alt

Νέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Χρίστος Κυθρεώτης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Για ένα μεγάλο διάστημα, η λέξη θάλασσα ήταν συνυφασμένη για μένα με τον Κάλαμο, μιας και εκεί πηγαίναμε από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Όταν συνέβησαν όλα αυτά όμως ήμουν δεκαπέντε χρονών και οι εποχές που ο πατέρας μου μπορούσε να πουλήσει την όλη φάση σαν εξοχή είχαν περάσει ανεπιστρεπτί – πλέον είχαμε μεγαλώσει και ξέραμε πως ο Κάλαμος τα καλοκαίρια ήταν στην πραγματικότητα μια ακόμα συνοικία της Αθήνας. Σύμφωνοι, διέθετε τη θάλασσα, αλλά είχε τα ίδια μποτιλιαρίσματα, περισσότερη ζέστη και άπειρες κατσαρίδες. Ίσως οι κατσαρίδες τις Αθήνας να πήγαιναν κι αυτές διακοπές στον Κάλαμο – όπως και να ‘χε όμως, μου άρεσε εκεί πέρα. Τα μπάνια δεν έπαυαν να είναι μπάνια, ενώ τα τελευταία χρόνια ερχόταν και ο ξάδερφός μου, που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος, κι αυτό μου έδινε την ευκαιρία να πηγαίνω στη θάλασσα με τα μεγαλύτερα παιδιά. Εκείνη τη χρονιά είχε μόλις δώσει πανελλήνιες και είχε συγκεντρώσει τον ιδανικό αριθμό μορίων: λίγα για την Αθήνα, αρκετά για την επαρχία. Έμοιαζε με αεροπλάνο στον διάδρομο όλο το καλοκαίρι, μιλούσε για το σπίτι που θα νοίκιαζε, για μεθύσια, ξενύχτια, εκδρομές. Η κατάσταση είχε φέρει τη θεία Νίκη στα όριά της, κάθε βράδυ έβλεπε εφιάλτες για την επόμενη χρονιά, που ο ξάδερφός μου ευχόταν να πραγματοποιηθούν. Ίσως δεν ευχόταν να συλληφθεί ακριβώς για τη συμμετοχή του σε ομαδικά όργια, αλλά τα ομαδικά όργια τα ευχόταν σίγουρα.

Αλλά και πάλι, ποιος δεν τα ευχόταν; Μέχρι και αφιέρωμα στο Cosmopolitan της μητέρας μου είχα διαβάσει την περασμένη άνοιξη. Προσπαθώντας να παρακάμψω το ερώτημα τι σήμαινε το γεγονός ότι η μητέρα μου διάβαζε τέτοια πράγματα, είχα ρουφήξει το άρθρο, όπως και όλα τα αντίστοιχα άρθρα – υπήρχε τουλάχιστον ένα σε κάθε τεύχος. Διέθετα πια πλούτο γνώσεων γύρω από το θέμα, αλλά καμία ρεαλιστική προοπτική να τις εφαρμόσω. Ο ξαδερφός μου πάλι είχε προχωρήσει και σε αυτό το ζήτημα. Στην καλοκαιρινή του παρέα υπήρχε ένας μεταβαλλόμενος αριθμός κοριτσιών, που απ’ ό,τι φαινόταν περίμεναν να περάσει η μέρα για να βάλουν τους γονείς τους για ύπνο και να πάνε για ποτό στον Αλέκο, ύστερα να καθίσουν στις καλαμιές πίσω από την παραλία και να καπνίσουν. Μία από τις κοπέλες λεγόταν Λένα και σύμφωνα με τον ξαδερφό μου όλο το περσινό καλοκαίρι του κρατούσε το κοντάρι. Υπάρχει πάντα κάτι το αναξιοπρεπές όταν χρησιμοποιείς μεταφορές για το πουλί σου, ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα, όμως για να μιλήσω στη γλώσσα του ξαδερφού μου, εγώ γιατί κρατούσα ακόμα μόνος μου το κοντάρι μου; Είχα αρχίσει να πιστεύω πως αυτό το καλοκαίρι ήταν η ευκαιρία μου. Την πρώτη φορά που ζήτησα να βγω κι εγώ μαζί τους, η μητέρα μου αρνήθηκε, τη δεύτερη όμως φρόντισα να είναι μπροστά και η θεία Νίκη – το ζήτημα τώρα ήταν αν υπήρχε εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο αδερφές και αν η μητέρα μου θεωρούσε πως ήταν καλύτερη μαμά από τη θεία Νίκη. Με ένα υπόκωφο καταφατικό γρύλισμα, η μητέρα μου αναγνώρισε την ήττα της και δυο ώρες αργότερα βρισκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και αναρωτιόμουν ποια ήταν η σωστή ποσότητα τζελ για τα μαλλιά μου.

