβηλα

Ο Τάβι Βάρτια είναι γνωστό...

Κάποια κορίτσια, κάποια καπέλα και ο Χίτλερ, της Τρούντι Κάντερ

Κάποια κορίτσια, κάποια καπέλα και ο Χίτλερ, της Τρούντι Κάντερ

Για το μυθιστόρημα της Trudi Kanter «Κάποια κορίτσια, κάποια καπέλα και ο Χίτλερ» (μτφρ. Ιωάννα Ηλιάδη, εκδ. Κλειδάριθμος).

Της Λεύκης Σαραντινού

Οι πρωτογενείς και άμεσες μαρτυρίες γύρω από ιστορικά γεγονότα έχουν πάντα γι...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Γιοζεφίνε η αοιδός, του Φραντς Κάφκα (προδημοσίευση)

Γιοζεφίνε η αοιδός, του Φραντς Κάφκα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση ενός διηγήματος από την ανθολογία του Franz Kafka «Γιοζεφίνε η αοιδός και άλλα διηγήματα» (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου, επίμετρο: Κατερίνα Καρακάση) που κυκλοφορεί στις 6 Αυγούστου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στὴ συναγωγή μας... ...

Σάγκι Μπέιν, του Ντάγκλας Στιούαρτ (προδημοσίευση)

Σάγκι Μπέιν, του Ντάγκλας Στιούαρτ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βραβευμένο με Booker 2020 μυθιστόρημα του Douglas Stuart «Σάγκι Μπέιν» (μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου), που κυκλοφορεί στις 30 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Άγκνες αναδύθηκε έγκαιρα α...

Χίλιοι διάβολοι, του Φρανκ Γκολντάμερ (προδημοσίευση)

Χίλιοι διάβολοι, του Φρανκ Γκολντάμερ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Frank Goldammer «Χίλιοι διάβολοι» (μτφρ. Γιώτα Λαγουδάκου), που κυκλοφορεί την 1 Ιουλίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Χέλερ μπήκε στο εστιατόριο από την ανοιχτή πόρτα στη...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

11η Σεπτεμβρίου, 20 χρόνια μετά: 20 βιβλία που μας βοήθησαν να κατανοήσουμε

Είκοσι χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τα γεγονότα που μας εισήγαγαν στον 21ο αιώνα. Ήταν η μεγαλύτερη και πιο σοκαριστική αλληλουχία τρομοκρατικών ενεργειών που έγινε ποτέ, με μερικά λεπτά διαφορά: οι επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους στη Νέα Υόρκη, και στο Πεντάγωνο στην Ουάσιγκτον, την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Α...

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Τα ώριμα βιβλία του Αυγούστου: 26 πρόσφατες εκδόσεις

Οι περισσότεροι από τα τίτλους που παρουσιάζονται εδώ έφτασαν στα χέρια μας πολύ πρόσφατα. Πρόκειται για ενδιαφέροντα βιβλία που στην πλειονότητά τους πέρασαν «κάτω από τα ραντάρ» των βιβλιοπροτάσεων για το καλοκαίρι. Ιδού μερικά από τα καλύτερα. 

Ε...

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα καλά βιβλία, πρόσκληση για σκέψη

Έντεκα βιβλία ιστορίας, εθνολογίας, σύγχρονων οικονομικών και κοινωνικών ζητημάτων για τους εναπομείναντες στην πόλη αλλά και για όσους ακόμη αναζητούν βιβλία για τις διακοπές τους που να αξίζουν το βάρος τους.

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

14 Σεπτεμβρίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τα βιβλία του χειμώνα: Τι θα διαβάσουμε τους μήνες που έρχονται

Επιλογές βιβλίων από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης, βιογραφιών και δοκιμίων από 31 εκδοτικούς οίκους. Επιμέλεια: Κώστας Αγορα

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

11 Δεκεμβρίου 2020 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2020

Να επιλέξεις τα «καλύτερα» λογοτεχνικά βιβλία από μια χρονιά τόσο πλούσια σε καλούς τίτλους όπως η χρονιά που κλείνει δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το αποτολμήσαμε, όπως άλ

ΦΑΚΕΛΟΙ