Το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε στη Λένα ήταν πως με κάθε λέξη έβγαινε από το στόμα της περισσότερος αέρας απ’ όσος χρειαζόταν. Ίσως αυτή να ήταν η ιδέα της για την αισθησιακή ομιλία ή ίσως έτσι να ήταν το φυσικό της, όπως και να ‘χε πάντως δεν γινόταν να μην το προσέξει κανείς – ή έτσι πίστευα μέχρι που ανέφερα το θέμα στον ξαδερφό μου. «Δεν το ‘χω προσέξει», μου είπε, κι αμέσως μετά: «Μήπως προσέχεις τα λάθος πράγματα;». Σύντομα κατάλαβα πως το κλίμα ανάμεσά τους ήταν βαρύ, κι αυτό επειδή η Λένα όλο τον προηγούμενο χειμώνα πίστευε πως τα είχαν ακόμα. Ο ξαδερφός μου είχε αντίθετη άποψη και υποστήριζε πως το θέμα έπρεπε να αντιμετωπιστεί σαν μια παρεξήγηση που είχε ξεκινήσει όταν την τελευταία μέρα του περσινού καλοκαιριού εκείνη του είχε πει: «Τα λέμε του χρόνου» και εκείνος είχε απαντήσει: «Εντάξει». Σε κάθε περίπτωση, απέφευγαν ο ένας τον άλλον, ενώ την προσοχή του ξαδερφού μου είχε τραβήξει μια κοπέλα με το ανεξιχνίαστο όνομα Στέβη, που είχε κερδίσει τον τίτλο των Πιο Βελτιωμένων Βυζιών του καλοκαιριού. Είχα προσέξει πως κάθε φορά που της μιλούσε ήταν αδύνατον να κρατήσει τα μάτια του μακριά απ’ το στήθος της, τη Στέβη πάντως δεν φαινόταν να την ενοχλεί. Ενοχλούσε τη Λένα όμως, η οποία χαρακτήριζε τον ξαδερφό μου ξελιγωμένο – κι ύστερα ξέκοβε από την παρέα στις καλαμιές και έπεφτε για τη βραδινή της βουτιά.

Απ’ το ονειροπόλημά μου με έβγαλε η Λένα, που έτεινε προς το μέρος μου ένα αναμμένο τσιγάρο. «Βοηθάει, θα σε ζεστάνει», μου είπε. Είχα καπνίσει και στο παρελθόν, όμως αυτό το τσιγάρο ήταν πολύ διαφορετικό. Πρώτ’ απ’ όλα είχε πάνω το κραγιόν της Λένας, ένα αχνό κοκκινωπό περίγραμμα, ενώ όταν το έφερα στο στόμα μου διαπίστωσα πως ήταν υγρό, από την επαφή με τα χείλη της. Ήταν σαν φιλί, ή ό,τι πιο κοντινό είχα πετύχει ποτέ.

Η Λένα ήταν η μόνη που έκανε αυτά τα βραδινά μπάνια. Κάτω από το φόρεμά της φορούσε πάντα μαγιό και μετά τον Αλέκο, μετά τις μπίρες και τα τσιγάρα στις καλαμιές, βουτούσε στη θάλασσα με την ίδια απόλαυση με την οποία ο ξαδερφός μου βουτούσε στο στήθος της Στέβης. Ήθελα να της μιλήσω περισσότερο αλλά δεν είχα τι να πω, κι έτσι αποφάσισα να επινοήσω ένα κοινό ενδιαφέρον. Ένα βράδυ, μέσα από το παντελόνι, φόρεσα το μαγιό μου. Ενώ όμως εγώ έβγαλα το παντελόνι και στάθηκα μπροστά στη θάλασσα, η Λένα έμεινε στη θέση της, φορώντας το φόρεμά της – είχε ρίξει μάλιστα από πάνω κι ένα ζακετάκι. Η κατάσταση ήταν απογοητευτική, είχα μπει στο νερό μέχρι το καλάμι, όμως η θάλασσα ήταν υπερβολικά κρύα κι εγώ έμεινα εκεί για πάρα μα πάρα πολλή ώρα, να κοιτάζω τα κατάμαυρα βάθη, σαν κάποιος που εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας. Το θέμα ήταν ότι δεν μπορούσα να κάνω πίσω, αλλά δεν τολμούσα να πάω και μπροστά, μέχρι που επιτέλους άκουσα βήματα πάνω στα βότσαλα και μια φωνή να ταξιδεύει μέσα σε ένα κουκούλι ζεστού αέρα: «Στην αρχή είναι κρύο, αλλά μετά συνηθίζεις και είναι υπέροχα». Πριν καν τελειώσει τη φράση της, εγώ είχα βουτήξει και κολυμπούσα προς τα βαθιά, σε μια προσπάθεια να μην ουρλιάξω απ’ το κρύο, ή να μη βρίσκομαι πολύ κοντά της όταν θα ούρλιαζα. Μόλις βγήκα, η Λένα με περίμενε με μια πετσέτα που είχε βγάλει από την τσάντα της. «Δεν είναι φανταστικά;», μου είπε ενώ τα δόντια μου χτυπούσαν και ο αέρας μπαινόβγαινε καυτός στους πνεύμονές μου. «Εσύ πώς και δεν μπήκες;», τη ρώτησα. «Είμαι αδιάθετη», απάντησε. Κάθε αναφορά στα γυναικεία γεννητικά όργανα, όσο έμμεση κι αν ήταν, αρκούσε εκείνη την εποχή για να με βυθίσει σε σκέψεις. Απ’ το ονειροπόλημά μου με έβγαλε η Λένα, που έτεινε προς το μέρος μου ένα αναμμένο τσιγάρο. «Βοηθάει, θα σε ζεστάνει», μου είπε. Είχα καπνίσει και στο παρελθόν, όμως αυτό το τσιγάρο ήταν πολύ διαφορετικό. Πρώτ’ απ’ όλα είχε πάνω το κραγιόν της Λένας, ένα αχνό κοκκινωπό περίγραμμα, ενώ όταν το έφερα στο στόμα μου διαπίστωσα πως ήταν υγρό, από την επαφή με τα χείλη της. Ήταν σαν φιλί, ή ό,τι πιο κοντινό είχα πετύχει ποτέ.

Τις επόμενες μέρες ακολούθησαν και κανονικά φιλιά. Η Λένα ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερή μου και ο ξαδερφός μου έλεγε πως τα φιλιά μαζί τις ήταν σαν να βάζεις στο στόμα σου μασημένη τσίχλα. Με αυτό ήθελε να υπονοήσει πως πολλοί άλλοι είχαν φιλήσει τη Λένα πριν από μένα, ειλικρινά όμως δεν με ενοχλούσε καθόλου. Ίσα ίσα, που η όλη διαδικασία είχε έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα, βελτιωνόμουν διαρκώς και κάθε μέρα η γλώσσα μου εκτελούσε όλο και πιο περίπλοκα ακροβατικά μέσα στο στόμα της. Τα χείλη της ήταν δύο καμπύλες γραμμές με ελάχιστο πάχος, πολύ δυνατές, σαν μικροσκοπικοί μύες. Τον πρώτο καιρό θεωρούσα πως οι περιπτύξεις μας έπρεπε να συμβαίνουν κάπως παράμερα, ίσως πίσω από καμιά καλαμιά, όμως σύντομα διαπίστωσα πως κανείς σε αυτή την παρέα δεν επιζητούσε τον σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής. Και ο ξαδερφός μου με τη Στέβη μπροστά στα μάτια μας φιλιούνταν, όπως και όλα τα υπόλοιπα ζευγάρια. Κάποιες φορές μου περνούσε απ’ το μυαλό πως ίσως η Λένα τα είχε φτιάξει μαζί μου για να εκδικηθεί τον ξαδερφό μου, όμως και πάλι δεν με πείραζε – όλα αυτά ήταν πολύ καινούργια και συναρπαστικά και πρωτόγνωρα για να με προβληματίζει η πιθανότητα να μην είχα επιλεγεί αξιοκρατικά. Υπήρχε όντως περίπτωση η Λένα να με χρησιμοποιούσε για τους δικούς της σκοπούς, αλλά ίσως αυτή να ήταν μία από τις περιπτώσεις στη ζωή όπου όλοι βγαίνουν κερδισμένοι. Ακόμα και τον ξαδερφό μου δεν φαινόταν να τον νοιάζει ιδιαίτερα.

Για την περίπτωση που ήθελε να τον εκδικηθεί πάντως, αναρωτιόμουν αν σχεδίαζε να δώσει πιο ολοκληρωμένη μορφή στην εκδίκησή της. Τα φιλιά ήταν καταπληκτικά και η Λένα με άφηνε να πιάνω ό,τι ήθελα, από την άλλη όμως κάθε μέρα αυτά μου φαίνονταν όλο και πιο λίγα. Τα φιλιά μας συχνά οδηγούσαν σε βασανιστικές παρενέργειες και δεν ήταν λίγες οι φορές που περπατούσα προς το σπίτι μου σαν κουτσός. Ο Παναγιώτης, ο διπλανός μου στο σχολείο, υποστήριζε πως αν φασωνόσουν με μια κοπέλα και προλάβαινες να γυρίσεις σπίτι σου με την ίδια στύση, και στη συνέχεια ολοκλήρωνες μόνος σου τη δουλειά, τότε στην πραγματικότητα πρόκειται για σεξ. «Πρέπει όμως να μη σου πέσει καθόλου στο ενδιάμεσο», τόνιζε, αλλά αυτός ο ορισμός μου φαινόταν υπερβολικά ευρύς. Εγώ ήθελα κανονικό σεξ, με την κοπέλα παρούσα από την αρχή μέχρι το τέλος, και η Λένα φαινόταν ιδανική για την περίπτωση. Στο κάτω κάτω, αυτά ήταν τα πλεονεκτήματα του να τα φτιάχνεις με μεγαλύτερη κοπέλα. Αρκετές φορές την έσφιγγα πάνω μου για να κάνω σαφές πως ήθελα κάτι περισσότερο, για την περίπτωση που η Λένα διατηρούσε αμφιβολίες δηλαδή – όμως εκείνη φαινόταν να διστάζει και γενικά να μη δικαιώνει τις κακίες του ξαδερφού μου για το άτομό της. Είχα αρχίσει να τη συμπαθώ και ένα από τα μεγάλα ατού της ήταν ότι δεν την ένοιαζε καθόλου αν μιλούσα. Μιλούσε διαρκώς αυτή, έτσι έμαθα τα πάντα για τη ζωή της – ήταν από τη Χαλκίδα, ο πατέρας της ήταν λογιστής και η μάνα της καθηγήτρια, η ίδια ήθελε να σπουδάσει θεατρολόγος και του χρόνου θα έδινε πανελλήνιες. Μάλιστα, λίγο πριν τον Δεκαπενταύγουστο έφυγε για μια βδομάδα για τη Χαλκίδα, και ήμουν βέβαιος πως όταν επέστρεφε τα πάντα θα είχαν τελειώσει μεταξύ μας.

Κάθισε παραπάνω στη Χαλκίδα και όταν γύρισε απέμενε μόλις μία εβδομάδα διακοπών. Η παρέα σταδιακά διαλυόταν, κάποιοι επέστρεφαν στην Αθήνα και τα βράδια στις καλαμιές είχε αρχίσει να κάνει ψυχρούλα. Μέναμε όλο και περισσότερο μόνοι μας, τη Λένα την είχε πιάσει η μελαγχολία του φθινοπώρου κι εγώ αναρωτιόμουν αν αυτή η μελαγχολία αύξανε ή μείωνε τις πιθανότητες για σεξ. Με είχε πιάσει και μένα η μελαγχολία – όμως η δική μου μελαγχολία δεν επηρέαζε το συγκεκριμένο θέμα. Ένα βράδυ δεν πήγαμε στον Αλέκο και μετά από μια περιπλάνηση στον δρόμο που έβγαζε στην παραλία της Αγκόνας καταλήξαμε σε ένα ημιτελές συγκρότημα κατοικιών, παρατημένο. Μπήκαμε μέσα και ακούσαμε διάφορα πράγματα να ενοχλούνται από την παρουσία μας, ύστερα η Λένα ξάπλωσε στο μπετόν, σε ένα σημείο όπου το φεγγαρόφωτο έμπαινε λοξά από το παράθυρο και έκανε τον χώρο να μοιάζει με ενυδρείο. Έβγαλε τα ρούχα και το μαγιό της και είδα πως είχε ξυρίσει το μουνί της, εκτός από μια λεπτή ρίγα στη μέση, που έμοιαζε με μονοπάτι και προσέδιδε συμμετρία στο σύνολο. Ένιωθα πως ήξερα ήδη όλα όσα θα μάθαινα ποτέ για την ευτυχία, όμως την ώρα που έσκυψα πάνω της αβέβαιος για τις επόμενες κινήσεις μου, είδα τη Λένα να στρέφει το πρόσωπό της στο πλάι και να βάζει τα κλάματα, κι αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τη μεγάλη αλήθεια τις ζωής πως οι ηθικές αναστολές πιάνουν τους άλλους πάντα την πιο ακατάλληλη στιγμή. Και μιλούσαμε κυριολεκτικά για στιγμή, καθώς λίγα δευτερόλεπτα χρειαζόμουν, άντε ένα με δύο λεπτά το πολύ, και μετά η Λένα θα μπορούσε να αισθανθεί ελεύθερα τύψεις. Μου είπε πως δεν ένιωθε εντάξει με ό,τι γινόταν, λόγω του ξαδερφού μου και λόγω της ηλικίας μου. Κάποιος φίλος της είχε πει πως είναι παράνομο να διατηρεί σχέσεις με κάποιον που δεν έχει κλείσει τα δεκαέξι. «Θεωρείται αποπλάνηση», μου είπε, ενώ εγώ κρατούσα το πουλί μου και ένιωθα πως το να τη διαβεβαιώσω ότι δεν θα της έκανα μήνυση ήταν κάπως περιττό. Κατέληξα να της λέω πως ό,τι είχε κάνει μαζί μου το είχε κάνει για να πικάρει τον ξάδερφό μου – το είπα μόνο και μόνο για να την κάνω να νιώσει τύψεις απέναντί μου, καθώς και την ανάγκη να επανορθώσει. Εκείνη όμως μου απάντησε πως κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, πως εγώ ήμουν που της άρεσα και όχι ο ξαδερφός μου, κι ύστερα είχε την ιδέα να πάμε για μπάνιο, οπότε περπατήσαμε αμίλητοι μέχρι την ακτή και βουτήξαμε. Το νερό ήταν παγωμένο.

Δυο μέρες αργότερα φύγαμε για Αθήνα και την αποχαιρέτησα. Στη διαδρομή έφερνα στο μυαλό μου όλα τα ωραία πράγματα που είχαμε κάνει με τη Λένα, καθώς και μερικά που δεν είχαμε κάνει, και ένιωθα σαν κάποιος που έχει κερδίσει πάρα πολλές μάχες αλλά έχασε τον πόλεμο. Ο πατέρας μου άκουγε λαϊκά στο ραδιόφωνο, σιγοτραγουδούσε μάλιστα τα ρεφρέν και όταν κάποια από τις στροφές του φαινόταν εξαιρετικά επικίνδυνη, δυνάμωνε τη φωνή του, σαν να ήθελε να προειδοποιήσει τον εαυτό του. Η μητέρα μου χάζευε έξω απ’ το παράθυρο, η αδερφή μου κοιμόταν δίπλα μου, κι εγώ ένιωθα πως σε λίγο θα άρχιζαν οι βροχές, πως το καλοκαίρι είχε γλιστρήσει μέσα από τα χέρια μου και θα έκανα πάρα πολύ καιρό να ξαναδώ τη θάλασσα.


Info
Ο Χρίστος Κυθρεώτης γεννήθηκε το 1979 στη Λευκωσία και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Μια χαρά, για την οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2015 (εξ ημισείας με τη Μαρία Φίλη).

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΥΘΡΕΩΤΗ

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το παιδί που στέκεται εκεί

Το παιδί που στέκεται εκεί

Nέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Θάνος Κάππας. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Η κατάρα της Γαλλίδας

Η κατάρα της Γαλλίδας

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Υγρό φόρεμα

Υγρό φόρεμα

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νικόλας Περδικάρης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ό,τι βαφτίζει ο καθένας...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

«Τηρούμενες αναλογίες» της Πόπης Φιρτινίδου (κριτική) – Ζωντανές ανταποκρίσεις από την ηλικία της ήττας

«Τηρούμενες αναλογίες» της Πόπης Φιρτινίδου (κριτική) – Ζωντανές ανταποκρίσεις από την ηλικία της ήττας

Για τη συλλογή διηγημάτων της Πόπης Φιρτινίδου «Τηρούμενες αναλογίες» (Εκδόσεις των Συναδέλφων). Κεντρική εικόνα: Πίνακας από τον Αργυρό Ουμβέρτο (1884 - 1963) με τίτλο «Ο παππούς» (1912) / Εθνική Πινακοθήκη.

Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης

Η ψυχολογί...

«Respublica»: μια κοινότητα χαράς απέναντι σ’ ένα σύμπαν καταναλωτισμού και στρες

«Respublica»: μια κοινότητα χαράς απέναντι σ’ ένα σύμπαν καταναλωτισμού και στρες

Για την multi παράσταση «Respublika» του Λούκας Τβαρκόβσκι [Lukasz Twarkowski], σε παραγωγή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, η οποία παρουσιάστηκε στο Terra Vibe Park στη Μαλακάσα. Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Ο Πολωνός σκηνοθέτ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

«Μικρές δοκιμές» του Αντώνη Μακρυδημήτρη (προδημοσίευση)

«Μικρές δοκιμές» του Αντώνη Μακρυδημήτρη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του ομότιμου καθηγητή ΕΚΠΑ Αντώνη Μακρυδημήτρη «Μικρές δοκιμές», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Το μείζον πρόβλημα στην εποχή μας έχει ...

«Αποστολή στο Βερολίνο» του Λεν Ντέιτον (προδημοσίευση)

«Αποστολή στο Βερολίνο» του Λεν Ντέιτον (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το κατασκοπικό μυθιστόρημα του Λεν Ντέιτον [Len Deighton] «Αποστολή στο Βερολίνο» (μτφρ. Αντώνης Καλοκύρης), το οποίο κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Μάλλον φέρνουν κ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

Πατέρας και γιος: 5 σπουδαία μυθιστορήματα για μια δύσκολη σχέση

Πατέρας και γιος: 5 σπουδαία μυθιστορήματα για μια δύσκολη σχέση

Σύμμαχοι, ενίοτε κι αντίπαλοι. Αγαπημένοι, μα κάποιες φορές σε άλλο μήκος κύματος. Με αφορμή την Ημέρα του Πατέρα (16 Ιουνίου) επιλέξαμε πέντε βιβλία που βρίσκονται σε κυκλοφορία και αναδεικνύουν την πολυπλοκότητα και την ουσιαστική δύναμη που φέρει ο πατέρας ως ρόλος και ως υπόσταση. Κεντρική εικόνα: ο Φίλιπ Ροθ με...

10 κλασικά λογοτεχνικά έργα που έφεραν στο φως τη ΛΟΑΤΚΙ+ εμπειρία

10 κλασικά λογοτεχνικά έργα που έφεραν στο φως τη ΛΟΑΤΚΙ+ εμπειρία

Τα τελευταία χρόνια, η κουίρ λογοτεχνία έχει ανανεωθεί με σύγχρονους εκπροσώπους όπως ο Όσεαν Βουόνγκ ή η Κάρμεν Μαρία Ματσάδο. Εάν αναζητούσαμε, όμως, τις βάσεις ενός κουίρ λογοτεχνικού Κανόνα θα έπρεπε να πάμε πιο πίσω, σε κάποια βιβλία καθοριστικά για την ομοερωτική λογοτεχνία αλλά και για τη λογοτεχνία γενικότερ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